Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

Σταγόνες αγάπης

   

Σαν τις σταγόνες απ τη βροχή
που θέλουν να φτάσουν στη γη
έτσι κι η αγάπη σου δε σταματά
όλα τα εμπόδια τα υπερνικά

Μην σταματάς να αγαπάς
αυτά ειναι τα δώρα της καρδιάς
που ασύστολα γύρω θες να σκορπάς
και αυτά καρπίζουν μετά χαράς

Αγάπης καταιγίδα κανε ακόμα μιά
να μας ποτίσεις τα κορμιά
κάποια σταγόνα τρόπο ίσως να βρει
για να μας ποτίσει την ψυχή

Skouliki

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Ένα παραμυθάκι από....καλικάτζαρους




«Ήταν, που λέτε, μια φορά ο Θύμιος ο γιος του μυλωνά που ζούσε στο χωριό, παλικάρι μια χαρά, όμορφο, καλό κι εργατικό και προπάντων έξυπνο κι ευρηματικό. Ο πατέρας του ο μυλωνάς σκέφτηκε πως ήταν κρίμα τέτοιο παιδί να μείνει αγράμματο. Τον έστειλε λοιπόν στην πολιτεία να σπουδάσει και να γίνει σπουδαίος και τρανός και να γυρίσει τον κόσμο. Όχι σαν εκείνον, που ήταν αναγκασμένος να μένει συνέχεια μόνος στο μύλο του, μιας και η γυναίκα του η μυλωνού είχε από καιρό πεθάνει.
«Ήταν και οι καλικάντζαροι από την άλλη, πλάσματα του κάτω κόσμου, άσχημα και μοχθηρά, πονηρά μα και κουτά. Όλο το χρόνο δούλευαν, κάτω από τη γη, μοχθούσαν και κουράζονταν και όλη τους η έννοια ήταν να πριονίσουν τον κορμό του τεράστιου δέντρου, που κρατούσε τον πάνω κόσμο στη θέση του. Όλα αυτά τα έκαναν γιατί μισούσαν τους ανθρώπους, απεχθάνονταν το φως του ήλιου, την τάξη και τον καθαρό αέρα. Όλο το χρόνο πριόνιζαν και την παραμονή των Χριστουγέννων, κατακουρασμένοι έπαιρναν την απόφαση να ανέβουν λίγο στον επάνω κόσμο για να ξεκουραστούν, να γλεντήσουν και να διασκεδάσουν, πειράζοντας τους ανθρώπους και κάνοντας διάφορες σκανταλιές. Κυκλοφορούσαν μόνο τη νύχτα με το σκοτάδι, όταν οι άνθρωποι κοιμούνταν. Έμπαιναν στα σπιτικά τους από την καμινάδα, όταν έβρισκαν το τζάκι σβηστό, κι έκαναν το σπίτι άνω κάτω. Γέμιζαν παντού τα κιλίμια και τα σκεπάσματα με λάσπες, στάχτες και μουτζούρες, ανακάτευαν το αλάτι με τη ζάχαρη, το αλεύρι με την άχνη, έσπαγαν τα αυγά, σκορπούσαν στο πάτωμα τα μελομακάρονα, τις δίπλες και τους κουραμπιέδες, που μόλις είχαν ετοιμάσει οι νοικοκυράδες, έχυναν το κρασί μέσα στο λάδι, μαγάριζαν το νερό μέσα στο πηγάδι και οι σκανταλιές τους δεν σταματούσαν εδώ. Αν τύχαινε και συναντούσαν κάποιον αργοπορημένο περαστικό στο δρόμο, τον μάγευαν, τον τρέλαιναν και τον τραβούσαν σε χορό δαιμονικό, αφήνοντάς τον εξαντλημένο κι άλαλο, μόνο λίγο πριν φέξει η μέρα. Έκαναν κι άλλα, τόσα πολλά που δεν φτάνει η νύχτα για να τα πούμε όλα και πάντα γελούσαν και ξεκαρδίζονταν με τα ίδια τους τα καμώματα. Δώδεκα μερόνυχτα έμεναν πάνω στη γη οι καλικάντζαροι, ως τα Φώτα δηλαδή. Την ημέρα που ο παπάς με την αγιαστούρα του άγιαζε τα νερά, όλα της γης τα παγανά είχαν προλάβει να ξανακατέβουν στα υποχθόνια σκοτάδια τους. Ως τότε όμως, η κοψιά στο δέντρο που βαστούσε τη γη είχε θρέψει κι έτσι, σαν κουτοί που ήταν οι καλικάντζαροι, άρχιζαν το πριόνισμα πάλι από την αρχή.
«Κείνη τη χρονιά, Χριστούγεννα και πάλι, ο Θύμιος άφησε την πολιτεία και τις σπουδές του για να επισκεφθεί τον πατέρα του στο χωριό. Σαν έφτασε στο μύλο, βρήκε τον καημένο το γέρο σε κακό χάλι. Όλα στο μύλο ήταν αναποδογυρισμένα, τα αλεύρια, τα πίτουρα μαζί με τα χαλίκια, το στάρι βρεγμένο, το φαγητό χυμένο, ένα σωρό βατράχια πηδούσαν εδώ κι εκεί και ο γάιδαρος φευγάτος με την τριχιά κομμένη.
–«Τι έπαθες πατέρα μου», τον ρώτησε ο Θύμιος κι έμαθε ότι του διαόλου τα παγανά είχαν μπει κρυφά στο μύλο, την ώρα που αυτός κοιμόταν και τον περιπαίζαν. Θύμωσε πολύ το παλικάρι, σαν είδε τον πατέρα του τόσο λυπημένο και ανήμπορο.
–«Θα δεις τι θα τους κάνω», είπε αποφασισμένος να δράσει. «Μόνο εσύ, πατέρα, θέλω να μου ετοιμάσεις ό,τι σου ζητήσω».
Έτσι λοιπόν, πριν νυχτώσει, ο Θύμιος ανέβασε κι έκρυψε στα ψηλά κλαδιά της μεγάλης καρυδιάς που ήταν στην αυλή τους ένα σακί αλεύρι, ένα ταγάρι γεμάτο καρύδια κι ένα μαγκάλι γεμάτο αναμμένα κάρβουνα, σκεπασμένα από πάνω με στάχτη για να διατηρηθούν αναμμένα μέχρι να νυχτώσει και να μην φαίνονται μέχρι την κατάλληλη στιγμή. Λίγο πριν έρθει το σκοτάδι ανέβηκε και ο ίδιος πάνω στην καρυδιά και κρύφτηκε εκεί, έχοντας μαζί του και ένα μεγάλο χωνί, από αυτά που είχε ο μυλωνάς για να γεμίζει τα σακιά με στάρι και μια γερή σφεντόνα. Κάτω από την καρυδιά, είπε του πατέρα του να βάλει μια γαβάθα γεμάτη σύκα ξερά, σταφίδες, φουντούκια και δαμάσκηνα, που άρεσαν πολύ στους μαυριδερούς ζημιάρηδες.
«Σαν νύχτωσε για τα καλά, βγήκαν οι καλικάντζαροι ένας-ένας από τις κρυψώνες τους, έτοιμοι για καινούργιο πανηγύρι. Τριγύριζαν από δω, τριγύριζαν από κει, ώσπου έπεσαν πάνω στα καλούδια που είχε αφήσει ο γέρος. Άρχισαν να τρώνε και να γλείφονται και να μαλώνουν μεταξύ τους για το ποιος θα φάει τα πιο πολλά. Ο Θύμιος δεν μπορούσε να τους δει έτσι μαύροι που ήταν μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Είχε όμως κάνει το κουμάντο του. Μόλις μαζεύτηκαν όλοι κάτω από την καρυδιά, ευθύς αδειάζει το τσουβάλι το αλεύρι πάνω τους. Αμέσως αυτοί πασαλείφτηκαν κι έγιναν κάτασπροι. Το αλεύρι πήγε στα μάτια τους και τους τύφλωσε, αλλά ο Θύμιος τους έβλεπε τώρα πολύ καλά. Τους έβαλε λοιπόν στο σημάδι πετώντας τους καρύδια με τη σφεντόνα του κι ενώ αυτοί έσκουζαν και στρίγκλιζαν πονεμένοι, τρίβοντας τα καρούμπαλα στα κεφάλια τους, δίνει μια κλοτσιά ο Θύμιος στο μαγκάλι κι έπεσαν τα αναμμένα κάρβουνα σαν βροχή πάνω στα πονηρά τα παγανά. Αυτά έσκουζαν τώρα πιο δυνατά, χοροπηδούσαν τσουρουφλισμένα, κατακαμένα και τυφλά. Την ίδια στιγμή, πήρε το χωνί, το έβαλε μπροστά στο στόμα του κι άρχισε να τους φωνάζει με βροντερή φωνή.
–«Βρωμερά πλάσματα του Σατανά, ήρθε η ώρα της τιμωρίας σας. Είμαι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και με έστειλε ο Θεός να σας ρίξω ‘πυρ εξ ουρανού’, για το κακό που κάνετε στους ανθρώπους. Τσακιστείτε να φύγετε γρήγορα από δω, πριν θυμώσει κι άλλο και μην ξαναπατήσετε σ’ αυτό το μύλο».
«Έτσι ο Θύμιος, με την εξυπνάδα και τη γενναιότητά του κατάφερε να τιμωρήσει και να τρομάξει τα μαυρογκαγκανιάρικα πλάσματα του κάτω κόσμου, που χάθηκαν κουτρουβαλώντας κι ακόμα τρέχουν...
«Κι έζησαν αυτοί καλά… κι εμείς καλύτερααα…», τελείωνε πάντα με την ίδια επωδό. Όλοι έπαιρναν μια βαθειά ανάσα ανακούφισης, που οι άγγελοι του ‘Εξαποδώ’, το κακό δηλαδή τιμωρήθηκε και έλαμψε για μια ακόμα φορά το καλό, κάτι που συμβαίνει συχνά …στα παραμύθια.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Αποχαιρετώντας τον παλιό χρόνο με μια αγκαλια


Ο χρόνος που φεύγει μου δώσε μια αγκαλια
έτσι να μου θυμίσει και πάλι για λίγο τα παλιά
πληγές θέλει να μην μου κλείσει
και με την γλύκα της να με αφήσει

Όσες πίκρες όμως κι αν πέρασα
με την αγκαλια σου τις ξεπέρασα
γερε χρόνε τώρα που σε αποχαιρετώ
έχω ένα κόμπο από γλύκα στο λαιμό

Είναι από εκείνο το φιλί
που μου ξανάδωσε ζωή
χρόνε να συνεχίσω να αναπολώ
να μην σε σβήσω από το μυαλό

Στις τελευταίες ώρες της χρονιάς
ήρθε η γλύκα μιας αγκαλιάς
τις πίκρες με μια μονοκονδυλιά
να σβήσει μέσα από την καρδια

Ας ήταν λοιπόν και την νεα χρονιά
όλοι να γίνουμε μια αγκαλια
να νιώθουμε αγάπη και στοργή
όσο στεκόμαστε ακόμα ορθοί!

Skouliki

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

Paulo Coelho Ι Όποτε ο Θεός θέλει να σώσει έναν άνθρωπο στέλνει κάποιον να τον αγαπήσει



Αλλά και άλλες φράσεις-σκέψεις του γνωστού συγγραφέα που στολίζονται από την αγάπη σας τις παραθέτω:

"η αγάπη δεν είναι συνήθεια, καθήκον ή χρέος. Η αγάπη είναι, αγάπα και μη ρωτάς πολλά, μονάχα αγάπα."

Στον κόσμο αυτό υπάρχει πάντα ένα άτομο που περιμένει ένα άλλο, είτε στη μέση μιας ερήμου,
είτε στη μέση μιας μεγάλης πόλης

Κι όταν οι δύο αυτοί άνθρωποι διασταυρώνονται και οι ματιές τους σμίγουν, το παρελθόν και το μέλλον χάνουν τη σημασία τους και το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι εκείνη η στιγμή, μαζί με την απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα κάτω από τον ήλιο είναι γραμμένα από το ίδιο Χέρι, το Χέρι που αφυπνίζει την Αγάπη…

Η αγάπη ποτέ δεν εμποδίζει έναν άνθρωπο ν’ακολουθήσει τον Προσωπικό Μύθο του. Όταν κρύβει κάτι τέτοιο, τότε δεν πρόκειται για την αληθινή Αγάπη, εκείνη που μιλά τη Γλώσσα του κόσμου.

Η ζωή είναι πάντα σε αναμονή της κατάλληλης στιγμής για τη δράση .

Οι άνθρωποι λένε πίσω από την πλάτη σου ό,τι να ΄ναι και μπροστά στα μάτια σου ό,τι βολεύει .

Ό,τι συνέβη μια φορά μπορεί και να μη συμβεί ποτέ ξανά. Αλλά αυτό που έχει γίνει δύο φορές , σίγουρα θα γίνει και τρίτη.

Εκεί που μας περιμένουν, πάντα ερχόμαστε πάνω στην ώρα .

Αν είναι ο άνθρωπός σου , τότε είναι δικός σου , αν όμως τον τραβάει και κάπου αλλού, τότε τίποτα δεν θα τον κρατήσει και δεν αξίζει ούτε τα νεύρα ούτε την προσοχή .

Φτάνοντας στο τέλος , οι άνθρωποι γελούν με τους φόβους που τους βασάνιζαν στην αρχή.

H ζωή είναι μερικές φορές απίστευτα φειδωλή – για ημέρες ολόκληρες , εβδομάδες , μήνες , χρόνια , ο άνθρωπος μπορεί να μη λαμβάνει ούτε ένα νέο ερέθισμα . Και μετά όταν μισοανοίξει την πόρτα , πέφτει επάνω του ολόκληρη χιονοστιβάδα .

Ποτέ δεν κάνει να εγκαταλείπουμε το όνειρο μας ! Τα όνειρα τρέφουν την ψυχή μας όπως ακριβώς η τροφή τρέφει το σώμα μας . Όσες φορές κι αν χρειαστεί να γευτούμε πίκρες στη ζωή μας και να βλέπουμε τις ελπίδες μας να ναυαγούν, εμείς πρέπει να συνεχίσουμε παρ’ όλα αυτά να ονειρευόμαστε .

Αυτό που ψάχνεις εσύ, σε ψάχνει επίσης .

Μόλις βρήκα όλες τις απαντήσεις αμέσως άλλαξαν όλες οι ερωτήσεις .

Ο άνθρωπος κάνει πάντα το αντίθετο . Βιάζεται να μεγαλώσει και στη συνέχεια ανατρέχει στο παρελθόν της παιδικής του ηλικίας . Θυσιάζει την υγεία του χάριν των χρημάτων και στη συνέχεια σπαταλάει τα χρήματα για να βελτιώσει την υγεία του . Προβληματίζεται σχετικά με το μέλλον με τέτοια ανυπομονησία ώστε να αγνοεί το παρόν κι εξαιτίας αυτού δεν έχει ούτε παρόν ούτε μέλλον . Ζει με τέτοιο τρόπο λες και δε θα πεθάνει ποτέ και πεθαίνει σαν να μην έχει ζήσει ποτέ .

Οι άγγελοί μας είναι πάντα μαζί μας και συχνά χρησιμοποιούν τα χείλη κάποιου άλλου για να μας πουν κάτι .

Το να αισθάνεται κανείς δυστυχισμένος συνεχώς είναι μια ανεπίτρεπτη πολυτέλεια .

Υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν για να περάσουν τη ζωή τους μόνοι , αυτό δεν είναι ούτε κακό ούτε καλό , είναι απλώς ζωή .

Τις πιο σημαντικές λέξεις στη ζωή μας τις προφέρουμε με τη σιωπή .

Το να χαθείς αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να βρεις κάτι ενδιαφέρον .

Το πιο σκοτεινό χρονικό όριο είναι ακριβώς πριν την αυγή .

Αν η αγάπη μεταμορφώνει ένα άτομο με γοργό ρυθμό , η απελπισία το κάνει ακόμα πιο γρήγορα .

Τα πάντα στον κόσμο δεν είναι τίποτα άλλο παρά διαφορετικές εκδηλώσεις του ίδιου πράγματος .

Μερικές φορές χρειάζεται να γυρίσετε όλο τον κόσμο για να καταλάβετε ότι ο θησαυρός είναι θαμμένος στο δικό σας σπίτι .

Ορισμένες φορές η ζωή χωρίζει δύο άτομα μόνο και μόνο για να δείξει πόσο σημαντικοί είναι ο ένας για τον άλλον .

Το να περιμένεις είναι το πιο δύσκολο .

Αν είσαι σε θέση να δεις την ομορφιά , αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή φέρεις την ομορφιά μέσα σου . Ο κόσμος είναι ένας καθρέφτης στον οποίο ο καθένας βλέπει το είδωλό του.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Χρόνια πολλά, έτσι η ελιά είναι πάντα ευλογημένη!



Το βράδυ που γεννήθηκε ο Χριστός έκανε πολύ κρύο. Η σπηλιά ήταν κρύα και η Παναγία δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε ο Ιωσήφ σκέφτηκε να ανάψει φωτιά για να ζεσταθούν λίγο, μα δεν έβρισκε πουθενά ξύλα. Βγαίνει έξω από τη σπηλιά, κάνει μια βόλτα, μα τίποτα. Ξαναμπαίνει πάλι μέσα, παίρνει λίγα άχυρα από τη φάτνη και ανάβει φωτιά. Μόλις τα είδε η Παναγία δάκρυσε και είπε να είναι πάντα χρυσά.
Όμως ύστερα από λίγο τα άχυρα έσβησαν. Η σπηλιά ξαναπάγωσε. Βγήκε πάλι ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύτηκαν σ’ ένα ξερό κλαδί. Ήταν δεντρολίβανο. Ο Ιωσήφ το άναψε και η Παναγία ευχήθηκε να μοσχομυρίζει και να στολίζει τις εικόνες των Αγίων. Μα η φωτιά κράτησε λίγο και η παγωνιά δυνάμωσε.
Τότε ο Ιωσήφ άκουσε μέσα από το σακούλι του φωνές που του έλεγαν: Πήγαινε Ιωσήφ στη μάνα μας την ελιά, πάνω απ’ τη σπηλιά και πες της πως κινδυνεύει ο Χριστός. Θα στενοχωρηθεί πολύ που το ξέραμε και δεν της είπαμε τίποτα. Ήταν μια χούφτα ελιές που τις είχε φυλάξει μαζί με λίγο ψωμί για ώρα ανάγκης.
Ο Ιωσήφ πήγε στην ελιά και εκείνη άρχισε να σπάει κομμάτια ξύλου από το γέρικο κορμό της και να τα σπρώχνει προς την είσοδο της σπηλιάς. Όλη τη νύχτα έκαιγε η φωτιά και η ζεστασιά απλώθηκε γύρω από τον νεογέννητο Χριστό.
Το πρωί το δέντρο δεν υπήρχε παρά μόνο ένα κούτσουρο ρίζας. Όταν το είδε η Παναγία δάκρυσε, έσκυψε, το χάιδεψε και είπε. Την ευχή μου να ’χεις και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Το λάδι σου να τρέφει και να φωτίζει τους ανθρώπους. Το βράδυ να φωτίζεις το καντήλι του Χριστού. Έτσι κι έγινε. Μέχρι το βράδυ η ελιά ξανάγινε μεγάλη όπως ήταν πριν. Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από τις ρίζες της ξαναβλασταίνει και ξανανιώνει.

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Σε ένα ραδιόφωνο βουβό

 

Σε ένα ραδιόφωνο  βουβό

Δίπλα στο ράδιο το κλειστό
στήνω αυτί να αφουγκραστώ
τις λέξεις που θα θελα να πεις
πριν στην σιωπή σου εξαφανιστείς

Όμως αυτό εκεί βουβό
τόση σιωπή δεν την μπορώ
θα θελα τώρα να ακουστεί
της ψυχής μου η φωνή

σε ένα ραδιόφωνο βουβό
μόνος μου τώρα τραγουδώ
όλα όσα είχα να σου πω
από ένα τηλέφωνο κλειστό

σε ένα ράδιο χωρίς ακροατή
φωτίζω της ψυχής μου την πτυχή
που δεν τολμάει να σου πει
πως νιώθει για σένα στην ζωή
Skouliki

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Άσε να ζω το ψέμα μου


Άσε με στο ψέμα μου να ζω
αλήθειες να μην μπορώ να δω
πως με νοιάζονται οι συγγενείς
κι ας μην με νιώθει πια κανείς

το σπίτι κι αν στόλισα
τις πόρτες κι αν άνοιξα
ψυχή δεν εχει εμφανιστεί
στη μοναξιά μου να σταθεί

Κανείς το βλέπω δεν θα ρθει
στην ερημιά μου να με βρει
και το τηλέφωνο μου σιωπηλό
άσκοπα με λαχτάρα να το κοιτώ

Άσε λοιπόν στην αυταπάτη μου
πως καποιος ειναι πλάι μου
ειναι το ψέμα κι αυτό μια λύση
προτού τελείως να έχω λαλήσει...

Skouliki

Η σπηλιά του Δαμιανού στον Αγαλά Ζακύνθου


Εκεί στον Αγαλα στην Ζάκυνθο στέκει μια δίπατη σπηλιά που όπως όλα τα φυσικά φαινόμενα έτσι κι αυτή συνοδεύεται από την δική της δοξασία.
Ο Ανδρονιός, λέει η παράδοση της περιοχής Αγαλά, ήταν δράκος ψηλός 300 μέτρα που έφτιαξε τα 12 πηγάδια του Αγαλά. Τα πηγάδια πήραν το όνομά του, όπως και η κοιλάδα, στην οποία φτιάχτηκαν.
Ο καλός άρχοντας του χωριού και προστάτης του, ο Δαμιανός υποχρέωσε τον κακό δράκο Αντρονιό να μονομαχήσει μαζί του και τον νίκησε. Σαν τιμωρία του επέβαλε να φτιάξει 12 πηγάδια, ένα κάθε μήνα του χρόνου, για το καλό των ανθρώπων του χωριού. Από τη σπηλιά του, ο Δαμιανός, παρακολουθούσε τον Αντρονιό για να εκτελεί καλά το έργο-τιμωρία του.
 Τα πηγάδια φτιάχτηκαν. Τα 12 πηγάδια του Αντρονιού. Οι κάτοικοι είχαν πια νερό. Όταν ο Αντρονιός ξαναεπαναστάτησε, ο Δαμιανός τον σκότωσε και το απολίθωμά του «βρίσκεται» σήμερα στην ομώνυμη σπηλιά.










Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Χθες το βράδυ στο όνειρο μου.....

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΡΑΓΚΟΣ 
ΣΤΙΧΟΙ-ΓΙΩΤΑ ΞΕΝΟΥ 
ΜΟΥΣΙΚΗ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

Χθες το βράδυ στο όνειρο μου

Μίλησα με το Θεο μου
Χθες το βράδυ στο όνειρο μου ,
Και μου είπε χίλια δυό
ενα απο ολα που μου είπε
Τους ζητιάνους να αγαπώ ,

Να τους δίνω τη ψυχη μου
Το μισο απ το ψωμί μου
ζεστασιά για το χειμώνα
Και τον άλλο μου Χιτώνα

Μου είπε ειναι αδικο παιδια
να ζουν στους δρομους
πως δεν αντέχει αλλο πια
Να βλέπει παρανόμους ,

Μου είπε ο κοσμος πίστεψε
Το χρημα για Θεο του ,
Και δάκρυα κυλούσανε
Στο Αγιο Πρόσωπό του

Μου είπε οι άγριοι εκτελούν
Τους δίκαιους σκοτώνουν ,
οι χριστιανοί που έμειναν
Το αδικο πληρώνουν ,,

Μου είπε η γη που έφτιαξε
Οι άθεοι την γκρεμίζουν
Χαος συντρίμμια και καπνό
Το κοσμο αυτο μαυρίζουν ,,
Και εγω έπεσα στα γόνατα ,
Για να τον προσκυνήσω ,
Με μια λαχτάρα στη ψυχη
Έλεος να ζητήσω!

ΓΙΩΤΑ ΞΕΝΟΥ