Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

Το χρυσό κλουβί της Γιώτας Ξένου-Καράντζαλη



Το χρυσό κλουβί ! Ένα παραμύθι που θα συγκίνηση, μεγάλους και μικρούς !!
Ένα υπέροχο το νέο βιβλίο της καλής μου φίλης Γιώτας Ξένου-Καράντζαλη!!!
Η αξιόλογη και πολυτάλαντη συγγραφέας, γράφει ένα παραμύθι τρυφερό, απλό, που μιλά στις ψυχές των παιδιών για την αξία της ελευθερίας, της ειρηνικής ζωής δίχως φόβο. Η σωστή σκέψη, η σύνεση και η λογική, μας φέρνουν πιο κοντά στην ευτυχία και στα όνειρα μας....














Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Ένα παραμυθάκι από....καλικάτζαρους




«Ήταν, που λέτε, μια φορά ο Θύμιος ο γιος του μυλωνά που ζούσε στο χωριό, παλικάρι μια χαρά, όμορφο, καλό κι εργατικό και προπάντων έξυπνο κι ευρηματικό. Ο πατέρας του ο μυλωνάς σκέφτηκε πως ήταν κρίμα τέτοιο παιδί να μείνει αγράμματο. Τον έστειλε λοιπόν στην πολιτεία να σπουδάσει και να γίνει σπουδαίος και τρανός και να γυρίσει τον κόσμο. Όχι σαν εκείνον, που ήταν αναγκασμένος να μένει συνέχεια μόνος στο μύλο του, μιας και η γυναίκα του η μυλωνού είχε από καιρό πεθάνει.
«Ήταν και οι καλικάντζαροι από την άλλη, πλάσματα του κάτω κόσμου, άσχημα και μοχθηρά, πονηρά μα και κουτά. Όλο το χρόνο δούλευαν, κάτω από τη γη, μοχθούσαν και κουράζονταν και όλη τους η έννοια ήταν να πριονίσουν τον κορμό του τεράστιου δέντρου, που κρατούσε τον πάνω κόσμο στη θέση του. Όλα αυτά τα έκαναν γιατί μισούσαν τους ανθρώπους, απεχθάνονταν το φως του ήλιου, την τάξη και τον καθαρό αέρα. Όλο το χρόνο πριόνιζαν και την παραμονή των Χριστουγέννων, κατακουρασμένοι έπαιρναν την απόφαση να ανέβουν λίγο στον επάνω κόσμο για να ξεκουραστούν, να γλεντήσουν και να διασκεδάσουν, πειράζοντας τους ανθρώπους και κάνοντας διάφορες σκανταλιές. Κυκλοφορούσαν μόνο τη νύχτα με το σκοτάδι, όταν οι άνθρωποι κοιμούνταν. Έμπαιναν στα σπιτικά τους από την καμινάδα, όταν έβρισκαν το τζάκι σβηστό, κι έκαναν το σπίτι άνω κάτω. Γέμιζαν παντού τα κιλίμια και τα σκεπάσματα με λάσπες, στάχτες και μουτζούρες, ανακάτευαν το αλάτι με τη ζάχαρη, το αλεύρι με την άχνη, έσπαγαν τα αυγά, σκορπούσαν στο πάτωμα τα μελομακάρονα, τις δίπλες και τους κουραμπιέδες, που μόλις είχαν ετοιμάσει οι νοικοκυράδες, έχυναν το κρασί μέσα στο λάδι, μαγάριζαν το νερό μέσα στο πηγάδι και οι σκανταλιές τους δεν σταματούσαν εδώ. Αν τύχαινε και συναντούσαν κάποιον αργοπορημένο περαστικό στο δρόμο, τον μάγευαν, τον τρέλαιναν και τον τραβούσαν σε χορό δαιμονικό, αφήνοντάς τον εξαντλημένο κι άλαλο, μόνο λίγο πριν φέξει η μέρα. Έκαναν κι άλλα, τόσα πολλά που δεν φτάνει η νύχτα για να τα πούμε όλα και πάντα γελούσαν και ξεκαρδίζονταν με τα ίδια τους τα καμώματα. Δώδεκα μερόνυχτα έμεναν πάνω στη γη οι καλικάντζαροι, ως τα Φώτα δηλαδή. Την ημέρα που ο παπάς με την αγιαστούρα του άγιαζε τα νερά, όλα της γης τα παγανά είχαν προλάβει να ξανακατέβουν στα υποχθόνια σκοτάδια τους. Ως τότε όμως, η κοψιά στο δέντρο που βαστούσε τη γη είχε θρέψει κι έτσι, σαν κουτοί που ήταν οι καλικάντζαροι, άρχιζαν το πριόνισμα πάλι από την αρχή.
«Κείνη τη χρονιά, Χριστούγεννα και πάλι, ο Θύμιος άφησε την πολιτεία και τις σπουδές του για να επισκεφθεί τον πατέρα του στο χωριό. Σαν έφτασε στο μύλο, βρήκε τον καημένο το γέρο σε κακό χάλι. Όλα στο μύλο ήταν αναποδογυρισμένα, τα αλεύρια, τα πίτουρα μαζί με τα χαλίκια, το στάρι βρεγμένο, το φαγητό χυμένο, ένα σωρό βατράχια πηδούσαν εδώ κι εκεί και ο γάιδαρος φευγάτος με την τριχιά κομμένη.
–«Τι έπαθες πατέρα μου», τον ρώτησε ο Θύμιος κι έμαθε ότι του διαόλου τα παγανά είχαν μπει κρυφά στο μύλο, την ώρα που αυτός κοιμόταν και τον περιπαίζαν. Θύμωσε πολύ το παλικάρι, σαν είδε τον πατέρα του τόσο λυπημένο και ανήμπορο.
–«Θα δεις τι θα τους κάνω», είπε αποφασισμένος να δράσει. «Μόνο εσύ, πατέρα, θέλω να μου ετοιμάσεις ό,τι σου ζητήσω».
Έτσι λοιπόν, πριν νυχτώσει, ο Θύμιος ανέβασε κι έκρυψε στα ψηλά κλαδιά της μεγάλης καρυδιάς που ήταν στην αυλή τους ένα σακί αλεύρι, ένα ταγάρι γεμάτο καρύδια κι ένα μαγκάλι γεμάτο αναμμένα κάρβουνα, σκεπασμένα από πάνω με στάχτη για να διατηρηθούν αναμμένα μέχρι να νυχτώσει και να μην φαίνονται μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Λίγο πριν έρθει το σκοτάδι ανέβηκε και ο ίδιος πάνω στην καρυδιά και κρύφτηκε εκεί, έχοντας μαζί του και ένα μεγάλο χωνί, από αυτά που είχε ο μυλωνάς για να γεμίζει τα σακιά με στάρι και μια γερή σφεντόνα. Κάτω από την καρυδιά, είπε του πατέρα του να βάλει μια γαβάθα γεμάτη σύκα ξερά, σταφίδες, φουντούκια και δαμάσκηνα, που άρεσαν πολύ στους μαυριδερούς ζημιάρηδες.
«Σαν νύχτωσε για τα καλά, βγήκαν οι καλικάντζαροι ένας-ένας από τις κρυψώνες τους, έτοιμοι για καινούργιο πανηγύρι. Τριγύριζαν από δω, τριγύριζαν από κει, ώσπου έπεσαν πάνω στα καλούδια που είχε αφήσει ο γέρος. Άρχισαν να τρώνε και να γλείφονται και να μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος θα φάει τα πιο πολλά. Ο Θύμιος δεν μπορούσε να τους δει έτσι μαύροι που ήταν μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Είχε όμως κάνει το κουμάντο του. Μόλις μαζεύτηκαν όλοι κάτω από την καρυδιά, ευθύς αδειάζει το τσουβάλι το αλεύρι πάνω τους. Αμέσως αυτοί πασαλείφτηκαν κι έγιναν κάτασπροι. Το αλεύρι πήγε στα μάτια τους και τους τύφλωσε, αλλά ο Θύμιος τους έβλεπε τώρα πολύ καλά. Τους έβαλε λοιπόν στο σημάδι πετώντας τους καρύδια με τη σφεντόνα του κι ενώ αυτοί έσκουζαν και στρίγκλιζαν πονεμένοι, τρίβοντας τα καρούμπαλα στα κεφάλια τους, δίνει μια κλοτσιά ο Θύμιος στο μαγκάλι κι έπεσαν τα αναμμένα κάρβουνα σαν βροχή πάνω στα πονηρά τα παγανά. Αυτά έσκουζαν τώρα πιο δυνατά, χοροπηδούσαν τσουρουφλισμένα, κατακαμένα και τυφλά. Την ίδια στιγμή, πήρε το χωνί, το έβαλε μπροστά στο στόμα του κι άρχισε να τους φωνάζει με βροντερή φωνή.
–«Βρωμερά πλάσματα του Σατανά, ήρθε η ώρα της τιμωρίας σας. Είμαι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και με έστειλε ο Θεός να σας ρίξω ‘πυρ εξ ουρανού’, για το κακό που κάνετε στους ανθρώπους. Τσακιστείτε να φύγετε γρήγορα από δω, πριν θυμώσει κι άλλο και μην ξαναπατήσετε σ’ αυτό το μύλο».
«Έτσι ο Θύμιος, με την εξυπνάδα και τη γενναιότητά του κατάφερε να τιμωρήσει και να τρομάξει τα μαυρογκαγκανιάρικα πλάσματα του κάτω κόσμου, που χάθηκαν κουτρουβαλώντας κι ακόμα τρέχουν...
«Κι έζησαν αυτοί καλά… κι εμείς καλύτερααα…», τελείωνε πάντα με την ίδια επωδό. Όλοι έπαιρναν μια βαθειά ανάσα ανακούφισης, που οι άγγελοι του ‘Εξαποδώ’, το κακό δηλαδή τιμωρήθηκε και έλαμψε για μια ακόμα φορά το καλό, κάτι που συμβαίνει συχνά …στα παραμύθια.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

Η σπηλιά του Δαμιανού στον Αγαλά Ζακύνθου


Εκεί στον Αγαλα στην Ζάκυνθο στέκει μια δίπατη σπηλιά που όπως όλα τα φυσικά φαινόμενα έτσι κι αυτή συνοδεύεται από την δική της δοξασία.
Ο Ανδρονιός, λέει η παράδοση της περιοχής Αγαλά, ήταν δράκος ψηλός 300 μέτρα που έφτιαξε τα 12 πηγάδια του Αγαλά. Τα πηγάδια πήραν το όνομά του, όπως και η κοιλάδα, στην οποία φτιάχτηκαν.
Ο καλός άρχοντας του χωριού και προστάτης του, ο Δαμιανός υποχρέωσε τον κακό δράκο Αντρονιό να μονομαχήσει μαζί του και τον νίκησε. Σαν τιμωρία του επέβαλε να φτιάξει 12 πηγάδια, ένα κάθε μήνα του χρόνου, για το καλό των ανθρώπων του χωριού. Από τη σπηλιά του, ο Δαμιανός, παρακολουθούσε τον Αντρονιό για να εκτελεί καλά το έργο-τιμωρία του.
 Τα πηγάδια φτιάχτηκαν. Τα 12 πηγάδια του Αντρονιού. Οι κάτοικοι είχαν πια νερό. Όταν ο Αντρονιός ξαναεπαναστάτησε, ο Δαμιανός τον σκότωσε και το απολίθωμά του «βρίσκεται» σήμερα στην ομώνυμη σπηλιά.










Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Το σκιουράκι.... Το παραμυθάκι μας


Ένα συγκλονιστικό παραμύθι για την αγάπη...
Ένα απο τα πιο γλυκά παραμύθια που αξίζει την προσοχή μας...γιατί στα παραμύθια κρύβονται οι μεγαλύτερες αλήθειες της ζωής!


Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα 'μοιαζε μ' όλα τα' άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό...
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια... Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:
- Μπορείς να μ' αγαπάς;
Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο...Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς...
Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:
- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.
- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά' να πει ν' αγαπηθούμε;
- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά' να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.
Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα...
- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!...
- Τι ωραίο να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;
- Όχι ακόμα. Γιατί ν' αγαπηθούμε πά' να πει και να 'χουμε κάτι ο ένας απ' τον άλλον. Δώσ' μου λίγο απ' το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.
Κι έκαναν έτσι...
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.
- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε;
- Τώρα ναι αγαπιόμαστε.
Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ' την τεράστια ταχύτητα - που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια - έγιναν ένα... Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ' τα σύννεφα...
Και πέρασε καιρός. Να 'τανε χρόνια, να 'τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ' το τρέξιμο.Θα 'θελα να γυρίσω πίσω.
- Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά ...;και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.
- Για μένα είναι. Έπειτα το 'χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν' επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω...
Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε...
- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν' αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό...
Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
- Εεεεεεε... ωωωωωωωωωωπ... Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;
Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρα μόνο σιωπή.
- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.
Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε... με ακούει κανείς;... Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;
Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ' αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να 'βγαινε από μέσα του.
- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!
- Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.
- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.
Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που 'χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε...
- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;
- Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου...
- Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει...
- Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου πατούσες , δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη... Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.
Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά... Το σκιουράκι μ' ένα πόδι, κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.
Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι' αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ' άλλο.
- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό...
- Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.
Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε...
Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά...
Πλατς!... Και μετά τίποτα...
Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ' όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα επάνω στις πληγές του, και του 'βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά...
- Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.
Όμως, είδε τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ' αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα...
- Μπορείς να μ' αγαπάς;
Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.
- Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν' αγαπήσω...
- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ'τη δικιά μου.
- Όμως ν' αγαπηθούμε πά'να πει να τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια.
- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;
- Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να 'μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε...
Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ'αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.
Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.
Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά ...
Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ...
Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ...
Θα 'μαστε εμείς...
Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε... Ο απόηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων - λένε... Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεν τους ξανάδε...

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Χτίσε γέφυρες , όχι φράχτες



Δύο αδέλφια, τα οποία ζούσαν σε διπλανά αγροκτήματα, κάποια στιγμή για μια ασήμαντη αφορμή μάλωσαν. Ήταν το πρώτο ρήγμα στη σχέση τους έπειτα από 40 χρόνια στα οποία ζούσαν αρμονικά ο ένας δίπλα από τον άλλον.
Δυο μαλωμένα αδέρφια πλήρωσαν ξυλουργό για να φτιάξει φράχτη ανάμεσα στα σπίτια τους. Εκείνος έκανε κάτι καλύτερο
Όλα αυτά τα χρόνια μοιράζονταν τα γεωργικά τους μηχανήματα, βοηθούσε ο ένας τον άλλον και έτρωγαν τις Κυριακές παρέα μαζί με τις οικογένειες τους. Πότε στο σπίτι του ενός και πότε στο σπίτι του άλλου.
Η παρεξήγηση τους όμως εκείνη τη μέρα, για μια ασήμαντη αφορμή, εξελίχθηκε σε έναν άγριο καυγά κατά τη διάρκεια του οποίου ειπώθηκαν πολύ άσχημες κουβέντες. Ακολούθησαν πολλές εβδομάδες σιωπής. Τα αδέρφια δεν μίλαγαν πια ο ένας στον άλλον. Προσπαθούσαν να μην συναντιούνται καν στο δρόμο ή στη πόλη.
Ένα πρωί κάποιος χτύπησε τη πόρτα του μεγαλύτερου αδερφού.
Εκείνος άνοιξε και είδε έναν άντρα. «Είμαι ξυλουργός και ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών», του είπε. «Μήπως έχετε κάτι που θα μπορούσα να το φτιάξω;»
«Ναι», του απάντησε αυτός. «Έχω μια δουλειά για σένα».
«Βλέπεις αυτό το σπίτι απέναντι; Είναι ο γείτονάς μου. Για την ακρίβεια είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Τον περασμένο μήνα ανάμεσα στα σπίτια μας υπήρχε ένα λιβάδι. Αυτός όμως πήρε μια μπουλντόζα και έσκαψε ένα βαθύ αυλάκι που με τις βροχές έγινε ποταμάκι. Μπορεί λοιπόν αυτός να έσκαψε αυλάκι, εγώ σκέφτηκα να κάνω κάτι ακόμα καλύτερο».
«Δίπλα στο στάβλο έχω πολλά ξύλα. Θέλω να τα πάρεις και να μου φτιάξεις ένα φράχτη τρία μέτρα ψηλό. Δεν θέλω να βλέπω ούτε το σπίτι του αλλά ούτε και το πρόσωπο του πια».
«Νομίζω ότι κατάλαβα τι θέλεις. Δείξε μου τα ξύλα, το πριόνι και τις πρόκες και θα σου φτιάξω αυτό ακριβώς που χρειάζεσαι».
Την επόμενη μέρα ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη. Πριν φύγει, ετοίμασε όλα όσα χρειάζονταν ο ξυλουργός και τον αποχαιρέτησε ικανοποιημένος για αυτό που θα αντίκριζε το βράδυ.
Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά όλη την ημέρα. Όταν με τη δύση του ηλίου ο μεγάλος αδερφός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε πια τελειώσει.
Τα μάτια του αγρότη μόλις αντίκρισε αυτό που έφτιαξε ο ξυλουργός άνοιξαν διάπλατα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
Ο ξυλουργός δεν είχε φτιάξει φράχτη.. Έφτιαξε γέφυρα. Μια γέφυρα που ξεκινούσε από το χωράφι του, πέρναγε πάνω από το αυλάκι και κατέληγε στο χωράφι του αδερφού του.
Την στιγμή που την κοίταζε αποσβολωμένος, είδε τον αδερφό του να πλησιάζει χαμογελαστός προς το μέρος του με τεντωμένα τα χέρια.
«Αδερφέ μου δεν ξέρω τι να πω. Μετά από όλα αυτά που είπα και όλα αυτά που σου έκανα, εσύ έφτιαξες μια γέφυρα», του φώναξε.
Τα δύο αδέλφια συναντήθηκαν στη μέση της γέφυρας και αγκαλιάστηκαν σφιχτά συγκινημένοι.
Όταν ο μεγάλος αδερφός γύρισε για να ευχαριστήσει τον ξυλουργό, τον είδε να μαζεύει τα πράγματα του.
«Όχι περίμενε», του φώναξε. «Θέλω να μου κάνεις και άλλες δουλειές».
«Θα ήθελα πολύ να μείνω», του απάντησε ο ξυλουργός. «Αλλά έχω πάρα πολλές ακόμη γέφυρες να φτιάξω».

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Η ΤΥΦΛΗ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ


Μια φορά κι έναν καιρό στην χώρα των μαχαραγιάδων με τα παλάτια και τους ψηλούς πύργους, ζούσε ένας βασιλιάς που είχε μια πεντάμορφη κόρη, αλλά δυστυχώς ήταν τυφλή.
Όταν γεννήθηκε η καλή της μοίρα για να απαλύνει τον πόνο του Βασιλιά και της Βασίλισσας στάθηκε πάνω από την κούνια της νεογέννητης πριγκίπισσας και με δυνατή φωνή είπε:
«Δεν μπορώ ν’αλλάξω τα δώρα του Θεού, έχω όμως την δύναμη και το δικαίωμα να μοιράνω το μωρό, γι'αυτό λέω, ότι θα παραμείνει τυφλή η πριγκίπισσα αλλά μέχρι τα είκοσι χρόνια της. Τότε ένα παράξενο και συγκλονιστικό γεγονός θα της επαναφέρει το φως, στα όμορφα γαλάζια της μάτια».
Αυτά είπε η μοίρα και ανοίγοντας τα χέρια σαν φτερά, χάθηκε μέσα σε ένα δυνατό φως.
Όλοι οι παρευρισκόμενοι κοίταζαν περίεργα κι απορημένα γύρω τους, μέχρι που η δυνατή αλλά και χαρούμενη φωνή του βασιλιά του έφερε στην πραγματικότητα.
«Δόξα το Θεό, θα δει το φως λαμπερού ήλιου στα είκοσί της χρόνια. Θα ξαναδεί! Θα ξαναδεί»!
Σε λίγο οι καλεσμένοι έφυγαν κι απόμεινα μονάχοι. Η βασίλισσα πήρε το μωρό στην αγκαλιά της κι άρχισε να του τραγουδά:

Γλυκιά μικρή πριγκίπισσα
Καμάρι των γονιών σου
Θα λουλουδίζει η στράτα σου
Ως νάρθει και το φως σου. 

Σαν πέρασαν μερικοί μήνες αποφάσισαν οι γονείς της να την βαφτίσουν. Την ονόμασαν Ζάρα. Έτσι η μικρή πριγκίπισσα μεγάλωνε με την φροντίδα των γονιών της και της πιστής παραμάνας της. Μια μέρα πήρε η παραμάνα την μικρή Ζάρα να κάνουν βόλτα στο διπλανό δάσος.
Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά τους ένα πανέμορφο ελάφι που μόλις τους είδε φοβήθηκε και έφυγε τρέχοντας σε κάποιο παράξενο μονοπάτι. Η μικρή Ζάρα από την λαχτάρα της να το ακολουθήσει ξέφυγε από τα χέρια της παραμάνας της κι έτρεξε να βρει το ελάφι. Η μικρούλα έτρεχε κι έτρεχε και χωρίς να το καταλάβει χάθηκε μέσα στο δάσος.
Η καημένη η παραμάνα έκατσε σε μια πέτρα κι άρχισε να κλαίει για το κακό που την βρήκε. Τι θα έλεγε στον βασιλιά και στην βασίλισσα;
Τότε άκουσε πίσω της μια φωνή. Γύρισε και είδε μια χελώνα που μίλαγε με ανθρώπινη φωνή.
- Καταλαβαίνω τον καημό σου, είπε η χελώνα, μα η πριγκίπισσα θα μείνει στο δάσος, διότι έτσι είναι το γραπτό της, έως τα 20 της χρόνια που θα ξαναδεί το φως της.
- Μα, πως έβλεπε κι έτρεχε; ρώτησε η παραμάνα με απορία.
- Το ελάφι που παρουσιάστηκε μπροστά σας είμαι ο μαγεμένος πρίγκιπας του κόκκινου βουνού. Εκείνος λοιπόν της ‘έδειχνε τον δρόμο, έως ότου έφτασε στο παράξενο μονοπάτι που έχει την φωλιά του. Θα κάτσει λοιπόν μαζί του τα υπόλοιπα χρόνια της μέχρι να γίνει 20 χρονών. Γύρισε λοιπόν πίσω και πες στον βασιλιά τα μαντάτα για να μην ανησυχεί.
Τι να κάνει λοιπόν η παραμάνα, γύρισε πίσω λυπημένη στο παλάτι. Εξήγησε τα νέα στους γονείς της μικρής Ζάρας. Εκείνοι απελπισμένοι, αλλά πονετικοί άνθρωποι, συγχώρεσαν την πιστή παραμάνα που άθελά της έγινε η αιτία για το κακό και διέταξαν τους στρατιώτες να ψάξουν σ’όλο το δάσος μήπως έβρισκαν την πριγκίπισσα. Δυστυχώς γύρισαν άπρακτοι. Έτσι το πήραν απόφαση οι γονείς της παρακαλώντας τον Θεό να την έχει καλά. Τώρα στο δάσος η μικρή Ζάρα σαν αντάμωσε με το ελάφι, έγιναν αχώριστοι φίλοι. Τι κρίμα όμως δεν έβλεπε, που το ελάφι ήταν πανέμορφο και τα δύο μεγάλα καστανά ματιά του έτρεχαν δάκρυα, που τα δικά της, της είχαν στερήσει το φως του Ήλιου, τα αστέρια του ουρανού, το χρώμα των λουλουδιών και το γαλάζιο της θάλασσας.
Μια μέρα η Ζάρα καβάλησε το ελάφι και κείνο τρέχοντας καμαρωτά έφτασαν σ’ένα κάστρο στο βάθος του δάσους, όπου δεν μπορούσε να το βρει κανείς παρά μονάχα το ελάφι. Σαν έφτασαν κατέβηκε η Ζάρα και κρατώντας το ελάφι από την ουρά ανέβηκαν τα σκαλοπάτια μπήκαν στο κάστρο εκείνο με ανθρώπινη φωνή, την οδηγούσε, ώσπου έφτασαν σ’ένα δωμάτιο τόσο μεγάλο, που η φωνή τους έκανε αντίλαλο.
Στην μέση του δωματίου υπήρχε ένα μαρμάρινο συντριβάνι, αλλά ήταν τόσο βαθύ, που μόνο ένα χέρι μπορούσε να πιάσει το διαμάντι μες τα ρουμπίνια στο βυθό του. Και το χέρι αυτό το είχε ορίσει η μάγισσα που είχε μαγέψει το ελάφι. Καταλαβαίνετε λοιπόν πως το χέρι αυτό ήταν της πριγκίπισσας.
- Τι είναι εδώ; Ρώτησε η Ζάρα.
Το ελάφι τότε άρχισε να της εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια τι έπρεπε να κάνει, διότι σε τρεις μέρες θα είχε τα γενέθλιά της. Θα γινόταν 20 χρονών.
Της είπε λοιπόν ότι το διαμάντι με τα ρουμπίνια πρέπει να το πιάσει μόνη της. Να το ακουμπήσει στα μάτια της τρεις φορές και τότε θ’αρχίσει να χιονίζει. Τότε θα πρέπει να πάει έξω στην αυλή και πιάνοντας το χιόνι να πει:

« Κυρά του Χιονιού
το χιόνι το λευκό
στα μάτια μου να δω.
Για το ελάφι το πιστό,
Το μαγεμένο το νερό
Να ψάξω νάβρω να το πω
Να ξαναγίνει βασιλιάς
Και μες το θρόνο της καρδιάς
Εμένα θε να βάλει.

Και το διαμάντι που κρατώ,
Για πέστου σε παρακαλώ
Το φως μου να μου δώσει
Να βλέπω όλη μας τη γη
Τα αστέρια και την δροσερή πηγή».

Κι έτσι έκανε η πριγκίπισσα και μόλις τέλειωσε και τα τελευταία λόγια ένας μεγάλος ανεμοστρόβιλος σήκωσε όλο το χιόνι, και από μέσα βγήκε η κυρά του Χιονιού κρατώντας το χρυσό της ραβδάκι και ένα κουβάρι από μαλλί. Στάθηκε μπροστά στην τυφλή πριγκίπισσα και της είπε:
- Είμαι η κυρά του Χιονιού. ¶άκουσα που με φώναξες και ήλθα να σε βοηθήσω. Πρώτα να σου ευχηθώ χρόνια πολλά και να τα εκατοστίσεις που κλείνεις σήμερα τα είκοσί σου χρόνια, και στη συνέχεια πάρε το διαμάντι και κάνε όπως σου είπε το ελάφι.
Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούστηκε. Τα τζάμια έτριζαν, αστραπές γέμισαν τον ουρανό, το διαμάντι έσπασε, μια μεγάλη φωτιά βγήκε μέσα από το τζάκι και η μικρή Ζάρα φοβισμένη κρατούσε το κεφαλάκι της πεσμένη στο πάτωμα.
Η κυρά του Χιονιού ταυτόχρονα άγγιζε με το μαγικό της ραβδάκι τα ματάκια της, που άνοιξαν διάπλατα και κοιτούσαν με απορία και με λαχτάρα όσα συνέβαιναν γύρω της.
Σαν είδε την κυρά του Χιονιού την ευχαρίστησε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της. Εκείνη τότε της έδωσε το κουβάρι από μαλλί και της είπε.
- Βγες από το κάστρο κι άρχισε να ξετυλίγεις το κουβάρι. Ακολούθησέ το και όπου σταματήσει μπες μέσα. Εκεί θα βρεις την πηγή με το μαγεμένο νερό. Σκύψε να πιεις. Και περίμενε να δεις τι θα γίνει.
Πράγματι η Ζάρα ακολούθησε το κουβάρι κι εκείνο σταμάτησε σε μια πέτρινη σπηλιά. Η Ζάρα βρήκε την πηγή και ήπιε από το μαγεμένο νερό. Τότε μέσα στο νερό της πηγής είδε να αντιφεγγίζεται το πρόσωπο ενός Βασιλιά.
- Θεέ μου! ξεφώνισε με λαχτάρα.
Γύρισε τότε τα γαλάζια ματάκια της, είδε τον βασιλιά, ο οποίος την αγκάλιασε και την φίλησε λέγοντας.
- Σ’ευχαριστώ για ότι έκανες, αλλά μονάχα εσύ ήταν γραπτό να το κάνεις όλο αυτό. Έλυσες τα μάγια που με είχαν κάνει ελάφι. Και νάμαι τώρα ολοζώντανος μπροστά σου, να πάμε μαζί στους γονείς μας να αναγγείλουμε τα ευχάριστα.
Εκείνη την ώρα ερχόταν και η κυρά του χιονιού όπου τους έφερνε την άμαξα με τα άσπρα άλογα. Αφού την ευχαρίστησαν ανέβηκαν και ξεκίνησαν για το παλάτι όταν ξανά ένας ανεμοστρόβιλος από χιόνι πήρε την κυρά του χιονιού και εξαφανίστηκε.
Καταλαβαίνετε τι μεγάλες γιορτές έγιναν στα παλάτια του βασιλιά και της όμορφης Ζάρας. Κράτησαν μέρες οι χοροί και τα τραγούδια, δάκρυζαν και γελούσαν οι γονείς τους, φιλούσαν τα παιδιά τους για την ευτυχία τους.
Και περίμενα και εγγονάκια από το βασιλικό τους γάμο.
Τι ευτυχία λοιπόν! Όλα τέλειωσαν όμορφα κι ωραία αφού αυτοί έζησαν καλά μα εμείς ζούμε καλύτερα.

Γιαγιάκα Αννα

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ, Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ

 

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολιτεία υπήρχε ένα κόκκινο βουνό που στους πρόποδές του φύτρωναν πολλές ανεμώνες. Γι’ αυτές τις ανεμώνες κυκλοφορούσε μια φήμη. Αν κάποιος τις έκοβε και τις έβαζε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό και μετά από πέντε μέρες το έπινε, τότε θα αποκτούσε τόση μεγάλη δύναμη, που θα μπορούσε μέσα σε δέκα μέρες να κτίσει ένα παλάτι που όμοιό του δεν θα είχε ξαναγίνει.
Κοντά σε αυτό το βουνό υπήρχε ένα σπιτάκι. Το σπιτάκι του Νικόλα όπου ζούσε με τη μαμά του. Η μαμά του Νικόλα ήθελε οπωσδήποτε ο γιος της να αποκτήσει αυτή την μεγάλη δύναμη.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Νικόλας γινόταν ένα όμορφο παλικάρι και μια μέρα η μητέρα του, η κυρά Φανή, τον κάλεσε και του είπε για την φήμη που κυκλοφορούσε με τις ανεμώνες. Τον ρώτησε λοιπόν:
-Θέλεις, γιε μου, να αποκτήσεις την δύναμη αυτή ώστε να κτίσεις το παλάτι;
-Αχ μάνα! Τόσοι και τόσοι τόλμησαν έως σήμερα μα κανείς μέχρι σήμερα δεν το κατόρθωσε. Λες να είμαι εγώ ο τυχερός;
-Φυσικά και θα είσαι ! φώναξε η κυρά Φανή χαρούμενη. Έλα μαζί μου, του είπε.
Η κυρά Φανή προχώρησε στο μεγάλο ερμάρι, άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε από μέσα μια πεταλούδα κι ένα ψαράκι βαλσαμωμένα.
-Τι είναι αυτά μάνα; Ρώτησε έκπληκτος ο Νικόλας.
-Η μεγάλη σου τύχη, γιόκα μου. ξεφώνησε ταραγμένη η κυρά Φανή. Μου τα χάρισε η καλή Μαλιντούσα με την υπόσχεση να σου τα φανερώσω μόνο σαν κλείσεις τα είκοσί σου χρόνια.
Ο Νικόλας άκουγε απορημένος την μάνα του και περιεργαζόταν στα χέρια του την πεταλούδα και το ψαράκι. Ξαφνικά εκείνα ζωντάνεψαν και μίλησαν με ανθρώπινη φωνή και είπαν:
-Νικόλα από σήμερα είμαστε στις διαταγές σου, αλλά εμένα την πεταλουδίτσα άσε με να πάω πίσω στα λουλουδάκια και το ψαράκι ρίξε το μέσα στη λιμνούλα με τα νούφαρα.
Πράγματι ο Νικόλας έκανε αυτό που του είπαν η πεταλούδα και το ψαράκι. Η πεταλούδα πετούσε όλη μέρα και μάζευε σπόρους τους οποίους τους κολλούσε έναν έναν με το σάλιο της ώσπου έφτιαξε μια τεράστια εντυπωσιακή μπάλα. Αυτή την μπάλα την έδωσε στον Νικόλα και του είπε ότι μέσα σε αυτήν την μπάλα κρύβονται χιλιάδες σπόροι μαγεμένοι που όταν την ανοίξει θα γίνουν χιλιάδες εργάτες που θα του κτίσουν το παλάτι. Ο Νικόλας πήρε την μπάλα, ευχαρίστησε την πεταλούδα και την φύλαξε σε ένα στρογγυλό καλαθάκι.
Τώρα το ψαράκι μέσα στη θάλασσα μάζευε βότσαλα, άμμο και νερό και τα ‘έριχνε μέσα σε μια μαγεμένη βαρκούλα και όταν κάποια μέρα την γέμισε, την πήγε στον Νικόλα και του είπε ότι όταν οι χιλιάδες εργάτες αρχίζουν να κτίζουν το παλάτι όλα αυτά θα γίνουν πέτρες, χώμα και νερό που θα χρησιμοποιήσουν για το κτίσιμο.
- Μια στιγμή σε παρακαλώ, φώναξε στο ψαράκι ο Νικόλας. Σας ευχαριστώ για το καλό που μου κάνετε, όμως πως θα τολμήσω να κόψω την ανεμώνη για να αποκτήσω τη δύναμη ώστε μετά να κτίσω το παλάτι;
- Και γι’ αυτό έχουμε προνοήσει, του απάντησε το ψαράκι. Έλα αύριο το πρωί, όταν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό, στην ρίζα της βελανιδιάς που είναι κοντά στο ξέφωτο του δάσους. Κόψε το μοναδικό βελανίδι, ύστερα πέταξέ το στη λιμνούλα και θα δεις.
Ο Νικόλας έκανε όπως του είπε το ψαράκι το οποίο μονομιάς έσπασε με τα δόντια του το βελανίδι και η πεταλούδα από πάνω τράβηξε ένα μεγάλο καλάμι με μια πολύ μακριά πετονιά. Τα έδωσαν στον Νικόλα, ο οποίος με τη σειρά του έκοψε την ανεμώνη διότι η πετονιά στη άκρη της είχε αντί για αγκίστρι ένα κοφτερό μαχαίρι. Έβαλε την ανεμώνη στο ποτήρι με το νερό, ήπιε το νερό που ήταν μαγεμένο, απόκτησε την δύναμη και με την βοήθεια που του είχαν δώσει η πεταλούδα και το ψαράκι έκτισε το παλάτι.
Εκείνη τη στιγμή στην μέση του Θρόνου ένας Βασιλιάς με φανταχτερά ρούχα χαμογελούσε στον Νικόλα, ο οποίος γονάτισε και προσκύνησε στον Βασιλιά. Δεν πρόλαβε να σηκωθεί και δεκάδες στρατιώτες είχαν παραταχθεί δίπλα του, με χρυσοκέντητες στολές και ασπίδες στα χέρια. Τότε ο βασιλιάς πλησίασε τον Νικόλα, του έπιασε τρυφερά το χέρι και του είπε:
-Από σήμερα σε ανακηρύσσω γιο μου, διότι έλυσες τα μάγια που είχαν εξαφανίσει το παλάτι μου και τα παιδιά μου.
-Τα παιδιά σου; Ρώτησε με απορία ο Νικόλας.
-Βεβαίως παιδί μου. Να κοίτα πίσω σου.
Ο Νικόλας γύρισε το κεφάλι του και είδε έναν πρίγκιπα και μια πριγκίπισσα να έχουν απλωμένα τα χέρια για να τον σφίξουν στην αγκαλιά τους. Δίπλα τους είχαν πέσει τα φτερά της πεταλούδας και τα λέπια με το δέρμα από το ψαράκι.
Τάχασε ο καλός και τυχερός Νικόλας και κοιτούσε με έκπληξη όλα όσα συνέβαιναν γύρω του.
Τότε ο βασιλιάς με τα πριγκιπόπουλα άρχισαν να του εξηγούν την ιστορία της κακιάς μάγισσας , και τον λόγο που είχε χαθεί το παλάτι.
-Ευτυχώς που ο Θεός πάντα ευλογεί το καλό, γι’ αυτό την κατάλληλη στιγμή έστειλε την καλή μάγισσα Μαλιντούσα. Πήρε τα δύο παιδιά και τα έκανε πεταλούδα το ένα και ψαράκι το άλλο. Έκανε, ευτυχώς τα δικά της ξόρκια, τα εμπιστεύτηκε στη μητέρα σου, την κυρά Φανή, και περιμέναμε όλοι να μεγαλώσεις για να λύσεις τα μάγια. Νάμαστε λοιπόν όλοι μαζεμένοι και ευτυχισμένοι.
Τα παιδιά πήραν από ένα χρυσό άλογο διότι ήθελαν να γνωρίσουν τον κόσμο. Πίσω τους άφησαν τον βασιλιά και την κυρά Φανή, οι οποίοι κάθονται στους μεγάλους κήπους του παλατιού και λένε ιστορίες περιμένοντας να γυρίσουν πίσω τα παιδιά τους να τα παντρέψουν.
Έμαθα πως ζούνε όλοι ευτυχισμένοι και είναι όλοι καλά, μα εμείς ζούμε ακόμα καλύτερα.

Γιαγιάκα Άννα

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΦΛΟΓΕΡΑ

   

Η μαγεμένη φλογέρα
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που τα παραμύθια κρατούσαν συντροφιά στα παιδάκια τα βράδια του χειμώνα, ένας βοσκός με την φλογέρα του έπαιζε μελωδικούς σκοπούς κι έτσι μάζευε τα πρόβατα στα χειμαδιά, όμως αυτή η φλογέρα δεν ήταν σας τις άλλες. Πέρναγε στη μελωδία τον κορυδαλλό και τ'αηδόνια, που μαγεμένα κούρνιαζαν στις φυλλωσιές να την ακούνε. Όλοι οι άνθρωποι του χωριού κάθε βράδυ μαζευόντουσαν στην πλατεία ν’ακούσουν τον αντίλαλό της διότι, έλεγαν, πως έστελνε μηνύματα, αλλά διαφορετικά στον καθένα.
Μια χειμωνιάτικη βραδιά με τσουχτερό κρύο κατέβηκε στο χωριό μια αλεπού να κλέψει κότες για να φάει διότι πεινούσε αρκετά. άκουσε την μελωδία της φλογέρας, ζαλίστηκε και έπεσε να κοιμηθεί. Πρωί πρωί, χαράματα, σηκώθηκε παίρνοντας τον δρόμο για την φωλιά της. Πριν φτάσει βλέπει κάτω από ένα δέντρο τον βοσκό με την φλογέρα. Τον πλησίασε και του είπε:
-Εχτές το βράδυ ο αντίλαλος της φλογέρας σου μου έστειλε ένα μήνυμα. Θέλεις να το μάθεις;
-Μετά χαράς, απάντησε εκείνος που σαστισμένος άκουσε την αλεπού να μιλά με ανθρώπινη φωνή.
- Η φλογέρα σου είναι μαγεμένη, είσαι τυχερός που την κρατάς στα χέρια σου, μα πρόσεχε ένα παράξενο αηδόνι με χρυσά φτερά και κόκκινο λοφίο στο κεφάλι, θα έρθει να κάτσει πάνω στη φλογέρα και θ’αρχίσει να τραγουδά τόσο όμορφα, που όμοιά του δεν θα έχεις ξανακούσει να τραγουδούν. Αυτό τ’ αηδόνι είναι η χρυσομαλλούσα του Βορρά, και κάποιος κακός Νάνος τη ζήλεψε για την ομορφιά της και την γλυκειά της φωνή και αποφάσισε να την μεταμορφώσει σε παράξενο αηδόνι, ώστε ποτέ κανείς να μην το κάνει παρέα. Όμως οι άνθρωποι του Βορρά αγαπούσαν την Χρυσομαλλούσα γι’αυτό φώναξαν το καλό πνεύμα της αγάπης και την συμπόνιας ζητώντας του να βρει μια λύση. Εκείνο τότε τους απάντησε πως το θαύμα θα το κάνει μια μαγεμένη φλογέρα όπου άθελά του κρατά ένα βοσκόπουλο και θα το καταλάβουν διότι αυτή η φλογέρα με τον αντίλαλό της στέλνει διάφορα μηνύματα στους ανθρώπους και στο ζωικό βασίλειο. Αυτό το αηδόνι λοιπόν κράτησέ το και μην το διώξεις και θα γίνει δάσκαλός σου ώστε να μάθει για σένα να τραγουδάς.
Αυτά είπε η αλεπού, άνοιξε την σακούλα με τις κότες κι έβγαλε από μέσα ένα φτερό, το έδωσε στον βοσκό λέγοντάς του:
«Στην ανάγκη σαν βρεθείς, το φτερό κάψε και θα δεις».
Χαιρέτησε τον βοσκό και τρέχοντας κρύφτηκε στην φωλιά της. Σε λίγους μήνες που ήλθε ξ άνοιξη , γέμισε το βουνό αηδόνια και λογής-λογής πουλιά με χιλιάδες χρώματα, περιτριγύριζαν τον βοσκό με την μαγεμένη φλογέρα. Μια μέρα ο βοσκός καθισμένος κάτω από μια ροδιά άρχιζε να παίζει τους μελωδικούς σκοπούς και ξαφνικά το παράξενο αηδόνι ήλθε και κάθισε πάνω στην φλογέρα αρχίζοντας ένα τραγούδι που μονομιάς στο βουνό τα πουλιά σώπασαν, ακούγοντας τον παράξενο τραγουδιστή. Αυτό γινόταν πολλές μέρες, έτσι ώστε έγινε ο δάσκαλος στο βοσκόπουλο, το αγάπησε κι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Μια νύχτα με φεγγάρι το βοσκόπουλο έπεσε να κοιμηθεί.
Προς μεγάλη του έκπληξη βλέπει την χρυσομαλλούσα να βγαίνει πίσω από τα πυκνά σχοίνα και να γλιστρά δίπλα στην γαλάζια λίμνη να πάρει το μπάνιο της.
Όνειρο βλέπω ή αληθινά συμβαίνουν όλα αυτά; Μονολογούσε το βοσκόπουλο. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι γίνεται, ένα δυνατό φτερούγισμα ακούστηκε και η χρυσομαλλούσα που είδε ξανάγινε αηδόνι. Το βοσκόπουλο έπεσε σε συλλογισμό για να βρει με τι τρόπο θα ξαναγινόταν άνθρωπος ο αγαπημένος και παράξενος φίλος του. Τότε θυμήθηκε το φτερό της αλεπούς. Το έκαψε κι αμέσως ένα άσπρο σύννεφο την έφερε κοντά του.
- Με ζήτησες φίλε μου;
Εκείνος εξήγησε τα όσα είχε δει παρακαλώντας της συγχρόνως να τον βοηθήσει ώστε να λυθούν τα μάγια του κακού Νάνου και η χρυσομαλλούσα μα ξαναγίνει άνθρωπος. Του έκανε νόημα να κάτσει και πήρε στα χέρια της την φλογέρα και του είπε:
- Για να λυθούν τα μάγια πρέπει να παίξω την φλογέρα για α ακούσεις εσύ το μήνυμα που θα σου στείλει κι έτσι να κάνεις ότι ακούσεις! Πρόσεχε όμως! Το μήνυμα δεν θα το πεις πουθενά. Σε κανέναν, θα το κρατήσεις για τον εαυτό σου. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι ,απάντησε το βοσκόπουλο.
Πράγματι η αλεπού ‘έπαιξε την φλογέρα κι έστειλε το μήνυμα στον βοσκό. Εκείνος το κράτησε μυστικό, ευχαρίστησε την αλεπού πήρε την φλογέρα του και ξεκίνησε να εκτελέσει το μήνυμα για να λυθούν τα μάγια. Έφτασε σε ένα πηγάδι κατέβηκε κάτω και βρήκε ένα χρυσό φτερό όμοιο σαν του αηδονιού, το πήρε και είπε:
«Γίνε σκάλα να ανεβώ όμορφο χρυσό φτερό και τα μάγια να σου λύσω την καλή μου να φιλήσω».
Αμέσως έγινε μια σκάλα, ανέβηκε ο βοσκός καίμε το χρυσό φτερό πήγε στην φωλιά της αλεπούς. Εκείνη μόλις τον είδε χαμογέλασε ευτυχισμένα, διότι έβλεπε ότι βρισκότανε σε καλό δρόμο, πήρε λοιπόν και την αλεπού μαζί του και αρχίζοντας να παίζει την μαγεμένη φλογέρα εκείνη τους πέταξε ψηλά στον ουρανό αρχίζοντας ένα μακρινό ταξίδι που τους έβγαλε στο Βορρά όπου ήταν το κάστρο της καλής μάγισσας Μαλιντούσας. Ζήτησαν την βοήθειά της και τότε εκείνη ξεπουπούλιασε το χρυσόφτερό, έπλεξε σε μια νύχτα την αραχνοΰφαντη μαντίλα με τα πούπουλα, την έδωσε στο βοσκό για να την φορέσει στο κεφάλι του αηδονιού, πήρε την φλογέρα, έπαιξε μια μουσική, έστειλε το μήνυμα στον κακό νάνο, εκείνος φοβήθηκε με αυτά που άκουσε και χάθηκε από το πρόσωπο της γης. Έτσι, ο βοσκός επέστρεψε στο βουνό που περίμενε το παράξενο αηδόνι, του έριξε την αραχνοΰφαντη μαντίλα στο κεφάλι, έπαιξε το κατάλληλο κομμάτι για την μελωδία της ευτυχίας και τότε ένα βουητό από χιλιάδες μελωδίες αηδονιών σκέπασαν την πλάση. Ένα δυνατό φως απλώθηκε και από μέσα ξεπρόβαλε η Χρυσομαλλούσα, χαμογελαστή. Τα μάγια είχαν λυθεί.
Εκείνη τη στιγμή παίρνει στα χέρια της την μαγεμένη φλογέρα, άρχισε να παίζει και με μάτια όλο απορία ο βοσκός έβλεπε την αλεπού να μεταμορφώνεται σ’ ένα πανέμορφο παλικάρι. Ήταν ο αδελφός της Χρυσομαλλούσας που και αυτόν τον είχε φτιάξει αλεπού ο κακός νάνος, επειδή τον παρακάλεσε να μην κάνει κακό στην αδελφή του . έτσι λοιπόν η μαγεμένη φλογέρα τους έκανε όλους ευτυχισμένους.
Ο βοσκός παντρεύτηκε την χρυσομαλλούσα , έφτιαξαν δικό τους σπίτι στο βουνό και με συντροφιά τον κορυδαλλό και τα αηδόνια τραγουδούσαν κάθε βράδυ την ομορφότερη μελωδία της ευτυχία, την αγάπη την δική τους και του βουνού που κατοικούσαν.
Από τότε ζούνε καλά, μα εμείς όλοι ακόμα καλύτερα

Γιαγιάκα Άννα

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Η ΧΡΥΣΗ ΜΗΛΙΑ

 

Μια φορά κι ένα καιρό στο κέντρο του μεγάλου Δάσους βρισκόταν το φτωχικό σπιτάκι του ξυλοκόπου, όπου ζούσε με τις τρεις κόρες του. Φτωχοί αλλά αγαπημένοι έκαναν ότι μπορούσαν για να ζήσουν. Πριν πολλά χρόνια ο ξυλοκόπος είχε μείνει δίχως την καλή του γυναίκα γι’ αυτό φρόντιζε τα τρία του κορίτσια να περνάνε καλά. Μια μέρα οι τρεις αδελφούλες καθώς μάζευαν βατόμουρα, δίπλα στις φυλλωσιές βρήκαν ένα περιστέρι με πληγωμένες τις φτερούγες του. Η πιο μεγάλη που την έλεγαν Μυρτώ, έσκυψε το έπιασε στη αγκαλιά της και μαζί με τις αδελφές της γύρισαν στο σπιτάκι του Δάσους. Εκεί περιποιήθηκαν τις πληγές, το περιστέρι γρήγορα έγινε καλά, το τάιζαν κι από τότε έμενε μαζί τους.
Ένα πρωινό που οι τρεις αδελφές είχαν καθίσει στην αυλή να πλέξουν, ακούνε τα φτερουγίσματα του περιστεριού, σήκωσαν τα κεφάλια και τι να δουν! Το περιστέρι στο ράμφος του κρατούσε ένα χρυσό μήλο. Η Μυρτώ σηκώθηκε πλησίασε το πουλάκι, άνοιξε την αγκαλιά της και εκείνο έριξε το μήλο μέσα. Σε λίγο νάτο πάλι μ’ ένα χρυσό μήλο για την άλλη αδελφούλα την Φιλίτσα κι έπειτα άλλο ένα για την τρίτη που την έλεγαν Θάλεια. Τα τρία κορίτσια πήραν στα χέρια τα χρυσά μήλα κοίταξαν μ’ απορία το περιστέρι, το χάιδεψαν, το φίλησαν και τότε εκείνο με ανθρώπινη φωνή είπε: «Καλές πονετικές μου αδελφούλες, τα χρυσά μήλα να φάτε και πείτε τρεις ευχούλες».
Πράγματι έφαγαν τα μήλα και είπαν τρεις ευχούλες. Η Μυρτώ παρακάλεσε να έχουν υγεία και η τρίτη, η Θάλεια, παρακάλεσε να φανερωθεί ποιος κρύβεται στο περιστέρι με την ανθρώπινη φωνή. Μονομιάς οι ευχές πραγματοποιήθηκαν και στην θέση του πουλιού παρουσιάστηκε μια νεράιδα με ολόξανθα μαλλιά, όπου στα χέρια της κρατούσε ένα ασημένιο ραβδί τυλιγμένο με τρεις κόκκινες κορδέλες πλησίασε τα κορίτσια. Εκείνα φοβισμένα δεν πίστευαν στα μάτια τους και κάπως διστακτικά ρώτησαν, τι συμβαίνει. Η νεράιδα, τότε, σήκωσε το ραβδί της, έβγαλε τις κορδέλες, και της έδωσε στις αδελφούλες λέγοντας:
 - Να πάτε να της φυτέψετε στην αυλή και τότε θα δείτε τι πρόκειται να γίνει. Τα κοριτσάκια υπάκουσαν, μα τι να δουν! Από την μια κορδέλα φύτρωσε μια χρυσή μηλιά. Από τη δεύτερη κορδέλα φύτρωσε ένα όμορφο σπίτι και από την τρίτη κορδέλα φύτρωσε ένας μεγάλος κάμπος. Τα κοριτσάκια τρελά από χαρά ευχαρίστησαν την καλή νεράιδα κι εκείνη πριν φύγει τους είπε: 
- Με δάκρυα χαράς ή λύπης θα είμαι πάντα κοντά σας. Ύστερα ένα λευκό σύννεφο την πήρε στην αγκαλιά του και χάθηκαν στο βάθος του Ορίζοντα. Σας ήλθε ο πατέρας τους ο γερο-ξυλοκόπος, σάστισε με όσα είδε και τότε οι αγαπημένες κόρες του, του διηγήθηκαν ότι είχε συμβεί. Εκείνος έκανε τον σταυρό του κι ευχαρίστησε τον Θεό για τα καλά που γέμισε το σπιτικό του. Από τότε, κάθε μέρα η χρυσή μηλιά έκανε τρία χρυσά μήλα, τα μάζευαν κι ύστερα τα πουλούσαν στην αγορά. Με αυτόν τον τρόπο έγιναν πολύ πλούσιοι. Όλοι τριγύρω στην αγορά άρχισαν να υποψιάζονται πως κάτι περίεργο συμβαίνει και πως κάτι έκρυβαν. Γι’ αυτό συνεννοήθηκαν κι ένας από αυτούς πήρε στο κατόπι τον ξυλοκόπο με τις κόρες του. Σαν έφτασε και αντίκρισε όλα τα παράξενα, δεν πίστευε στα μάτια του ο χωρικός. Έτρεξε αμέσως πίσω στους υπόλοιπους να μαρτυρήσει τα μαντάτα και όλοι μαζί επέστρεψαν για να δουν και να πιστέψουν. Αμέσως τότε έτρεξαν στη χρυσή μηλιά, κάθισαν από κάτω και περίμεναν να βγουν τα μήλα να τα κλέψουν. Όμως η μηλιά, σαν έβγαλε τα χρυσά μήλα, κι αυτοί άπλωσαν τα χέρια τους να τα κόψουν, εκείνη άρχιζε να ανεβαίνει τόσο ψηλά, μέχρι που άγγιξε τον ουρανό. Βγήκε τότε το συννεφάκι της Νεράιδας και η μηλιά είπε στο συννεφάκι το μυστικό. Εκείνο τότε κάλεσε τους φίλους του, τα υπόλοιπα συννεφάκια άρχισαν να ρίχνουν όσο νερό είχαν μαζέψει. Μόλις άρχισαν οι χωρικοί να βρέχονται, το έβαλαν στα πόδια. Το νερό ήταν τόσο πολύ που στο τέλος έφυγαν κολυμπώντας! 
Από τότε το πάθημα τους έγινε μάθημα κι άφησαν τον συγχωριανό τους ήσυχο. Τα χρόνια πέρασαν, τα κορίτσια μεγάλωσαν, όταν κάποιο πρωινό που πήγαν να ψαρέψουν στο ποτάμι, άκουσαν μια φωνή να τραγουδά τόσο ,μελωδικά που σαν μαγεμένες στάθηκαν ν’ ακούσουν. Σε λίγο πλησίασαν και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τρία χρυσόψαρα με πρασινοκίτρινα λέπια καθισμένα σ’ ένα βράχο, έλεγαν τα μελωδικά τραγούδια. Τους έριξαν λίγο ψωμάκι. Εκείνα το έφαγαν και συνέχισαν το τραγούδι μέχρι που οι τρεις αδελφούλες δάκρυσαν. Τα δάκρυα έπεσαν πάνω στα χρυσόψαρα και μονομιάς εκείνα έγιναν τρία πανέμορφα βασιλόπουλα. 
Διηγήθηκαν την πονεμένη ιστορία τους για τα μάγια ενός κακού νάνου και πως μόνο σαν πέρναγαν τρεις αγαπημένες αδελφές και το μελωδικό τραγούδι τους της συγκινούσε και δάκρυζαν και πως αν τα δάκρυα έπεφταν πάνω στα χρυσόψαρα, μόνο τότε θα γινόταν το θαύμα, να λυθούν τα μάγια ώστε να πάρουν την ανθρώπινη μορφή τους. Στην μεγάλη αυτή χαρά παρουσιάστηκε και η καλή νεράιδα, συνόδεψε τις αδελφούλες με τα βασιλόπουλα στο σπίτι τους, είπαν τα καλά νέα στον πατέρα τους και σε λίγες μέρες έγιναν οι γάμοι με τιμές και δόξες.
Έζησαν με πλούτη και αγάπη στους πύργους των συζύγων τους, πάντα αγαπημένοι όλοι μαζί, με συντροφιά την Νεράιδα που της προστάτευε. Από τότε ζούνε αυτοί καλά μα εμείς ζούμε καλύτερα.

Γιαγιάκα Αννα

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΗΠΟΥ

     

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μεγάλο κήπο ακούστηκε μια φασαρία. Δυο μικρές φίλες η Θάλεια και η Πηνελόπη είχαν πάρει τα ψάθινα πανεράκια τους πηγαίνοντας να κόψουν διάφορα λουλούδια για τα βάζα. Ήθελαν να το στολίσουν διότι θα έκαναν γιορτή. Η Πηνελόπη είχε τα γενέθλιά της. Ξαφνικά πιάστηκαν από το χέρι, κοντοστάθηκαν, κοιτάχτηκαν μ’ απορία γι’ αυτό που άκουγαν.
- Δεν είναι δυνατόν, είπε η Θάλεια. Μαλώνουν τα τριαντάφυλλα.
- Πάμε κοντά, είπε και η Πηνελόπη, τραβώντας την μικρή της φίλη.
Σε λίγο έφτασαν στον καβγά, για το πιο τριαντάφυλλα. Είχανε στήσει ένα καβγά, για το πιο τριαντάφυλλο θα πήγαινε στη γιορτή. Τα δύο κοριτσάκια άπλωναν τα χέρια να χαϊδέψουν τα όμορφα λουλούδια, λέγοντάς τους, ότι όλα θα ρθουν στο πάρτι των γενεθλίων της Πηνελόπης. Εκείνα τότε καμαρωτά-καμαρωτά ίσιωσαν το κορμάκι τους, ανοιγόκλεισαν τα χρωματιστά πέταλα και φραπ, μπήκαν στα ψάθινα πανεράκια των κοριτσιών. Τι χαρά έκαναν! ¶άρχισαν το τραγούδι μαζί με τα άλλα λουλούδια που έκοψαν η Θάλεια και η Πηνελόπη. Μια ορτανσία βογκούσε η καψερή, την είχαν καταπλακώσει κάτι γιασεμιά και δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει, ούτε να τραγουδήσει.
- Βοήθεια! Φώναζε, μα κανείς δεν την άκουγε.
Ο ήχος από τα τραγούδια σκέπαζε την φωνούλα της. Ευτυχώς δίπλα της ήτανε ένα χρυσάνθεμο, έσπρωξε το γιασεμί, κι έτσι ελευθέρωσε την ορτανσία. Κάποια στιγμή οι μικρές φίλες έφτασαν στο σπίτι της Πηνελόπης, τοποθέτησαν τα λουλούδια στα βάζα, στόλισαν τα τραπέζια με πολύχρωμα παιχνίδια, χρυσές γιρλάντες και άναψαν χρωματιστά λαμπιόνια. Σε λίγες ώρες το πάρτυ θα άρχιζε. Πράγματι φωνούλες γέμισαν στα δωμάτια και άρχισαν οι μικροί μπόμπιρες τα παιχνίδια.
Μα ξαφνικά έγινε απόλυτη σιωπή.
Ένα μεγάλο κλωνί γιασεμιού γεμάτο από κατάλευκα μικρά λουλουδάκια, άπλωσε τα χέρια του κάνοντάς τους νόημα να ησυχάσουν. Εκείνα σώπασαν, κοιτάζοντας παράξενα το καταπράσινο κλωνάρι.
Τότε έγινε κάτι πολύ παραμυθένιο. Το μεγάλο γιασεμί τίναξε τα κλωνάρια του, άστραψε το δωμάτιο από φως, και στην κορυφή του παρουσιάστηκε το ανθρώπινο κεφαλάκι ενός μικρού αγοριού, όπου στα δύο χεράκια του κρατούσε μια κρυστάλλινη μπάλα που ήταν μαγεμένη. Πλησίασαν οι δυο φίλες, η Θάλεια και η Πηνελόπη, και τον ρώτησαν το όνομά του. Εκείνο τότε απάντησε πως το όνομά του είναι Γιασεμάκι του Χρυσού ήλιου, και πως τους πει μια γλυκιά ιστορία αγάπης ενός κήπου. Τα κοριτσάκια αναφώνησαν πως με χαρά θα της ακούσουν την ιστορία του.
Τότε το Γιασεμάκι έδωσε με δύναμη πέντε στροφές στην κρυστάλλινη μπάλα κι εκείνη άρχισε να γυρίζει. Μέσα από ένα γαλάζιο σύννεφο, είδανε έκπληκτοι το αγόρι να κάθεται σε ένα θρόνο γεμάτο από χρυσάφι και φως, αρχίζοντας συγχρόνως να διηγείται την όμορφη ιστορία.
«Μια φορά σ’έναν κήπο με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια τότε που υπήρχε αγάπη ανάμεσά τους, ένα γιασεμί και μια τριανταφυλλιά ερωτεύτηκαν πολύ. Κάθε μέρα τα πράσινα φυλλαράκια τους γέμιζαν τα κλαδάκια, σιγοψιθύριζαν την αγάπη τους, ανοιγόκλειναν τα πέταλά τους όταν τα άλλα λουλούδια του κήπου πήγαιναν να κοιμηθούν, εκείνα πιασμένα χέρι-χέρι, έκαναν ατέλειωτους περιπάτους κάτω από τα ασημένιο φως του φεγγαριού.
Τα χρόνια περνούσαν και το γιασεμί και η τριανταφυλλιά μεγάλωσαν. Ο κήπος γέμισε, ώσπου ο ιδιοκτήτης του κήπου, ο μπάρμπα Φάνης, κλάδεψε το γιασεμί, ξερίζωσε την τριανταφυλλιά και την μεταφύτεψε στον κήπο του εξοχικού του σπιτιού.
Ένα πρωινό που ο χρυσός ήλιος, ζέσταινε με τις ακτίνες του τον κήπο του μπάρμπα Φάνη, είδε την καμαρωτή φουντωμένη τριανταφυλλιά και θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την παντρεύτηκε. Τι κρίμα!
Η καημένη κάθε μέρα έκλαιγε , πότιζαν τα δάκρυα το χώμα παρακαλώντας να φυτρώσει γιασεμί, να το έχει παρηγοριά, μια και το αγαπημένο δικό της γιασεμί είχε πάρει απόφαση πως δεν θα το ξανάβλεπε. Το θαύμα όμως το έκανε και πάλι ο καλός μας Θεός. ¶άκουσε τα παρακάλια της άτυχης τριανταφυλλιάς και όπου πέφτανε τα δάκρυά της μαλάκωνε το χώμα και μια μέρα φύτρωσε ένα τόσο δα μικρό κλαράκι γιασεμιού. Από την χαρά της η τριανταφυλλιά άρχιζε να βγάζει χιλιάδες κλαδιά και τριαντάφυλλα ώσπου σκέπασε το γιασεμί κι ‘έτσι νόμισε πως θα έμενε μικρό και δεν θα μεγάλωνε. Όμως ο άντρας της ο Χρυσός Ήλιος έστελνε μέχρι εκεί τις ακτίνες του. Εκείνο μεγάλωσε, πέρασε την τριανταφυλλιά και ο μπάρμπα Φάνης το κλάδεψε. Ύστερα το ξερίζωσε και το πέταξε στο χωράφι με τα ξερόκλαδα. Η τριανταφυλλιά από την λύπη της αρρώστησε, μαράθηκε και πήγε στον Παράδεισο να ξεκουραστεί. Όμως ο καλός Θεός δεν άφησε το γιασεμίνα μαραθεί. Έστειλε τον Χρυσό Ήλιο και εκείνος το υιοθέτησε. Του έδωσε την μαγεμένη κρυστάλλινη μπάλα για να λέει παντοτινά την γλυκιά ιστορία αγάπης του κήπου που σημάδεψε την ζωή του. Ήξερε, βλέπετε, πως ήτανε το παιδάκι της τριανταφυλλιάς και του γιασεμιού.
Από τότε σε όλους τους κήπους, όπου ανθίζει ένα γιασεμί, δίπλα του φυτρώνει πάντα μια τριανταφυλλιά για να θυμίζει την αγάπη που κάποτε χάθηκε.
Αυτά είπε το μικρό αγόρι και μονομιάς η κρυστάλλινη μπάλα σταμάτησε και ξανάγινε κλωνάρι γιασεμιού με μικρά λευκά λουλουδάκια. Οι δύο μικρές φίλες , η Θάλεια και ή Πηνελόπη δάκρυσαν με την παρέα τους. Φύτεψαν το γιασεμί και εκείνο μέσα σε μια νύχτα θέριεψε και γέμισε μοσχοβολιά ο τόπος. Ξαφνικά τα λαμπιόνια έσβησαν. Η Πηνελόπη πήγε να τα ανάψει.
- Μπα! Είμαι στο κρεβατάκι μου, σιγοψιθύρισε. Τι καλά! Ήταν όλα ένα όνειρο. Ένα όμορφο γαλάζιο όνειρο. Σαν εκείνα τα όνειρα που θα λένε παντοτινά τα παραμύθια.

Γιαγιάκα Άννα

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΣΠΑΘΙ


Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν μέσα σε ένα μεγάλο κόκκινο κουτί δέκα μολυβένια στρατιωτάκια. Όλα, κρατούσαν από ένα σπαθί στον ώμο τους και μόνο το ένα από αυτά κρατούσε ένα ξύλινο.
Κοιτούσαν μπροστά και καμάρωναν περήφανα για την όμορφη στολή τους με τα κίτρινα σιρίτια.
- Τι όμορφα που είναι! Έλεγε και ξανάλεγε ο Νικόλας βάζοντας ένα- ένα τα μολυβένια στρατιωτάκια στη σειρά.
Τριγύρω υπήρχαν κι άλλα παιχνίδια μ μα το πιο ωραίο ήταν ένα χάρτινο παλάτι που είχε τριγύρω πρασινάδες, δέντρα και άσπρα άλογα. Στο κέντρο παλατιού υπήρχε ένας κρυστάλλινος καθρέπτης όπου αντιφέγγιζε μια ήσυχη λιμνούλα μέσα στην οποία κολυμπούσαν δέκα κατάλευκοι κύκνοι.
Το βράδυ, μόλις σήμαναν μεσάνυχτα, ο μολυβένιος στρατιώτης με το ξύλινο σπαθί άνοιξε το κουτί και πήγε κατευθείαν στο παλάτι. Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια και έφτασε μπροστά στον καθρέφτη κοιτάζοντας με απορία τους δέκα κύκνους. Κατέβασε το σπαθί του για να ξεκουραστεί και μονομιάς ο καθρέφτης χάθηκε και στη θέση των δέκα κύκνων παρουσιάστηκαν δέκα πανέμορφες βασιλοπούλες.
Τα έχασε ο μολυβένιος στρατιώτης, καθώς οι βασιλοπούλες τον πλησίασαν. Μια από αυτές του είπε:
- Γενναίε στρατιώτη, το ξύλινο σπαθί σου είναι μαγεμένο. Όταν το κρατάς στον ώμο σου γινόμαστε κύκνοι, μα όταν το κατεβάζεις γινόμαστε και πάλι άνθρωποι.
- Μα…τι πρέπει να κάνω; Ρώτησε ο στρατιώτης.
- Πρέπει να πάρεις αυτήν την βαρκούλα και να περάσεις απέναντι μέσα από την λιμνούλα. Μόλις φτάσεις στην αντίπερα όχθη, εκεί θα περιμένει ένας ζητιάνος. Δώσε του το ξύλινο σπαθί και μετά θα δεις εκεί τι θα γίνει.
Πράγματι, ο στρατιώτης μπήκε μέσα στην βαρκούλα, που χοροπήδαγε στα φουσκωμένα νερά της λίμνης και απέναντι συνάντησε τον ζητιάνο. Του έδωσε το σπαθί και με αυτό ο ζητιάνος άρχισε να κόβει την πρασινάδα και τα δέντρα. Όπου πέρναγε το ξύλινο σπαθί, γινότανε πολιτεία με κόσμο, γέφυρες και αυτοκίνητα. Η λιμνούλα χάθηκε και περπατώντας ο ζητιάνος έφτασε στο χάρτινο παλάτι. Τότε, δίνει μια…και χρατς, έσπασε τον καθρέφτη.
Το ξύλινο σπαθί πέταξε φωτιές. Ο τόπος γέμισε καπνούς και σιγά σιγά άρχισε να φαίνεται στη θέση του ζητιάνου ένας βασιλιάς. Τρέξανε κι οι βασιλοπούλες και τον αγκάλιασαν. Ήταν ο βασιλιάς πατέρας τους.
Η μεγαλύτερη από τις βασιλοπούλες έπιασε τον μολυβένιο στρατιώτη, τον φίλησε και αμέσως έγινε δυνατό φως. Ο στρατιώτης μεταμορφώθηκε σε βασιλόπουλο. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιπες εννέα βασιλοπούλες με τους άλλους μολυβένιους στρατιώτες. Μια φωτεινή ανταύγεια γέμισε το δωμάτιο, χαρούμενα πρόσωπα για την μεγάλη ευτυχία που λύθηκαν τα μάγια.
- Ε! Νικόλα ξύπνα, η ώρα πέρασε, φώναξε η μανούλα, πρέπει να ετοιμαστείς για το σχολείο.
- Πω! Πω! Τι όνειρο είδα; Τα μολυβένια στρατιωτάκια μου που είναι;
- Πάνω στο τραπέζι, απάντησε η μανούλα του
Ο Νικόλας ηρέμησε σαν είδε το κόκκινο κουτί με τα μολυβένια στρατιωτάκια, άνοιξε το κουτί και τα μέτρησε. Ήταν ακριβώς δέκα.

Γιαγιάκα Άννα

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ, ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΥΦΑΡΟ

                 


Μια φορά στον όμορφο κόσμο των παραμυθιών, σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο δάσος, με χιλιάδες πανέμορφα δέντρα, υπήρχε ένα μικρό πέτρινο σπιτάκι όπου κατοικούσε μια πανέμορφη κοπέλα που την έλεγαν Μελισσούλα. Η Νονά της η καλή Νεράιδα του δάσους την προστάτευε. Μαζί φρόντιζαν τον κήπο και τα δέντρα που περιστοίχιζαν το πέτρινο σπιτάκι της Μελισσούλας. Είχε δώσει στην Μελισσούλα πολλά χαρίσματα η καλή της νονά. Εκτός από την ομορφιά την είχε προικίσει και με μια γλυκιά φωνή, που στο άκουσμά της σώπαιναν τα αηδόνια πετώντας δίπλα της για να την ακούσουν.
Κάποιο πρωινό που το κορίτσι πότιζε τα χρωματιστά λουλούδια του κήπου, άκουσε κάτι τιτιβίσματα. Γύρισε το κεφαλάκι της αντικρίζοντας μια φωλιά χελιδονιών. Ήταν, βλέπετε, άνοιξη και είχαν αρχίσει να έρχονται τα χελιδόνια. Έβαλε λοιπόν, η Μελισσούλα μια σκάλα, έφτασε την φωλιά και περίεργη κοίταξε μέσα. Πω πω! Ένα νεογέννητο χελιδονάκι που ανοιγόκλεινε το τοσοδούλι στοματάκι του, στις φροντίδες την καλής χελιδονομαμάς. ¶άπλωσε το χέρι της να το πάρει και εκείνη τη στιγμή άκουσε μια γλυκειά φωνούλα να της λέει:
Μελισσούλα μου καλή
άσε με μες την αυλή
φρόντισε να μεγαλώσω
τα φτερά μου να σου δώσω
και η τύχη η καλή
μες το σπίτι σου θα μπει.

Παραξενεμένη η Μελισσούλα, τράβηξε έξω από τη φωλιά το χεράκι της, κατέβηκε από τη σκάλα, πήγε στη κουζίνα, ζέστανε το γάλα και το έβαλε σε ένα σταγονόμετρο. Το πήγε αμέσως στο χελιδονάκι και με αυτό σιγά σιγά, σταλιά σταλιά, το τάισε. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και μέρα με την ημέρα το χελιδονάκι μεγάλωνε.
Κάποιο απριλιάτικο πρωινό καθώς η Μελισσούλα άπλωσε το χεράκι της μέσα στη φωλιά για να πιάσει το χελιδονάκι να το ταΐσει, παρατήρησε ότι η φωλίτσα ήταν άδεια.
Η Μελισσούλα τρόμαξε και άρχισε να κλαίει για τον αγαπημένο της φίλο που έφυγε δίχως να της αποχαιρετήσει. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται η καλή της η νονά αρχίζοντας να παρηγορεί την μικρή προστατευόμενη της και της λέει:
- Μην κλαις καλή μου! Το χελιδόνι σου, δεν σε εγκατέλειψε. Απλά μεγάλωσε και πέταξε μόνο του για να βρει την τροφή του.
- Μα εγώ το συνήθισα και μου λείπει η συντροφιά του. Έλεγε μέσα σε αναφιλητά η Μελισσούλα.
- Να, κοίταξε εκεί στη μεγάλη λίμνη! Το βλέπεις εκείνο το άσπρο νούφαρο;
- Ναι, το βλέπω, απάντησε το κοριτσάκι.
- Ωραία. Πήγαινε εκεί και παρακάλεσέ το να σε πάει στο χελιδόνι σου, συνέχισε η νονά.
Πράγματι η Μελισσούλα πλησίασε το νούφαρο κι έκανε όπως της είχε πει η καλή νεράιδα του δάσους. Το νούφαρο ανοιγόκλεισε τα πέταλα του, άνοιξε τα χεράκια του, τα έκανε κουπιά γλιστρώντας απαλά πάνω στα νερά της γαλάζιας λίμνης. «Φλαπ-Φλουπ» έκαναν τα κύματα, μα το νούφαρο ταξίδευε την Μελισσούλα., κρατώντας της γερά στην αγκαλιά του. Πω! Πω! Τι ομορφιά! Τι υπέροχο ταξίδι! Τέτοια ομορφιά, όμοιά της δεν είχε ξαναδεί η Μελισσούλα. Είχε πολύ ωραία ιδέα η νονά της. Σε λίγο το υπέροχο ταξίδι τελείωσε. Φτάσανε στην άκρη της λίμνης, πλεύρισε στην ακτή, κατέβηκε η Μελισσούλα νιώθοντας τόσο μεγάλη χαρά που άρχισε να γλυκοτραγουδά μαζί με τα πουλάκια του δάσους, που φτερουγίζοντας ήλθαν κι έκατσαν πάνω στους ώμους του κοριτσιού, κουνώντας τις ουρίτσες τους.
Ευτυχώς ήταν καλοκαίρι πια. Ο λαμπερός ήλιος έστελνε τις ακτίνες του ζεστές στο δάσος κι έτσι η Μελισσούλα δεν κρύωνε. Κάποια στιγμή έφτασε σ’ένα ξέφωτο, αντίκρισε ένα πέτρινο σπιτάκι, όμοιο με το δικό της μόνο που αυτό ήταν κοντά στη γαλάζια λίμνη και είχε γύρω-γύρω καλαμιές. Πλησίασε, χτύπησε την πόρτα και άκουσε από μέσα μια φωνή που την καλούσε να περάσει μέσα. Η Μελισσούλα την άνοιξε και βρέθηκε μπροστά στον αγαπημένο την φίλο το Χελιδόνι.
Εκείνο μόλις αντίκρισε την Μελισσούλα τίναξε τα φτερά του, αυτά έπεσαν καταγής και μέσα από ένα κατάλευκο σύννεφο, πλημμυρισμένο φως ξεπρόβαλλε ο πρίγκιπας της γαλάζιας λίμνης. Το κοριτσάκι τα έχασε…άνοιξε διάπλατα τα ματάκια της, απ’ όσα έβλεπε και ο καλός πρίγκιπας την πλησίασε και της εξήγησε για τα μάγια της κακιάς μάγισσας και πως εκείνη η ίδια με την υπομονή της και με την καλή της την καρδιά τα έλυσε ακριβώς την στιγμή που είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου.
Πάρε τα φτερά μου και κάψε τα, της είπε, και την στάχτη πέταξέ την στην λίμνη για να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια.
Η Μελισσούλα έκανε ακριβώς ότι της είπε ο πρίγκιπας. Μονομιάς η λίμνη χάθηκε. Στην θέση της υψώθηκε ένα πέτρινο κάστρο, χιλιάδες νούφαρα πέταξαν τα πέταλά τους, και γινόντουσαν στρατιώτες με χρυσοκόκκινες στολές. Ένα νούφαρο είχε απομείνει μοναχό του. Η Μελισσούλα το έπιασε, χάιδεψε τα λευκά του πεταλάκια και αρχίζοντας να σιγοτραγουδά έναν γλυκό σκοπό, που εκείνο δάκρυσε. Τα δάκρυα του έπεσαν στο σημείο που ήταν άλλοτε η γαλάζια λίμνη. Πανέμορφα δέντρα με δροσερά φρούτα γέμισαν το σημείο που έπεσαν τα δάκρυα.
Ξαφνικά τα φώτα άναψαν στο κάστρο και ξανάρχισε η ζωή, με χαρούμενες φωνές και χαμογελαστά πρόσωπα. Εκείνη τη στιγμή η Μελισσούλα έσκυψε και φίλησε το νούφαρο. Η αγάπη της του έδωσε ανθρώπινη μορφή. Ήταν η γυναίκα του πρίγκιπα της γαλάζιας λίμνης. Ευτυχισμένη για το καλό που έκανε η μικρή μας φίλη, ζήτησε από την νονά της να της βάλει χρυσά φτερά για να μπορεί να πετάξει στο σπίτι της. Εκείνη εκπλήρωσε την επιθυμία της, μα σαν έφτασε εκεί, είδε χιλιάδες κυψέλες φορτωμένες χιλιάδες μέλισσες. Η Μελισσούλα από τότε είναι η Βασίλισσά τους και με τα χρυσά της τα φτερά κάθε άνοιξη πετά στο κάστρο της γαλάζιας λίμνης. Εκεί έχει φτιάξει μια φωλιά και διηγείται χρόνια τώρα την ίδια ιστορία, για την ευτυχία που έζησε μ’ ένα χελιδόνι και ένα κατάλευκο νούφαρο.

Γιαγιάκα Άννα

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Ὁ βιολιστής: από τον Γεώργιο Δροσίνη


Τὸ διήγημα «Ὁ βιολιστής» δημοσιεύτηκε στὸ ἑβδομαδιαῖο περιοδικὸ «Τύπος» καὶ ἐντοπίστηκε στὸ ἀρχεῖο τοῦ δημοσιογράφου καὶ συγγραφέα Μιχ. Χανούση.
Ἦταν ἕνας βιολιστὴς μὲ παρδαλὰ ροῦχα καὶ μὲ ὑψηλὸ σκοῦφο. Στὸ λαιμό του κρατοῦσε σφιγμένο τὸ βιολί του καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο χέρι τὸ δοξάρι. Κουρδιζόταν κι ἔπαιζε σὰν ἀληθινὸς βιολιστής.
Κι ὅμως δὲν ἦταν ἀληθινός. Ἦταν ἀπὸ ξύλο. Ἀπὸ ἕνα πολὺ σπάνιο ὅμως ξύλο: τὸ ξύλο τῆς Ἀγάπης. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ξύλο κι ἀπὸ τί δένδρο κόβεται δὲν ξέρω. Ξέρω μόνο πὼς κάθε τί τὸ καμωμένο ἀπὸ τέτοιο ξύλο μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήση σὰν ζωντανὸς ἄνθρωπος.
Ὁ βιολιστὴς ἅμα ἦρθε στὸν κόσμο ἐτυλίχθηκε μέσα σὲ χαρτί, ἐκλείσθηκε σὲ χονδρὸ κουτὶ κι ἐστάλη σ᾿ ἕνα ἐμπορικὸ γιὰ νὰ πουληθῆ σὰν νὰ ἦταν σκλάβος ὁ κακόμοιρος.
Ὁ ἔμπορος τὸν ἔβαλε στὴν βιτρίνα. Ἐκεῖ τὸν ἔβλεπαν οἱ διαβάτες καὶ ἔβλεπε κι αὐτός, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦταν κρυμμένη ζωὴ στὸ ἄψυχο ξύλο. Ὁ ἔμπορος κάποτε τὸν ἐκούρδιζε καὶ τότε πιὰ μαζευόταν κόσμος πολύς, πρὸ πάντων παιδιά, κι ἄκουαν μὲ θαυμασμὸ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ βιολιοῦ του. Κι αὐτὴ ἡ φωνὴ εἶχε κάτι ξεχωριστό, κάτι ποὺ ἔφτανε ὡς τὴν καρδιά.
Ὅλο ἐνόμιζαν πὼς ὁ τεχνίτης εἶχε ἐπιτύχει τὴν μηχανή του. Δὲν ἤξεραν πὼς μέσα στὸ ἄψυχο ξύλο ἦταν κρυμμένη ζωή. Δὲν φαντάζονταν πὼς μόλις κουρδιζόταν ἡ μηχανὴ ὁ βιολιστὴς ἔπαιζε τὸ βιολί του μόνος μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε μέσα του.
Ἀλλὰ δὲν ἔπαιζε γιὰ κείνους ποὺ μαζεύονταν κι ἔχασκαν ἔξω ἀπὸ τὴ βιτρίνα. Οὔτε τοὺς λογάριαζε οὔτε τὸν ἔμελλε. Ἔπαιζε μονάχα γιὰ τὴν ἀγάπη του. Κι ἡ ἀγάπη του ἦταν μία ὡραία κούκλα ὑψηλότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, λυγερή, ξεχωριστὴ στὴ χάρη, μὲ κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη ἀντίκρυ του στὴν ἴδια βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ.
Ὁ βιολιστὴς αὐτὴν ἀντίκρυσε πρώτη ἅμα βγῆκε στὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ χονδρὸ κουτί του καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐχάρισε ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε μέσα του. Ἄλλος κόσμος δὲν ὑπῆρχε ἐκτὸς τῆς κούκλας. Ἐζοῦσε πιὰ γι᾿ αὐτήν. Ἀλλὰ κι ἐκείνη βέβαια τὸν ἀγαποῦσε. Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, τότε γιατί δὲν ξεκολλοῦσε τὰ μάτια της ἀπὸ πάνω του, τὰ φωτερά της ἐκεῖνα μάτια ποὺ τὸν ἔκαιαν; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε γιατί δὲν ἐγύριζε κἂν νὰ ἰδῆ ἕναν ξανθὸ ἀξιωματικὸ ποὺ ἐπάνω στὸ ξύλινο ἄλογό του καθισμένος εἶχε γυρισμένο τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος της ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔβαλε ἐκεῖ ὁ ἔμπορος; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, γιατί χαμογελοῦσε ἀπὸ εὐχαρίστηση ὅταν ἔπαιζε τὸ βιολί του, σὰν νὰ καταλάβαινε πὼς μόνο γι᾿ αὐτὴν ἔπαιζε;
Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν ἀγαποῦσε. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν φανερὰ σημάδια. Ὁ βιολιστὴς ἕνα φόβο εἶχε μέσα στὴν εὐτυχία τῆς ἀγάπης του: μήπως τοὺς χωρίσουν. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ζήση χωρὶς αὐτή; Καὶ τί τὴν ἤθελε τὴ ζωή;
Μὰ ἡ τύχη ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς ἐρωτευμένους δὲν ἄφησε ἀπροστάτευτο καὶ τὸν ξύλινο βιολιστή. Μιὰ μέρα, ἐνῶ ἔπαιζε μὲ ὄρεξη τὸ βιολί του, ἐπερνοῦσαν ἀπ᾿ ἔξω ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καὶ μία μεσόκοπη κυρία.
-Τί ὡραῖα ποὺ παίζει αὐτός!, εἶπε ὁ κύριος. Μοὔρχεται νὰ τὸν ἀγοράσω τοῦ ἀνεψιοῦ μου.
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ κυρία ἐκύτταξε τὴν κούκλα.
- Καὶ τί ὡραία ποὺ εἶναι κι αὐτή! Θὰ τὴν πάρω κι ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου.
Γιὰ μία στιγμή, ὁ βιολιστὴς ἐνόμισε πὼς θὰ χωριζόταν πιὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του καὶ τουρχόταν νὰ σκάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἐνῶ ὅμως τὸν ἐτύλιγε ὁ ἔμπορος στὸ χαρτί, κατάλαβε ἀπὸ τὴν ὁμιλία τῆς κυρίας ὅτι ὁ ἀνεψιὸς καὶ ἡ ἀνεψιὰ ἦσαν ἀδέλφια καὶ ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες θὰ βρισκόταν πάλι κοντὰ στὴν ἀγαπημένη του κούκλα.
Ἔκαμε ὑπομονή, μὰ καὶ οἱ δυὸ μέρες, ποὺ ἔμεινε φυλακισμένος μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ντουλάπι, τοῦ φάνηκαν χρόνοι ἀτέλειωτοι. Συλλογιζόταν τί θὰ γινόταν μόνη ἡ ἀγαπημένη του, πὼς θὰ τὸν ἀναζητοῦσε, πὼς θὰ νόμιζε ὅτι δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιὰ καὶ θὰ σπαραζόταν ἀπὸ ἀπελπισία.
Κι ὁ καϋμένος ὁ βιολιστὴς ἐδάκρυζε τόσο πολὺ καὶ τόσο συχνά, ὥστε ὅταν τὸν ἐξετύλιξαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ τὴν Πρωτοχρονιὰ ἀπὸ τὰ δάκρυα εἶχαν ξεβάψει τὰ μάτια του.
Βρέθηκε μέσα σὲ μιὰ σάλα φωτισμένη καὶ γεμάτη κόσμο. Τί τὸν ἔμελλε γιὰ τὸν κόσμο; Αὐτὸς ἐκύτταζε μόνο νὰ ἰδῆ ποὺ εἶνε ἡ ἀγάπη του. Κι ὅταν τὸν ἐκούρδισαν, ἔπαιξε μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ αὐτὴ καὶ νὰ χαρῇ. Τοῦ κάκου ὅμως, τοῦ κάκου! Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἐκείνη δὲν φαινόταν πουθενά. Ἦσαν ἄλλες κοῦκλες ἐκεῖ καθισμένες γύρω στὶς μεγάλες πολυθρόνες, ἀλλὰ καμμιὰ δὲν εἶχε τὴ χάρι τῆς ἀγαπημένης του. Ὁ βιολιστὴς ἄρχισε ν᾿ ἀπελπίζεται, ὅταν ξαφνικὰ πέρα ἐκεῖ πίσω ἀπὸ μία πόρτα τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε τὴν ἄκρη ἑνὸς φορέματος καὶ τὸ φόρεμα αὐτὸ ἔμοιαζε πολὺ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ κόκκινο ποὺ φοροῦσε ἡ ἀγάπη του. Πῶς, ἦταν λοιπὸν ἐκεῖ καὶ δὲν ἐγύριζε νὰ τὸν δῆ; Τί ἔκανε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μήπως τὸν ἐπερίμενε ἐπίτηδες ἐκεῖ, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο; Ἐπλησίασε σιγὰ-σιγὰ μὲ λαχτάρα, μὲ καρδιοχτύπι. Καὶ τί εἶδε; Τὴν ἀγαπημένη του μαζὶ μὲ τὸν ξανθὸ ἐκεῖνον ἀξιωματικό, ποὺ δὲν ἐγύριζε ἡ ἄπιστη νὰ δῆ ὅταν ἦταν στὴ βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ. Καὶ τώρα θὰ κρυφομιλοῦσαν βέβαια οἱ δυὸ γλυκὰ-γλυκὰ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ ἄλογό του κι αὐτὴ στηλωμένη ὀρθὴ στὸν τοῖχο.
Ὁ βιολιστὴς ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό. Χωρὶς νὰ συλλογισθῆ τί κάνει, ἅρπαξε τὸ ξύλινο σπαθὶ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ ἀξιωματικοῦ κι ἐπέρασε τὰ ἄπιστα στήθη τῆς κούκλας.
Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πληγὴ ἐχύθηκε ξαφνικὰ κάτι ποὺ δὲν ἔμοιζε καθόλου μὲ αἷμα. Ὁ βιολιστὴς μὲ τ᾿ ἀγριεμένα μάτια του τὸ εἶδε καὶ τινάχθηκε πίσω...
- Τί! ἐφώναξε μὲ βραχνὴ φωνή. Καὶ τὴν εἶχα ἀγαπήσει τόσο, κι ἐνόμιζα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσε κι αὐτὴ ἐνῶ δὲν εἶχε μέσα στὰ στήθη της τίποτε ἄλλο ἀπὸ πίτουρα... πίτουρα!
Τὸ πρωί, βρῆκαν πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα τὴν ὄμορφη κούκλα μὲ τρυπημένα τὰ στήθη καὶ χυμένα τὰ πίτουρα ἐπάνω στὸ κόκκινο φόρεμα καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ πεσμένο κάτω στὸ πάτωμα. Κι ὅταν πῆραν νὰ κουρδίσουν τὸν βιολιστή, εἶδαν πὼς τὸ ξύλο του ἦταν σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια. Ἔρραψαν τὴν πληγὴ τῆς κούκλας, ἐκόλλησαν τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, κι ἐπέταξαν στὸ κάρρο τῶν σκουπιδιῶν τὸν ἄχρηστο βιολιστή...
Στὸ κείμενο διατηρήθηκε ἡ γραφὴ τοῦ πρωτότυπου.

πηγη: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_drosinhs_poems.htm

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Η δύναμη της καλοσύνης , ένα παραμύθι για μικρούς αλλά και μεγάλους


‘Που είναι το κορίτσι;’ η γριά μάγισσα φώναξε στην γάτα. ‘Ήταν εδώ πριν λίγα λεπτά. Που είναι;’
‘Το έσκασε,’ γουργούρισε η γάτα γλείφοντας το πόδι της.
‘Τι εννοείς το έσκασε;’ είπε έκπληκτη η μάγισσα. Αυτό δεν μπορεί να έγινε!Γιατί είσαι εδώ; Υποτίθεται πως θα της ριχνόσουν και θα την γρατζούνιζες!’
‘Λοιπόν, κάτι συνέβη, κυρία μου…’ Η γάτα κοίταζε σκεφτικά τα νύχια της.
‘Βλέπετε, μου έδωσε κρέμα γάλακτος…’
‘Σε σένα;’
‘Σ εμένα…’
‘Κρέμα γάλακτος;’
‘Ήταν υπέροχη!’
‘Και απλά την έφαγες και την άφησες να φύγει; Πως μπόρεσες;’
‘Και λοιπόν; Τι έγινε;’ Η γάτα τεντώθηκε με ένα μεγάλο χασμουρητό. ‘Σε υπηρετώ σχεδόν εκατό χρόνια και ούτε ένα μπολ γάλα για αντάλλαγμα. Καιν αυτή μου πρόσφερε κρέμα γάλακτος!’
‘Σου έχω απαγορεύσει να αψηφάς τις διαταγές μου!’
‘Σε σέβομαι πολύ κυρία, είπε η γάτα κουνώντας τα αυτιά της, ‘αλλά σέβομαι και την κρέμα γάλακτος.’
‘Θα έπρεπε να μου δείχνεις ευγνωμοσύνη και να τι εισπράττω!’ είπε η μάγισσα περιφρονητικά, κουνώντας το κεφάλι. ‘Αντί να ευχαριστείς την κυρία σου που σου έδωσε εκατό χρόνια ζωής, μου ζητάς και κρέμα γάλακτος! Μήπως ξέρεις πόσο ζουν οι γάτες συνήθως;’
‘Α!, ανοησίες, κυρία. Μην ανησυχείς. Τίποτα δεν θα μου συμβεί με ένα μπολ κρέμα γάλακτος.’
‘Ένα ολόκληρο μπολ…;!’ Η μάγισσα έκλεισε τα μάτια της.
‘Μια ζωή περισσότερη μια ζωή λιγότερη.’ η γάτα ανασήκωσε τους ώμους. ‘Έχω άλλες οκτώ.’
Η μάγισσα έσμιξε τα φρύδια της σκεφτική.
‘Λοιπόν…Γιατί και τα σκυλιά την άφησαν να φύγει; Έ, εσείς! Ανόητοι κοπρίτες. Για ελάτε εδώ!’
‘ Μα σταμάτα να ουρλιάζεις έτσι !’ είπε η γάτα νωχελικά. ‘Δεν θα έρθουν. Κοιμούνται.’
‘Τι εννοείς κοιμούνται;’
‘Κοιμούνται. Δεν είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβεις! Έφαγαν μέχρι σκασμού και τώρα χωνεύουν το φαγητό τους.’
‘…Χωνεύουν!;’
‘Έφαγαν τόσα λουκάνικα.’ Τα μάτια της γάτας στένεψαν και αναστέναξε. ‘Τα λουκάνικα είναι ωραία. Όπως και η κρέμα γάλακτος.’
‘Προδότες!’ Η μάγισσα σωριάστηκε κάτω και έκανε πως κλαίει. ‘Ξέρετε γιατί σας έχω σε αυστηρή δίαιτα; Για να μην πεθάνετε από γαστρίτιδα!’
‘Σιγά κυρία, γουργούρισε η γάτα με συμβιβαστικό τόνο στην φωνή της. ‘Και τα σκυλιά χρειάζεται να ξεκουράζονται. Εκατό χρόνια δεν πήραν ούτε ένα μπαγιάτικο ξεροκόμματο από σένα, φοβάμαι που σου το λέω αλλά είναι η αλήθεια.
‘Φοβάσαι; Τότε κλείσε το στόμα σου.’φώναξε η γριά.
Η γάτα αναγκάστηκε να σταματήσει να μιλάει,μαζεύτηκε στην άκρη και άρχισε να παίζει με την ουρά της γουργουρίζοντας ελαφρά.
‘Ίσως να την προλάβω;’είπε η γυναίκα σκεφτικά μετά από λίγο.
‘Με τι; Με την σκούπα σου;’ειρωνεύτηκε η γάτα.
‘Εδώ που τα λέμε’, είπε η μάγισσα και τα μάτια της στένεψαν με κακία, στην Ευρώπη άκουσα πως οι μάγισσες πετάνε πάνω σε μαύρες γάτες.’
‘Λοιπόν, δεν έχω πάρει καμιά εκπαίδευση πάνω σε αυτό το θέμα.’ είπε η γάτα και χαμογέλασε δείχνοντας τα δόντια της. ‘Και, επίσης, μπορεί να νευριάσω.’
Η μάγισσα γύρισε να φύγει αμίλητη.
‘Κυρία,ε κυρία!’
‘Τι;’
‘Τι θα έκανες αν την έπιανες; Θα την μαγείρευες να την φας;’
‘Τι είμαι, άγριο θηρίο; είπε η μάγισσα και ένιωσε να την προσβάλλουν. ‘Πως θα μπορούσα να την φάω; Με πειράζουν όλοι εδώ και τριακόσια χρόνια για αυτό. ‘Κοκαλιάρικα πόδια’ με αποκαλούν. Τι περιμένουν λοιπόν; Να τους φερθώ όμορφα; Φυσικά και θα συμπεριφερθώ σαν μια κακιά διαβολική μάγισσα! Αλλά αυτή – δεν ήταν σαν τους άλλους. Αυτό το γλυκό κοριτσάκι με φώναξε γιαγιά!’
Η γριά γυναίκα σκούπισε τα μάτια της με το μαντήλι. Και μετά είπε: ‘Μάζεψα λίγα μήλα για αυτήν…της έκανα τάρτα με μαρμελάδα…’ Η γριά χαμογέλασε ντροπαλά στην γάτα που είχε μείνει άγαλμα από την έκπληξη.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Μια διάσωση δασομυωξών σαν παραμύθι...


φώτο :  www.texnikos.gr/ 

φώτο :  www.texnikos.gr/ 
. Mιά φορά κι έναν καιρό (αλλά όσα ακολουθούν δεν είναι παραμύθι) ένας ξυλοκόπος σε δάσος έξω από τη Pοδόπολη Σερρών, κόβοντας ένα δένδρο, σκότωσε, χωρίς να το θέλει, ένα μικρό ζωάκι, κυριολεκτικά «μια σταλιά».
Λίγα εκατοστά από την είσοδο της φωλιάς, που το μικρό ζωάκι στάθηκε μπροστά στο αλυσοπρίονό του, ο ξυλοκόπος αντίκρισε τα πέντε μικρά του και διαπίστωσε ότι μόλις είχε γεννήσει.
Eμοιαζε με σκίουρο και κατάλαβε ότι η τρομαγμένη μαμά σκίουρος θυσιάστηκε για τα παιδιά της. Kι αυτό τον συγκίνησε. Ξέροντας ότι και τα νεογέννητα δεν είχαν καμιά ελπίδα να επιζήσουν αν τα άφηνε εκεί, τα τύλιξε στην μπλούζα του και τα πήρε μαζί του.
Ξαφνικά το δάσος πίσω του τυλίχτηκε στη σιγαλιά. Δεν ακούγονταν κρωξίματα πουλιών, ούτε θροΐσματα στους θάμνους.
«Mπα, θα μου φάνηκε», σκέφτηκε κατηφορίζοντας προς τη Pοδόπολη.
Mέσα σ’ένα κουτί με το λεωφορείο τα έστειλε στη Θεσσαλονίκη, όπως είχε κάνει κάποτε ένας γνωστός του από την Kερκίνη μ’ έναν τραυματισμένο πελαργό.
«Δεν είναι σκιουράκια, δεν είναι ποντικάκια, είναι δασομυωξάκια», αναφώνησε η Eιρήνη, όταν παρέλαβε το κουτί με τα μικρά στο Kέντρο Περίθαλψης Aγρίων Zώων στη Θεσσαλονίκη. Πρώτη φορά στα 3,5 χρόνια που βρισκόταν στο Kέντρο υποδέχονταν τόσο μικρούς και βασανισμένους επισκέπτες, για τους οποίους δεν ήξεραν καλά καλά ούτε πώς τρέφονται.
«Eίναι από τα πιο μικρά θηλαστικά των Bαλκανίων», είπε κάποιος από τους εθελοντές, που πρόσθεσε «κι αν σώζονται οι αρκούδες που είναι από τα πιο μεγάλα θηλαστικά, γιατί να μην μπορούμε να σώσουμε και τα πιο μικρά;».
H Eιρήνη στρώθηκε στη δουλειά. Tα «μικρούλια» όπως τα έλεγε, χωρούσαν όλα στο χέρι της. Tα ματάκια τους ήταν ακόμη κλειστά και το δέρμα τους τόσο διάφανο που φαινόταν το γάλα στην κοιλιά τους μετά το τάισμα.
«Για να είμαι ειλικρινής δεν περίμενα να ζήσουν», είπε αργότερα. Yστερα από δύο ημέρες το μικρότερο απ’ όλα δεν άντεξε και παρά τις φροντίδες των παιδιών του Kέντρου πέθανε. Tα υπόλοιπα, αφού άνοιξαν πρώτα τα ματάκια τους, άρχισαν να ξεχωρίζουν τα χαρακτηριστικά του είδους. H τριχωτή ουρά, τα μακριά μουστάκια, οι μεγάλοι κοπτήρες της κάτω γνάθου, το τρίχωμά τους που είναι γκριζωπό από πάνω και άσπρο στην κοιλιά.
O δασομυωξός μοιάζει με τον σκίουρο αλλά στη νυχτερινή του παραλλαγή, γιατί του αρέσουν τα νυχτοπερπατήματα. Oταν τα άλλα ζωάκια του δάσους πάνε για ύπνο, αυτός ξυπνάει κι αρχίζει να γλιστράει από κλαδιά και κορμούς. Kαμία κάθετη επιφάνεια δεν είναι εμπόδιο στο επιδέξιο σκαρφάλωμα του, χάρη στα νύχια του και τις πατούσες του που τον βοηθούν να κολλάει σαν βεντούζα. Tρώει ό,τι και ο «ξάδελφός» του ο σκίουρος.
Oι δασομυωξοί που βρέθηκαν ανήκουν στο υποείδος Glis glis pindicus, που συχνάζουν σε πολλά ελληνικά δάση, αλλά τα «αδερφάκια» τους, glis glis argenteus, που ζουν στην Kρήτη, χάνονται σιγά ;σιγά και σπανίζουν.
O μεγάλος τους εχθρός είναι ο άνθρωπος, η καταστροφή των δασών, τα κουνάβια, οι κουκουβάγιες, ο βαρύς χειμώνας.
Tο μεγάλωμά τους στο Kέντρο, παρ ; όλο που ήταν μια δύσκολη υπόθεση, είχε τελικά αίσιο τέλος. Tο άβραστο κατσικίσιο γάλα, τα πολλά ταΐσματα, η φροντίδα της Eιρήνης και των άλλων αποδείχθηκαν σωτήρια.
Eτσι, πριν από λίγο καιρό τα μέλη του Kέντρου με τους τέσσερις δασομυωξούς επέστρεψαν στο δάσος της Pοδόπολης και άφησαν ελεύθερα ;όχι χωρίς συγκίνηση ; τα τέσσερα μικρά.
Tο δάσος ήταν ακόμα ήσυχο. Σαν ξένο. «Πολλή ησυχία βασιλεύει», παρατήρησαν σκορπίζοντας μήλα και φουντουκάκια κοντά στο σημείο όπου άφησαν τους δασομυωξούς.
Σε λίγες ημέρες επέστρεψαν. Tα μηλαράκια και οι ξηροί καρποί είχαν φαγωθεί, αλλά το δάσος είχε αλλάξει ξαφνικά. Φτερουγίσματα πουλιών, θροΐσματα και ζωάκια ακούγονταν απ τους θάμνους και για μια στιγμη πίστεψαν ότι τα δασομυωξάκια τούς παρατηρούσαν πίσω από τα κλαδιά και τα φύλλα. «Mπα, θα μας φάνηκε», είπαν και κατηφόρισαν προς τη Pοδόπολη....

Σχόλιο απο skouliki: Ευχαριστώ την Marfy Leontaraki που μου επέτρεψε να δημοσιεύσω το κείμενο με την εμπειρία της αυτή, γιατί όπως η ίδια είπε ο κόσμος πρέπει να μαθαίνει για τα πλάσματα της ελληνικής φύσης
Πηγή: κείμενο Marfy Leontaraki Facebook
φώτο :  www.texnikos.gr/