Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Η ιστορία του άλλου μου μισού: όλα τα καλά τελειώνουν, αλλά τουλάχιστον αφήνουν ωραίες αναμνήσεις, που σε κάνουν να κλαις...........

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΜΟΥ ΜΙΣΟΥ .........


Όταν πέθανε ο πατέρας μου, άγιος άνθρωπος,  έφεραν στην μητέρα μου ένα τόσο δα κουταβάκι, και επειδή το έφερε ο Δημήτρης το ονομάσαμε Μίτση....Όχι ότι είχαμε πρώτη φορά σκύλο , αντίθετα πάντα γύρω μας υπήρχαν πολλά ζώα και ιδιαιτέρα σκυλιά, αγροτική οικογένεια ήμασταν άλλωστε. Eγω εκείνη την περίοδο ήμουν στην Αθήνα, και κατέβαινα τακτικά  στο χωριό , τόσο για να δω τη μάνα μου όσο και για δουλειές που είχα στα κτήματα αλλά και για επισκευές που έκανα στο πατρικό σπίτι, 
καθώς δεν ήταν και τόσο καλοδιατηρημένο. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που θα την πω άλλη φορά.................

Λοιπόν χωρίς να το καταλάβω και εγώ πως, δέθηκα υπέρμετρα με το σκυλάκι αυτό. Ενώ τόσα χρονιά ποτέ δεν τολμούσαμε να βάλουμε σκύλο στο κρεβάτι εγώ κοιμόμουν με την Μιτσι, χωρίς να μπορεί να φέρνει αντίρρηση η μητέρα μου, όχι πως το ενέκρινε κιόλας.  Για να μην έχω μουρμούρες της έκανα εμβόλια, άνοιξα βιβλιάρια υγειάς, κολάρα και ότι χρειαζόταν τέλος πάντων για να μην κινδυνεύει η υγειά μου, από την συμπεριφορά μου αυτή με το σκυλάκι.
Όπως είπα και στην αρχή, κατέβαινα τακτικά κάτω, αλλά όχι σε σταθερές ημερομηνίες ή μέρες στο χωριό, με τον καιρό πρόσεξα την  παρακάτω παράξενη και αλλόκοτη συμπεριφορά  από τη μάνα μου:
 Ενώ έφτανα πολύ αργά στο σπίτι, η μητέρα μου είχε στρώσει το τραπέζι και περίμενε έξω στην αυλή. Όταν το συνειδητοποίησα, την ρώτησα πως και με περίμενε αφού δεν την είχα ειδοποιήσει ότι κατεβαίνω, βλέπεις φοβήθηκα μην το έκανε κάθε βραδύ, κάτι σαν να τρελάθηκε δηλαδή, αλλά η απάντηση της, με έκανε να τρελαθώ εγώ:-Μου το είπε η Μιτση, μου είπε με ένα απλοϊκό και αφοπλιστικό χαμόγελο.- Δηλαδή;; ρώτησα γεμάτος απορία , αλλά και καχυποψία ή φόβο για τα χειροτέρα.-Να από το μεσημέρι, μου λέει η μητέρα μου, έχει ανεβεί η Μίτση από την σκάλα πάνω στα κεραμιδιά και κοιτά όλο προς τον δρόμο. Τώρα μόλις κατέβητε, που πλησίαζες, συνέχισε την κουβέντα της , και τι δεν τής έκανα για να κατέβει από εκεί, αλλά αυτή εκεί όρθια στα κεραμίδια να κοιτά με λαχταρά μακριά, και όταν είδα πως  την προηγουμένη φορά, ότι κατέβητε όταν πλησίασες στο σπίτι κατάλαβα, ότι σε περίμενε. Άλλες μέρες δεν το κάνει, παρά μόνο όταν έρχεσαι...έτσι ξέρω πότε θα  έρθεις και σου ετοιμάζω κάτι  να φας....

Δεν μπορούσα να το πιστέψω , άραγε να ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο;; Μα το μεσημέρι ήμουν στην Αθήνα στη δουλειά ακόμα και που το ήξερε η  Μίτση;;Έτσι άρχισα να την τεστάρω, να πειραματίζομαι  με την σκυλίτσα αυτή.  Την επόμενη φορά γύρισα στο χωριό  σε 2 μέρες και μάλιστα πρωί πρωί, … Τα ιδία πάλι……. αλλά αυτή τη φορά, μου είπε η μητέρα μου πως  χτυπούσε την πόρτα της κατά τα μεσάνυχτα πριν ανέβει επάνω στα κεραμίδια….
Συνεχίζοντας να παρατηρώ και να ασχολούμαι με την  συμπεριφορά της σκυλίτσας, όταν λοιπόν,  ήταν να φύγω από το   χωριό, από 2-3 ώρες πριν χανόταν, ενώ προηγουμένως καθόταν όλο διπλά μου και τις κοβόταν η όρεξη για παιχνίδια, γεγονός ασυνήθιστο για αυτήν καθώς ήταν υπερβολικά παιχνιδιάρα.  Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι, λόγω των συχνών επισκέψεων μου στο χωριό, δεν είχα πράγματα για να μεταφέρω μαζί μου , τα είχα μόνιμα στο χωριό, δηλαδή με τα χέρια στις τσέπες πήγαινα και έτσι έφευγα, κατάλαβες λοιπόν ότι, δεν έκανα ποτέ κάποια ετοιμασία αποχώρησης, απλά λίγο πριν φύγω, φορούσα τα καθαρά ρούχα και έφευγα, σαν να πήγαινα για καφέ δηλαδή. Ψάχνοντας να βρω που εξαφανίζεται, την βρήκαμε να είναι κουλουριασμένη μέσα στον φούρνο, ξέρεις από αυτούς τους χωμάτινους χωριάτικους φούρνους που είχαν όλα τα σπίτια στην επαρχία και λειτουργούσαν με ξύλα.  Μέσα εκεί είχε κουβαλήσει και κάλτσες παπούτσια παλιά και αλλά παλιόρουχα δικά μου που ούτε καν ήξερα πότε τα είχα χάσει….. .  Φυσικά προσπάθησα να την βγάλω από εκεί αλλά αυτή δεν έλεγε να κουνηθεί, μάλιστα τόλμησε να μου γρυλίσει χωρίς όμως να δαγκώνει……….
Επειδή είχα πολύ μεγάλο δεσμό και θάρρος μαζί της την τράβηξα έξω, να δω αν είναι άρρωστη και αυτή μόλις την άφησα κάτω , έφυγε τρέχοντας να κρυφτεί ξέρεις που, πάλι μέσα εκεί.
Ρωτώντας τη μητέρα μου και παρακολουθώντας την συμπεριφορά της η μάνα μου είπε ότι μόλις έφευγα, μετά από λεπτά όχι πάνω από τέταρτο, έβγαινε από εκεί και όλα ήταν μέλι - γάλα με την μάνα μου, σαν να μην είχε γίνει τίποτα.
Αλλά δεν ήταν και τόσο άγιο σκυλάκι, όταν η μάνα μου άπλωνε τα ρούχα στο σύρμα για να στεγνώσουν,  αυτή η πονηρω,  πήγαινε και όσα δικά μου ρούχα έβρισκε, τα ξεκρέμαγε τα έσκιζε και τα κουβαλούσε στο φούρνο – σπίτι της, αλλά αυτό το έκανε κρυφά και συνήθως βράδυ…..
Καλό είναι σε αυτό το σημείο να αναφέρω και την σχέση της Μητέρας μου με την Μίτση. Όταν δεν ήμουν κάτω, ενώ η μάνα μου είχε αλλά 2 σκυλιά στο σπίτι, μόνο με αυτή είχε τόσο μεγάλη  αγάπη, έτσι δεν τη έδενε σχεδόν ποτέ . Για να μην φεύγει η κάνει καμιά ζημιά, αλλά πολύ περισσότερο για λόγους ασφαλείας του σπιτιού, έκανα περίφραξη γύρω από το σπίτι, και ήταν η σκύλα  μόνιμα ελεύθερη. Ποτέ δεν έμπαινε μέσα στο σπίτι αν δεν της το έλεγες εσύ, αλλά κάθε πρωί, μόλις ο θεός ξημέρωνε την μέρα, πήγαινε στην πόρτα και άρχιζε να την χτυπά. Χτυπούσε μέχρι να σηκωθεί η μητέρα μου και όταν της άνοιγε την πόρτα,  αυτή σηκωνόταν στα πίσω ποδιά, την αγκάλιαζε, και μετά συνήθως ξαναπήγαινε για ύπνο στο κρεβατάκι της μέσα στην αποθήκη. Αν αργούσε η μητέρα μου να της ανοίξει, είτε γιατί δεν είχε ξυπνήσει, είτε διότι είχε άλλη απασχόληση, της άκουγε να γαυγίζει ανήσυχη, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν καλά.
 Όταν έκανε πολύ κρύο το χειμώνα, η μάνα μου την έβαζε μέσα στο σπίτι και αυτή καθόταν στο χαλί μπροστά από τη σόμπα για να ζεσταθεί, δε σάλευε και ούτε κοιτούσε να ανεβεί σε καναπέ η κρεβάτι, πράγμα που έκανε μόνο όταν ήμουν εγώ εκεί.  Περιττό να σας πω ότι ενώ έκανε την κοιμισμένη, με το ένα μάτι παρακολουθούσε όλες τις κινήσεις της μάνας μου μέσα στο σπίτι , και αν πήγαινε σε άλλο δωμάτιο τότε, σήκωνε το κεφάλι της και το έστρεφε στο μέρος όπου χάθηκε η μάνα μου, μέχρι να την ξαναδεί να επιστρέφει έμενε κει άγαλμα…………..
Άξιζε πολλά σαν σκυλί, αλλά πολύ περισσότερα σαν φίλος και φύλακας, ναι σωστά διαβάσατε σαν φύλακας. Δεν υπήρχε περίπτωση να της ξεφύγει τίποτα, και το κυριότερο, δεν σε ανησυχούσε αν δεν υπήρχε λόγος. Έβλεπε κάποιον να περνάει στο δρόμο, (εξοχικό σπίτι είναι) , δεν άρχιζε να φωνάζει, αν όμως ήταν κάποιος παράξενος τύπος, τότε χάλαγε τον κόσμο………...
Είχε ένα χάρισμα που εγώ δυστυχώς δε το απέκτησα ποτέ… Με την πρώτη ματιά ήξερε να κρίνει τους ανθρώπους, τους κατέτασσε σε κατηγορίες: φίλοι, ακίνδυνοι, ουδέτεροι εχθροί επικίνδυνοι. Αν ερχόσουν σπίτι με έναν φίλο για πρώτη φορά, αν τον έβαζε στην κατηγορία του φίλου, αμέσως καθόταν να την χαϊδέψεις και να παίξει μαζί σου, αν σε έβαζε στη κατηγορία του ουδέτερου δεν σου δίνε σημασία αλλά σε παρακολουθούσε συνεχώς, δεν σε άφηνε από τα ματιά της, αν τέλος έμπαινες στη κατηγορία του εχθρού, πριν ακόμα ανοίξει την πόρτα στο κήπο, σου είχε επιτεθεί και αυτό με την πρώτη επαφή. Θα μου πεις μα είναι ανάλογα το πώς θα έβλεπε  τον καθένα, ή η διάθεση της , έτσι πίστευα και εγώ, αλλά με το πέρασμα του χρόνου, είδα ότι, αυτή η πρώτη αντίδραση της Μίτσης και η «ψυχολόγηση» των ανθρώπων ήταν απολύτου εμπιστοσύνης. Ναι, όσους είχε χαρακτηρίσει φίλους με την πρώτη ματιά, είναι φίλοι αληθινοί και σήμερα, όσους χαρακτήρισε εχθρούς, αποδειχτήκαν με τα πέρασμα του χρόνου ότι πράγματι ήταν φίδια κολοβά…………..
Αλλά ας αφήσουμε την περιγραφή αποσπασματικών σκέψεων και περιγραφών για την σχέση μου με το σκυλί αυτό να κυλήσει .
Την περίοδο αυτή ήμουν και κυνηγός, ένα χόμπι το οποίο μου άρεσε αφάνταστα, λοιπόν κάθε φορά που πήγαινα κάτω στο χωριό,  έπαιρνα τη Μίτση για μια βόλτα στα χωράφια και τα λιοστάσια για να κυνηγήσουμε. Περισσότερο το έκανα για τη Μίτση, διότι μόλις έβλεπε ότι θα πάμε βόλτα έκανε σαν τρελή. Μα δεν είναι πρωτότυπο ένα σκυλί να κάνει σα τρελό για βόλτα και κυνήγι, το ξέρω αλλά αυτή είχε ένα ξεχωριστό τρόπο να κυνηγά, ποτέ δεν έφευγε μακριά, και πήγαινε να ψάξει όπου τις έλεγα, όχι δεν της έδειχνα απλά τις έλεγα και κείνη το έκανε, σαν να μιλούσα σε άνθρωπο. Οι άλλοι κυνηγοί που κάναμε παρέα και κυνηγούσαμε μαζί,  έβλεπαν τον τρόπο που κυνηγούσαμε την ζήλευαν, διότι περιττό να αναφέρω ότι δεν έχανε ούτε τσίχλα λαβωμένη, αλλά και οι μπεκάτσες ακόμα και τα ορτύκια, ήταν εντοπισμένα από μακριά. Μου έλεγαν, λοιπόν  να τους αφήνω να την παίρνουν μαζί τους όταν έλειπα για κυνήγι, εεε αυτό ήταν , η Μίτση ποτέ δεν τους ακολούθησε ότι και να τις έκαναν, , την πήραν δεμένη από το σπίτι και όταν την άφησαν ελεύθερη, αυτή  έφυγε και γύρισε σπίτι μόνη της. Μέχρι που το κατάλαβαν όλοι ότι μαζί τους δεν κάνει,  και δεν έκαναν πλέον άλλη προσπάθεια να την ξαναπάρουν μαζί τους , φοβούμενοι μην πάθει και τίποτα και τους σκοτώσω….… γιατί το ήξεραν ότι το λάτρευα αυτό το σκυλί…………..
Η πλάκα είναι ότι  μερικές φορές επέστρεφα σπίτι με θηράματα, ενώ δεν είχα ρίξει τουφεκιά, τα ανακάλυπτε τραυματισμένα ή σκοτωμένα  μέσα στα κλαριά και μου τα έφερνε. Όταν χτυπούσε κάποιος άλλος κυνηγός θήραμα τότε κανένα, από τα αλλά σκυλιά της παρέας δεν προλάβαινε να το φέρει, το είχε βρει και αρπάξει αυτή, και έλεγα:
-Μετράτε παιδιά τι δικό σας μου φέρνει η Μίτση, στο τέλος να σας τα δώσω, και έτσι γινόταν, αλλά κρυφά από τη Μίτση, διότι αν έβλεπε ότι δίνω κάτι σε άλλον τότε θύμωνε άσχημα και ορμουσε να τον δαγκώσει, νόμιζε ότι την κλέβουν……..Φυσικά εγώ την σταματούσα με μια φωνή, και μετά όσο και αν προσπαθούσα να την καθησυχάσω, αυτή σε κάθε συνάντηση με αυτόν που του έδωσα θήραμα ήταν πάντα  μαζί του εχθρική…..
Ναι ήταν προστατευτική με όσους αγαπούσε. Μάλιστα δεν υπήρχε περίπτωση να πάρεις πράγματα τα οποία τα θεωρούσε δικά της όσο και του σπιτιού, και δεν μιλάμε για να τα πάρω εγώ ή η μάνα μου αλλά για όλους τους άλλους. Από μια μπλούζα που ήθελες να δώσεις σε έναν για βοήθεια και γιατί δε σου χρειαζόταν, μέχρι ότι μπορείς να φανταστείς.  Αν έκανες το λάθος να πετάξεις ή να παρατήσεις  ένα πράγμα  στην ύπαιθρο, θα το εύρισκε και με κάθε τρόπο το έφερνε σπίτι, το άφηνε μπροστά στην πόρτα και σου χτυπούσε να σου το δώσει γεμάτη χαρά. Το πρόβλημα ήταν που όταν μαζεύαμε ελιές και την έπαιρνα πάντα μαζί. Ξέρεις όταν έχει ελιές και τις  μαζεύεις  αφήνεις τα σύνεργα που χρησιμοποιείς για το μάζεμα του καρπού μέσα στο λιοστάσι. Δεν είναι δυνατόν να τα κουβαλάς  στο σπίτι κάθε μέρα, και την επόμενη να τα πηγαίνεις πάλι στο λιοστάσι. Όταν λοιπόν  σχολούσαμε το βραδύ, δεν ήθελε να δεχτεί εύκολα, ότι θα μείνουν τα πράγματα αφύλακτα μέσα στις ελιές… Ολόκληρο σχέδιο καταστρώναμε για να την ξεγελάσουμε και να την πείσουμε ότι έτσι είναι σωστό. Τελικά αφού την πηγαίναμε σπίτι και κλειδωνόταν μέσα από την περίφραξη, την έβλεπες  εκεί που καθόταν ήσυχη, ξαφνικά να σηκώνεται  και να  τρέχει στη περίφραξη, να κοιτά προς το μέρος που είχαμε παρατήσει τα  πράγματα, να σηκώνει τα αυτιά της και όταν σιγουρευόταν ότι όλα είναι καλά, τότε επέστρεφε σκεφτική στην προηγουμένη δραστηριότητα της . . Αυτό το έκανε, ακόμα αν το λιοστάσι ήταν υπερβολικά μακριά, και δεν είχε καν ορατότητα προς τα εκεί. Είχε πάθει ψύχωση δηλαδή, να μην της κλέψουν τίποτα………... Πολλές φορές λόγω ζέστης, όταν μάζευα ελιές , έβγαζα το μπουφάν , μπλούζα και άλλα ρούχα και τα άφηνα σε κάποιο δέντρο, φυσικά όταν πήγαινα σε άλλο δέντρο δεν μετέφερα τα πράγματα εκεί, αλλά τα παρατούσα. Ε, δεν έχανα ποτέ πράγματα,  ούτε ανησυχούσα για αυτά, ακόμα αν ήταν και το τουφέκι παρατημένο μεσα στο λιοστάσι. Όταν απομακρυνόμουν αρκετά μετά από ώρα , έβλεπες την Μίτση να τα κουβαλά, ότι δεν μπορούσε να τα φέρει, σου έβαζε τις φωνές και σε έκανε να την ακολουθήσεις μέχρι εκεί που τα είχα παρατήσει για να τα μαζέψω…..
Συνεχίζοντας λοιπόν την ιστορία με το σκυλάκι αυτό, το οποίο πραγματικά με επηρέασε τόσο πολύ, θα αναφέρω μερικές ακόμα σκόρπιες ιδιαιτερότητες της.Όπως έχω ήδη αναφέρει από την αρχή δεν γινόταν εύκολα φίλη με ξένους. Όταν λοιπόν κατέβητε ο αδερφός μου με τα παιδιά του, μικρά ακόμα  σε ηλικία, ενώ τον  αδερφό μου τον είδε με …. Ουδέτερο μάτι, τα παιδιά τα συμπάθησε αμέσως. Από την πρώτη στιγμή άρχισε να παίζει μαζί τους και να τους κάνει χαρούλες. Ξέρεις τα μικρά παιδιά δεν έχουν αίσθηση του πότε βασανίζουν τα ζώα, πότε τελειώνει  το παιχνίδι και πότε αρχίζει να είναι ενοχλητική η συμπεριφορά τους έναντι στα ζώα. Τα παιδιά λοιπόν βλέποντας το πόσο φιλική ήταν μαζί τους άρχισαν να της τραβούν την ουρά, γεγονός που όλα τα σκυλιά τα ενοχλεί και φυσικά τα πονά, αλλά αυτή το ανεχόταν όλα  με υπομονή. Ο μικρός ανιψιός μου  μάλιστα , ξεπέρασε τα όρια και την μετέτρεψε σε αλογάκι, φυσικά ούτε εκεί αντέδρασε άσχημα η Μίτση.  Αλλά δεν ήταν και κανένα μεγαλόσωμο σκυλί και δεν άντεχε το βάρος ενός παιδιού, έτσι τα μεγαλύτερα σκεφτήκαν και την έβαλαν στο ζυγό. Ναι  της έδεσαν ένα καροτσάκι και έμπαιναν αυτά μέσα και η  Μιτση τα έκανε βόλτες. Κάθισε ο αδερφός μου με την οικογένεια του 3 μέρες κάτω και φανταστείτε πόσα τράβηξε αυτό το σκυλάκι.  Αν ήμουν εκεί τις μέρες αυτές,  θα είχαμε μαλώσει άσχημα, αλλά βλέπεις έλλειπα πολύ συχνά από το χωριό λόγω εργασίας  και έτσι επετράπη ο βασανισμός της με την ανοχή του αδερφού μου και της μητέρας μου προκειμένου να μην κακοκαρδίσει τα εγγονια της και τον κανακάρη της………
Δεν είμαι σίγουρος τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο ήρεμη με τα παιδιά, πάντως τα προστάτευε από ότι έλεγε η μητέρα μου μετά Όταν κάποια στιγμή ο αδερφός μου πήγε να μαλώσει τα παιδιά, για κάποια ζημιά που έκαναν, δεν φοβήθηκε να μπει στη μέση και να του δείξει τα δόντια της, χωρίς να απειληθεί αυτή. Ελεύθερη ήταν άλλωστε αν φοβόταν για κάτι θα  μπορούσε να φύγει. Αντίθετα έδειξε τα δόντια γρύλισε και πήρε θέση επίθεσης στον αδερφό μου μπροστά από τα παιδιά. Είμαι σίγουρος ότι, αν ο αδερφός μου έκανε μια απειλητική κίνηση προς τα παιδιά,  ακόμα θα το θυμόταν και σήμερα………….., θα είχε τα αποτυπώματα από τα δόντια της στο χέρι του, άσβεστο σημάδι της αγάπης του σκύλου προς τα παιδιά του, όπως ένας άλλος γνωστός όταν ενώ τον προειδοποίησα ότι  η Μίτση δεν αστειεύεται, δε με πίστεψε και έκανε κίνηση- πείραμα για να δει τι θα κάνει. Ακόμα αυτός  έχει τα αποτυπώματα από τα σαγόνια της στο χέρι του………………αλλά αυτή τη συμπεριφορά της θα την πούμε παρακάτω.
Η Μιτση μου λοιπόν, ήταν ο φύλακας άγγελος μου. Δεν επέτρεπε σε κανέναν να με αγγίξει, ήταν σε επιφυλακή και αν έβλεπε κάποιον να κάνει χειρονομία σε βάρος μου, ερχόταν και με ένα σάλτο, το χέρι του κυρίου ήταν φυλακισμένο μέσα στα σαγόνια της. Έφτασε σε σημείο να μην επιτρέπει ούτε στη μητέρα μου να κάνει χειρονομία πάνω μου, και δε μιλάμε για χαιρετισμό, αλλά μόνο για απειλητική χειρονομία. Δοκιμάσαμε με την μητέρα μου, να δούμε την αντίδραση της Μίτσης σε περίπτωση που  με απειλήσει με χειροδικία η μητέρα μου, και η Μιτση της έπιασε το χέρι , χωρίς όμως να την δαγκώσει, δεν έσφιξε τα σαγόνια, αλλά το χέρι της έμεινε εγκλωβισμένο στο στόμα της σκύλας που γρύλιζε απειλητικά. Η μάνα μου φυσικά δεν την φοβόταν καθόλου, διότι με αυτή ζούσε, και ήξερε πολύ καλά ότι δεν θα της έκανε ποτέ κακό….. Άλλωστε και τη μάνα μου προστάτευε με τον ίδιο τρόπο, αλλά όχι σε απειλή από μέρους μου, εμένα μου επέτρεπε να χειροδικήσω, όχι ότι το έκανα ποτέ στη ζωή μου , αλλά σε αντίστοιχο  πείραμα δεν αντέδρασε όπως έκανε σε βάρος της μάνας μου.  Το έκανε μόνο για να μας  προστατεύσει;; το έκανε για παιχνίδι;; Ποτέ δεν κατάλαβα, το μονό που κατάλαβα είναι ότι η μητέρα μου ζήλευε που σε αυτήν δεν επέτρεπε να κάνει απειλητική κίνηση σε βάρος μου,  ενώ εμένα μου επέτρεπε να το κάνω σε βάρος της μάνας μου. Έλεγε λοιπόν χαριτολογώντας:
- Βρε βρομόσκυλο, με εμένα ζεις, εγώ σε ταΐζω όλο τον καιρό,  με εμένα είσαι όλο τον καιρό και τα λέμε,  και  τον Χρήστο σου αγαπάς βρωμιάρα……Να σε δω τι θα κάνεις τώρα που θα σου φύγει πάλι τι θα κάνεις, σε εμένα θα έρχεσαι να τρίβεσαι και να παίζεις παλιόσκυλο……………..
Αχ , όσο περισσότερο προχωράω, τόσο διαπιστώνω ότι διάθεση για να γράψω την ζωή μου με τη Μίτση έχω όταν είμαι άκεφος……………Όταν κάτι με σπρώχνει προς τη μελαγχολία και το κλείσιμο στον εαυτό μου. Σε ποιον να πω τον πόνο μου;;; Σε ποιον να μιλήσω;; Μα φυσικά στη Μίτση…………
Ναι, έτσι ήταν. Μμε αυτή κουβέντιαζα , όχι όπως με τον καθέναν αλλά πολύ πιο σοβαρά, περισσότερο πιο ανθρώπινα. Δεν υπήρχε υποκρισία καμιά, λυπόμουν και λυπόταν μαζί μου, χαιρόμουν και χαιρόταν και αυτή, έκλαιγα και έκλαιγε  και αυτή…
Ξέρω ότι θα σκέφτεστε τώρα όλοι σας: Υπερβολές!
Ας το αφήσω λοιπόν έτσι διότι καλύτερα να πιστεύεται αυτό και όχι την αλήθεια…………Ας συνεχίσουμε όμως την αφήγηση των κατορθωμάτων του σκυλιού που έμελε να γίνει ο άλλος μισός μου εαυτός………..
Και ήρθε ο χρόνος που έφυγα από την Αθήνα και πήγα για δουλειά στην Ορεστιάδα.
Αποχαιρέτησα λοιπόν την Μιτση πριν αναχωρήσω και έφυγα με ένα κόμπο στο λαιμό και με ένα πακέτο από φωτογραφίες και αναμνήσεις μαζί μου……Καμιά σκέψη να πάρω μαζί μου το σκυλάκι αυτό, αν και έχω ξαναπεί το λάτρευα, πώς να στερήσω την παρέα, την συντροφιά της μητέρας μου;; Άλλωστε εκεί θα είχα τη δυνατότητα της φροντίδας όπως της άξιζε;;  Έτσι από την Ορεστιάδα είχα πλέον μια σχεδόν τακτική τηλεφωνική επαφή με την μητέρα μου μια  φορά την εβδομάδα, ντρέπομαι που το λέω αλλά περισσότερο για να μαθαίνω για την Μίτση.
Δεν ανησυχούσα ποτέ ότι δεν θα βρω την μητέρα μου στο πρώτο τηλεφώνημα, αυτή ήταν πάντα εκεί, πάνω από το τηλέφωνο, περίμενε το δικό μου τηλεφώνημα με την Μίτση δίπλα της…..  Άλλωστε η Μίτση της έλεγε, ή καλύτερα την τραβούσε προς  το τηλέφωνο πριν ακόμα αυτό χτυπήσει ……
Και φυσικά δεν έλεγε το τετριμμένο της ; «Λέγετε;;;;»
Αλλά  «Έλα Χρήστο, καλά είσαι;;;;» και μην φανταστείτε εκείνα τα χρόνια την ύπαρξη αναγνώρισης κλήσης από τον ΟΤΕ….
Δεν ήθελε καμιά αναγνώριση, είχε την Μίτση που της έλεγε ποιος ήταν!!!!!!!
. Φυσικά από την Ορεστιάδα δεν είναι εύκολα τα  ταξίδια στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Έτσι μετά από ένα  χρόνο σχεδόν κατάφερα να κατέβω με άδεια κάτω. Την υποδοχή που μου έκανε δεν μπορώ να την περιγράψω. Καθώς κατέβηκα από το λεωφορείο στη στάση που με περίμενε η μητέρα μου και  
μέχρι να φτάσω στο σπίτι, κοντά ενα χιλιόμετρο, άκουγα τη Μίτση να γαβγίζει και να κάνει σαματά. Φτάνοντας στο σπίτι πήδηξε πάνω μου κόντεψε να με ρίξει κάτω, άρχισε να χοροπηδά γύρω μου, μια ερχόταν στη αγκαλιά μου και μια έτρεχε γύρω μου φωνάζοντας….Είναι μια εικόνα έντονα αποτυπωμένη στη μνήμη μου, που δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό μου. Έκανε κυριολεκτικά σαν τρελή από τη χαρά της…… Για όσες μέρες έμεινα στο χωριό, δεν έφυγε μακριά μου ούτε για κατούρημα που λέμε, όλο δίπλα μου καθόταν, την είχα μέσα στα πόδια μου συνεχώς……………. Αλλά και εγώ δεν είχα όρεξη ούτε σε φίλους και συγγενείς να πάω, ήθελα να την χορτάσω πριν φύγω πάλι.....
........

3 σχόλια:

  1. φίλοι μου αυτη ειναι αληθινή ιστορία, μόνο που δεν θα γράψω ποτε το τέλος της.... θέλω να ζει πάντα μαζί μου, είναι οτι καλύτερο εχω να θυμάμαι απο την λέξη φιλία σε αυτη τη ζωή!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ μου Χρήστο, αυτή η ιστορία ζωής σου είναι ΜΕΓΑΛΕΙΟ! Λυπάμαι που δεν είχα ποτέ -ουσιαστικά - την ευκαιρία μιας τέτοιας ανιδιοτελούς φιλίας και σε θαυμάζω, τόσο για τη σχέση αυτή που ζεις, όσο και για τον τρόπο γραφής τού κειμένου σου. Σού εύχομαι και εγώ το Τέλος της ν' αργήσει πολύ πολύ να γραφεί και να μάς ενημερώνεις, συχνά, για τα κατορθώματά της. -

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δυστυχώς Φιλη μου η ιστορία αυτη θα μείνει χωρις τέλος, διότι η Μητση βιολογικά μπορεί να έφυγε, αλλά θα ζει οσο ζω μέσα μου!
    νεα της.... δυστυχώς δεν έχει... που να μπορώ να δημοσιεύσω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!