Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ Άννα Μπιθικώτση



ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ . 
Ένα μου χρονογράφημα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου , αφιερωμένο στα αθώα αγγελούδια που δίνουν τη μάχη τους για ζωή και στους ήρωες γονείς τους.... «Είδα κάτι δάκρυα να ποτίζουν το αγιόκλημα της ζωής παιδιών που έσπειρε ο καρκίνος τα σημάδια του στο κορμί τους. Άκουσα κάτι λυγμούς που πνίγηκαν στο μαξιλάρι του πόνου τους. Έραψα στους ώμους τους φτερά για να πετάξουν πάνω από τις παιδικές χαρές των ονείρων τους. Μύρισα κάτι λογάκια που μοσχοβολούσαν ζωή. Γεύτηκα μια μπουκιά ελπίδα από τα ματάκια τους. Ρώτησα το Θεό ποιος τα αγάπησε πιο πολύ από τη μάνα, τον πατέρα, τα αδέλφια τους.. Σώπασε.. Ρώτησα τους δρόμους που έπαιζαν, που κρύφτηκαν τα βηματάκια τους; Ρώτησα τη θύελλα, πού σκόρπισε το γέλιο τους; Ρώτησα το κρεβατάκι τους, γιατί πάγωσε η ζέστη του; Ρώτησα τα τριαντάφυλλα, μήπως κοκκίνισαν από της αγάπης τα αίματα που τα πορφύρωσαν; Ρώτησα τη φλόγα ενός κεριού , γιατί τους μοιάζει τόσο; Ρώτησα τους γιατρούς, μου χτύπησαν με νόημα τη πλάτη και σώπασαν… Ρώτησα τον ήλιο κι εκείνος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα. Ρώτησα το φως και μου έδειξε το σκοτάδι. Ρώτησα τους ναυαγούς και μου έδειξαν το ναυάγιο. Ρώτησα τα παιδιά και μου έδειξαν το μέλλον. Ρώτησα τη μάνα και μου έδειξε τη Παναγιά. Ρώτησα τον πατέρα και «γέννησε»,ένα αχ!. Ξαναρώτησα τον Θεό γι αυτή την σκληρή πραγματικότητα, την άνιση μάχη για ζωή και Εκείνος αποκρίθηκε: -Μα οι άνθρωποι κινδυνεύουν μόνο στη γη. Ξαναρώτησα τους γιατρούς, την Επιστήμη κι μου απάντησαν για νέες προόδους, για συνεχή επαγρύπνηση, « όλα για τον άνθρωπο», μου είπαν. Ρώτησα ένα άρρωστο κοριτσάκι: -Θα γίνω καλά, θα γίνω μανούλα …θα γίνω γιαγιά, μου αποκρίθηκε. Ρώτησα ένα άρρωστο αγοράκι: -Θα βγω από εδώ, δεν θα ξανακάνω κανέναν από όσους αγαπώ να κλάψουν, θα γίνω επιστήμονας, γιατρός θα γίνω και θα ανακαλύψω το φάρμακο του καρκίνου, θα πάω στρατιώτης, θα κάνω παιδιά που θα γίνουν γιατροί…Θα έχω μακριά μαλλιά… Ρώτησα τις χημειοθεραπείες και μου έδειξαν ένα χλωμό φεγγάρι. Σταμάτησα να ρωτώ…κι άρχισα να προσεύχομαι για όλα αυτά τα παιδιά. Τις νύχτες θα βλέπω να ανατέλλουν ήλιοι μες τα μάτια τους, μες στο σκοτάδι χαμόγελα θα ψηλαφίζω στο προσωπάκι τους. Όχι, όχι… δεν θα ξανά βουρκώσω Άγγελέ μου, στο ορκίζομαι στο ταξίδι μας αυτό, στη στιγμή που το σκεπάζει. Σε άκουσα , διέκρινα το γνώριμο ήχο της μελένιας φωνούλας σου και όσα σήμερα μου ζητάς θα πράξω. Αφού εσύ μου λες ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα που κοιμάται και ξυπνά μαζί με τον «σπαραγμό των Αγγέλων», αφού εσύ ακούς το τραγούδι τους, αφού εσύ διακρίνεις το εικόνισμα που σκύβει από πάνω τους. Αφού εσύ ο μικρός «Χριστός» μου γίνεσαι εικόνισμα που τους νανουρίζει με λόγια πίστης για τη νέα μέρα που τους ξημερώνει!
Άννα Μπιθικώτση

Σχόλιο απο Skouliki: ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αννα για την τιμή που μου κάνει επιτρέποντας μου να δημοσιεύω εδώ μερικά από τα έργα της...

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ...

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ! απο την Άννα Μπιθικώτση


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ !
κείμενο - αφήγηση: Αννα Μπιθικώτση
Ζούμε στα στοιβαγμένα «πρέπει» μας με το τραγούδι των συμβιβασμών. Νότες οι ίσκιοι της βολής μας. Λαχανιάζοντας ανεβαίνουμε την ανηφόρα των υποχρεώσεων μας με ένα τριαντάφυλλο στα δάκτυλα που ματώνονται από τα αγκάθια του.
Κι όσοι από μας αγαπήσαμε βαθειά , τι μπορεί να σημαίνει ότι αντέχουμε με το να μην έχουμε αυτό που θα θέλαμε να έχουμε;
Η αγάπη είναι ανάγκη για επιβεβαίωση , είναι δύναμη, είναι ο αλύτρωτος έφηβος που μέσα μας κρύβουμε. Είναι η συλλογή των πιο όμορφων λέξεων. Είναι οι αποχρώσεις των αγριολούλουδων. Είναι μια λευτεριά με περισσότερο νόημα!
Κι όμως έρχονται φορές που όταν η αγάπη ζητά το δόσιμο, τότε εμείς αλλοτριώνουμε το ρήμα «θέλω»..
Μήπως γιατί δεν αντέχουμε σε τόση ομορφιά; Μήπως γιατί δεν αντέχουμε να δούμε το φως της, να ακούσουμε το κάλεσμά της;
Η αγάπη έχει είσοδο ελεύθερη σε όλα τα θεάματα της ζωής, περιστρέφεται γύρω μας, είναι η ατομική μας φωτιά που ζεσταίνει τις παγωμένες αισθήσεις μας.
Η αγάπη εμπνέει ποιητές, μουσουργούς, ζωγράφους, γλύπτες …Την είδα κι εγώ , με λυμένα τα μαλλιά, στους δρόμους της καρδιάς τούτου του κόσμου, ξυπόλυτη να σεργιανά. Έπαιζε βιολί… Την άκουσα ενώ διάβαζα ποιήματα αγάπης στο ξύλινο καναπέ του κήπου μου με τις ανθισμένες ροζ τριανταφυλλιές.
Με πλησίασε αθόρυβα … Την κοίταξα έκπληκτη ολόισα στα μάτια..Τί όμορφη που ήταν! Οι χτύποι της καρδιάς μου υψώθηκαν και ακούμπησαν τις πρώτες δοξαριές των αχτίνων του ήλιου που μόλις είχε ανατείλει. Η ακατοίκητη ψυχή μου γέμισε χρώματα και αρώματα. Όλα με μιας πήραν άλλο νόημα εντός μου!Αναρωτήθηκα , μήπως φταίει η μελωδία που με μάγεψε ή τα κρυστάλλινα μάτια της που μέσα τους καθρεφτιζότανε όλος ο κόσμος;Μια άφθαστη γλυκύτητα μ΄ έντυσε γαλήνη και χαμόγελα.
Την ακολούθησα χωρίς να την ρωτήσω που με πάει και παραξενεύτηκα που η λογική δεν δε με ακολούθησε σε τούτο το πρωτόγνωρο ταξίδι.Ανακάλυψα ξάφνου ότι το πιο μακρύ ταξίδι βρίσκεται μέσα στη καρδιά μας, κάτω από τα πόδια μας...Στη διαδρομή μας , με έμαθε να τιμώ το χέρι που μου άπλωνε. Μου έδειξε πώς να ανεβαίνω τη σκοτεινή σκάλα που οδηγεί στο φως , πώς να ξαπλώνω πάνω στο στήθος της άνοιξης, πώς να σχεδιάζω όνειρα κόντρα στον άνεμο, πώς να λούζω τον έρωτα στο ποτάμι των φιλιών, πώς να δίνω τη μορφή της στα ποιήματα μου, πώς να βάζω στο αίμα μου φωτιά…
Αχ! Έρωτα, αχ! Αγάπη μεγάλη Κυριακή της ζωής, καθυστέρησες ναρθείς και σε φοβάμαι. Συνήθισα κι εγώ να αλλοτριώνω βιαστικά και βασανιστικά το ρήμα «ΘΕΛΩ» ..
Απέραντη αγάπη, πουλί χαμένο των καιρών μας μήπως είσαι το φωτοστέφανο ενός Αγίου, ή το όνειρο που ήθελα να ζήσω;
Τρέχει σαν τόπι ο ήλιος στον ουράνιο θόλο του …Ακούει τη μουσική από το βιολί της αγάπης και τη κοιτάει που χορεύει.
Κι εγώ κοιτώ σαστισμένη τα τριαντάφυλλα του κήπου μου στο δικο τους χορό.. Χορεύουν ίσως γιατί μόνο αυτά δεν ξέρουν από συμβιβασμούς, πρέπει και μη..
Τώρα ξέρω το γιατί… Τα άνθη ξέρουν καλά να κλείνουν το ρήμα «ΘΕΛΩ» και ας μη έμαθαν ποτέ τους γράμματα…
Μα εγώ θα τολμήσω σήμερα να συλλαβίσω τα έξι ιερά γράμματα της ... Σ ΄ Α Γ Α Π Ω!


Σχόλιο απο Skouliki: ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αννα για την τιμή που μου κάνει επιτρέποντας μου να δημοσιεύω εδώ μερικά από τα έργα της...

ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ...

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

"Στην υποκρισία του καθωσπρεπισμού...." από την Άννα Μπιθικώτση


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ "ΗΧΗΡΕΣ ΣΙΩΠΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ"
     
"Στην υποκρισία του καθωσπρεπισμού...."
Πόσοι από μας δεν κάναμε συμβιβασμούς ζωής και δεν“ξεδιψάσαμε”, γιατί θελήσαμε να υπάρχουμε για τους άλλους προσπερνώντας τα “θέλω” μας…
Εκείνους τους κραυγαλέους συμβιβασμούς περπατώντας στωικά μαζί τους συνοδοιπόροι στο μονοπάτι του “σωστού” μα τόσο λάθους;
Πόσοι από μας δεν πυρπολήσαμε όνειρα μέσα σε υποκριτικές πλάνες κι άμυνες ψυχής απέναντι σε συντηρητισμούς κοινωνικούς, σκλαβώνοντας ανατολές καρδιάς και υποδουλώνοντας τις δικές μας ανάγκες
για ελεύθερες ανάσες σβήνοντας το χρώμα, γιατί η βολική συνενοχή με των άλλων τα “θέλω” πάντα μας ντύνει το “άχρωμο” ;
Πόσοι τολμήσαμε να καθαγιάσουμε μιαν αγάπη πουήρθε αργά κρατώντας την σαν άγιο δισκοπότηρο, σαν ένα κομμάτι αιωνιότητας;
Πόσοι τολμήσαμε να κλείσουμε την πόρτα στην τελματωμένη και βολεμένη μας ζωή, για να ακολουθήσουμε τη φωνή της καρδιάς να μας λέει: «Χρωστάς αγάπη και για σένα;»
Στις Ηχηρές σιωπές του έρωτα, πρωταγωνιστής μπορεί να
είσαι εσύ, εγώ, εμείς… που θα πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα στη ζωή που μας διάλεξε και στην υπέρβαση ενός μεγάλου έρωτα… Της αθώας ενοχής μας… Της ηχηρής σιωπής μας…
Κι είμαστε εμείς, είναι οι περαστικοί στον δρόμο, οι θεατές στο θέατρο, οι συνάδελφοι στο γραφείο, οι άγνωστοι στο μετρό, οι γνωστοί που τόσο λίγο ξέρουμε.Είναι οι άλλοι κι εμείς… που σπάνια επικοινωνούμε δίχως“τοίχους” για το συμμάζεμα της πραγματικής μας βιωμένης αλήθειας, στην υποκρισία του καθωσπρεπισμού…
ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ

Σχόλιο απο Skouliki: ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αννα για την τιμή που μου κάνει επιτρέποντας μου να δημοσιεύω εδώ μερικά από τα έργα της...


ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ...

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

ΕΝΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΕΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΝΕΙΣ ΕΝΌΨΕΙ ΤΩΝ ΕΞΕΤΆΣΕΩΝ

ΤΟ ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ  FACEBBOK ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΣΥΝΤΑΚΤΗ  ΟΥΤΕ ΚΑΝ  ΑΝ  ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΛΗΘΙΝΟ ΓΕΓΟΝΟΣ, ΟΜΩΣ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΔΙΟΤΙ ΜΙΛΑ  ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ  ΚΑΙ   ΕΤΣΙ ΤΟ  ΔΗΜΟΣΙΕΥΩ.
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ!

ΕΝΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΕΣΤΕΙΛΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΕΝΟΨΕΙ ΤΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ
     

Αγαπητοί γονείς,
Οι εξετάσεις των παιδιών σας θα ξεκινήσουν σύντομα. Ξέρω, ότι είστε όλοι τρομερά αγχωμένοι, προκειμένου το παιδί σας να τα πάει καλά σε αυτές.
Σας παρακαλώ, όμως, θυμηθείτε, ότι ανάμεσα στους μαθητές που θα κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον την ημέρα των εξετάσεων, υπάρχει ένας καλλιτέχνης, ο οποίος δεν χρειάζεται να ξέρει άριστα Μαθηματικά… Υπάρχει ένας επιχειρηματίας, ο οποίος δεν νοιάζεται ιδιαίτερα για την Λογοτεχνία… Υπάρχει ένας μουσικός, του οποίου οι βαθμοί στη Χημεία δεν θα έχουν ποτέ καμία σημασία… Υπάρχει ένας αθλητής, του οποίου η καλή σωματική κατάσταση είναι πιο σημαντική από τις γνώσεις του στη Φυσική…
Αν το παιδί σας φέρει υψηλούς βαθμούς στις εξετάσεις, αυτό θα είναι σπουδαίο! Αν δεν τα καταφέρει, όμως… σας παρακαλώ, μην του στερήσετε την αυτοπεποίθηση και την αξιοπρέπειά του. Πείτε του, ότι ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ, είναι απλά μία εξέταση!
Τα παιδιά σας είναι φτιαγμένα για πολύ σπουδαιότερα πράγματα στη ζωή τους, από ένα διαγώνισμα.
Πείτε του, πως ό,τι βαθμό κι αν φέρει, εσείς θα το αγαπάτε και δεν θα το κρίνετε.
Σας παρακαλώ, κάντε το αυτό και, αφού το κάνετε, παρακολουθήστε πώς το παιδί σας θα κατακτήσει τον κόσμο. Ένα διαγώνισμα ή ένας χαμηλός βαθμός δεν μπορούν να στερήσουν από το παιδί σας τα όνειρα και τα ταλέντα του.
Και, σας παρακαλώ, μην πιστέψετε ποτέ, ότι οι γιατροί και οι μηχανικοί είναι οι μόνοι ευτυχισμένοι άνθρωποι στον πλανήτη.
Με θερμούς χαιρετισμούς,
Ο Διευθυντής του Σχολείου»

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Φρουρααααααά - φρουρά....: απο τον Xenio-Dionisi Marino


Ένα χρονογράφημα του φίλου μου Xenios-Dionisis Marinos τον οποίο ευχαριστώ για την άδεια να το δημοσιεύσω εδώ και που αξίζει να διαβάσει κανείς!
     



Φρουρααααααά - φρουρά ....
Καλός φαινότανε ο γαμπρός , αρκεί που ήτανε από το κάμπο ,δεν ήθελε οι κοπέλες τσης να κάτσουνε στο βουνό .
Γλεντζές ,κουβαρδάς κι όμορφος είχε ούλα τα προσόντα να περάσει το παιδί τσης καλά .
Από το κάμπο στο βουνό , 3 ωρες δρόμο με τα πόδια δεν ήτανε κι εύκολο κάθε μέρα να ανηφορίζει τσι κακοτράχαλες ρεματιές του Κωλοσύρτη , μεσ το λιοπύρι και τη βροχή , γιαυτό και τα σουλάτσα στο Μεγαλώνι περιοριζόντανε ,μία φορά την εβδομάδα ......και βάλε
Φιέστα είχανε σπίτι τσους ,σαν έφτανε κατάκοπος και καταϊδρωμένος , όμως πάντα φορτωμένος με τα κανίσκια για τη νύφη αλλά και για τη πεθερά .
Ούλα κι ούλα όμως ,ποτέ τσης δεν εβάσταξε φανάρι στα παιδιά τσης , ηθελε όμως νάξερε , αν ο γαμπρός ...<μπορεί > την έτρωε το σαράκι ,βλέπεις .

--Μωρή ,πως τα πας με το γαμπρό, τίποτσις ακόμα ?

--Τίποτσις μάνα τίποτσις ...!

--Νααα (και τση αφεντάρει δύο φάσκελα) που να σούρθει ξαφνικό ,χουμιξέτονε μωρή να δείς του κάνει κουκου ?

-- Ντρέπουμαι μάνα ντρέπουμαι

--Όρσε νααα (και τση δίνει άλλα δύο ) ,Ασε τώρα τσι ντροπές κι εγώ θα σ' αβαντάρω

--Μάνα μην εβουρλίστηκες πες μου για θα κορπάρω ?

-- Αν ειναι ορή τση προκοπής , μη σκιάζεσαι καθόλου , α τρέχει όμως ως τίποτα , να πάει κατά διαόλου !!! Σκάσε λοιπό και άκουμε .....

Το βράδυ που θα κάτσουμε να φάμε στο τραπέζι , στη μέση θα τον βάλουμε και θα του βάλεις χέρι

--Μα μαμά

--Μαμάξεις και ξερός ...κι ότα σου κάμω νόημα , θα βάλει τα ξερά σου ,ανάμεσα στα σκέλια του , να πιάσεις τ'αχαμνά του....κάμε πως εσηκώθηκε η κούδα τση ποδιά σου

--Εντάξει μάνα

Πασάς στα Βίσαλα ο γαμπρός ,δεξιά η νύφη ,αριστερά η πεθερά ,σα γύφτικο σκεπάρνι εκαμάρωνε κι εξεκωκάλιαζε τσι τηγανισμένες χαρκομαρίδες που είχε φέρει κανίσκι αγορασμένες από το Γατσούλα 15 νημερώνε..

.Έτρωε και τη τρώγανε τη γρία οι μαρίδες , ότι ήθελε ας γενότανε δεν είχε άλλες ορπίδες

--Ουξ από δώ , φύγε μωρή , τσίτο κακοχρονάχεις ...κι έκανε πως εκλώτσαε τη γάτα η πεθερά

Χαμπάρι ομως δεν έπερνε η νύφη από σινιάλα, μία μαρίδα όλακερη μια κουταλιά αλιάδα

--Μη τρώς μωρή τα κόκκαλα και δώστα στο γατσούλι

--Μα είναι μάνα νόστιμα , γιαυτό τη τρώω ούλη

--Δώκε μωρή του γατσουλιού κομμάτι να σωπάσει γιατί άμα του δώκω εγώ , περμάμε σ'άλλη φάση

-- Ασε με μάνα άσε με , τρώω θα κομπιαστώ ..κι κατάπινε τσι μαρίδες αμάσητες , μία χαψιά και κάτου

Του διάολου ελιβάνιζε , στο κόσμο τσης η νύφη , σε τίποτα δε τση 'μοιασε , ένα τσουρούλι πονηριά ,κομμάτι εξυπνάδα...... εσκεφτότουνα η μάνα και το μυαλό τσης εγύριζε να δεί , αν ο γαμπρός <μπορεί >

Εκόντευέ να τελειώσει το φαί ,δεν είχε πολύ χρόνο , την ευκαιρία να χάσει ?, Έπρεπε να δράσει...........βεραμέντε σκορσάρει και μπατάρει ούλα τ'αποφάγια απάνου στο γαμπρό ,τάχατες τη εγραντζούνισε είπε το γατσιερό

--Ω χαρά μου τι έπαθα ΄κατσε να σε τινάξω ...

--Δε βαριέσαι πεθερά ,άστο θα πά να αλλάξω

--Κάτσε ορέ να σε χαρώ

Τιναξε -τίναξε 'το βρακί δε θέλει και πολύ , νά σου και του σηκώθηκε δελέγκου το πουλί ...κι αφού τον επασπάτεψε και ήτανε θετικιά ,γυρνάει και λέει στη κόρη τσης με άγρια ματιά

΄--Μωρή να σουρθει συφορά μη τρως όλο μαρίδες , φάε και κάνα κέφαλο που είναι όλο θερμίδες

πηγη: Xenios-Dionisis Marinos

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Χτίσε γέφυρες , όχι φράχτες



Δύο αδέλφια, τα οποία ζούσαν σε διπλανά αγροκτήματα, κάποια στιγμή για μια ασήμαντη αφορμή μάλωσαν. Ήταν το πρώτο ρήγμα στη σχέση τους έπειτα από 40 χρόνια στα οποία ζούσαν αρμονικά ο ένας δίπλα από τον άλλον.
Δυο μαλωμένα αδέρφια πλήρωσαν ξυλουργό για να φτιάξει φράχτη ανάμεσα στα σπίτια τους. Εκείνος έκανε κάτι καλύτερο
Όλα αυτά τα χρόνια μοιράζονταν τα γεωργικά τους μηχανήματα, βοηθούσε ο ένας τον άλλον και έτρωγαν τις Κυριακές παρέα μαζί με τις οικογένειες τους. Πότε στο σπίτι του ενός και πότε στο σπίτι του άλλου.
Η παρεξήγηση τους όμως εκείνη τη μέρα, για μια ασήμαντη αφορμή, εξελίχθηκε σε έναν άγριο καυγά κατά τη διάρκεια του οποίου ειπώθηκαν πολύ άσχημες κουβέντες. Ακολούθησαν πολλές εβδομάδες σιωπής. Τα αδέρφια δεν μίλαγαν πια ο ένας στον άλλον. Προσπαθούσαν να μην συναντιούνται καν στο δρόμο ή στη πόλη.
Ένα πρωί κάποιος χτύπησε τη πόρτα του μεγαλύτερου αδερφού.
Εκείνος άνοιξε και είδε έναν άντρα. «Είμαι ξυλουργός και ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών», του είπε. «Μήπως έχετε κάτι που θα μπορούσα να το φτιάξω;»
«Ναι», του απάντησε αυτός. «Έχω μια δουλειά για σένα».
«Βλέπεις αυτό το σπίτι απέναντι; Είναι ο γείτονάς μου. Για την ακρίβεια είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Τον περασμένο μήνα ανάμεσα στα σπίτια μας υπήρχε ένα λιβάδι. Αυτός όμως πήρε μια μπουλντόζα και έσκαψε ένα βαθύ αυλάκι που με τις βροχές έγινε ποταμάκι. Μπορεί λοιπόν αυτός να έσκαψε αυλάκι, εγώ σκέφτηκα να κάνω κάτι ακόμα καλύτερο».
«Δίπλα στο στάβλο έχω πολλά ξύλα. Θέλω να τα πάρεις και να μου φτιάξεις ένα φράχτη τρία μέτρα ψηλό. Δεν θέλω να βλέπω ούτε το σπίτι του αλλά ούτε και το πρόσωπο του πια».
«Νομίζω ότι κατάλαβα τι θέλεις. Δείξε μου τα ξύλα, το πριόνι και τις πρόκες και θα σου φτιάξω αυτό ακριβώς που χρειάζεσαι».
Την επόμενη μέρα ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη. Πριν φύγει, ετοίμασε όλα όσα χρειάζονταν ο ξυλουργός και τον αποχαιρέτησε ικανοποιημένος για αυτό που θα αντίκριζε το βράδυ.
Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά όλη την ημέρα. Όταν με τη δύση του ηλίου ο μεγάλος αδερφός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε πια τελειώσει.
Τα μάτια του αγρότη μόλις αντίκρισε αυτό που έφτιαξε ο ξυλουργός άνοιξαν διάπλατα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
Ο ξυλουργός δεν είχε φτιάξει φράχτη.. Έφτιαξε γέφυρα. Μια γέφυρα που ξεκινούσε από το χωράφι του, πέρναγε πάνω από το αυλάκι και κατέληγε στο χωράφι του αδερφού του.
Την στιγμή που την κοίταζε αποσβολωμένος, είδε τον αδερφό του να πλησιάζει χαμογελαστός προς το μέρος του με τεντωμένα τα χέρια.
«Αδερφέ μου δεν ξέρω τι να πω. Μετά από όλα αυτά που είπα και όλα αυτά που σου έκανα, εσύ έφτιαξες μια γέφυρα», του φώναξε.
Τα δύο αδέλφια συναντήθηκαν στη μέση της γέφυρας και αγκαλιάστηκαν σφιχτά συγκινημένοι.
Όταν ο μεγάλος αδερφός γύρισε για να ευχαριστήσει τον ξυλουργό, τον είδε να μαζεύει τα πράγματα του.
«Όχι περίμενε», του φώναξε. «Θέλω να μου κάνεις και άλλες δουλειές».
«Θα ήθελα πολύ να μείνω», του απάντησε ο ξυλουργός. «Αλλά έχω πάρα πολλές ακόμη γέφυρες να φτιάξω».

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Νίκος Καζαντζάκης: Πάντα αληθινός κι επίκαιρος!

Ο Νικος  Καζαντζακης περιγράφει  απλά  τι  είμαστε εμείς οι Έλληνες....   και  δυστυχώς ισχύει   απόλυτα...

«Μια μέρα ο Αλλάχ βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά κι έπλασε το Ρωμιό. Μα ευτύς, ως τον είδε, το μετάνιωσε. Είχε ένα μάτι ο αφιλότιμος που τρυπούσε ατσάλι.
 «Τι να γίνει τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα. Ας πιάσω να κάμω τώρα τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρει ο κόσμος την ησυχία του.» Και ευτύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ’ ένα ταψί τον Τούρκο και το Ρωμιό να παλέψουν. Πάλευαν, πάλευαν ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε το κάτω τον άλλον Μα ευτύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος!
 « Ο διάολος θα με πάρει, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα πάλι. Τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι… Τι να κάμω;» Ολονύχτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης, μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις χερούκλες του:
 «Βρήκα βρήκα» φώναξε. Έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, κι έφτιαξε έναν άλλο Ρωμιό, και ους έβαλε στο ταψί να παλέψουν. Άρχισε το πάλεμα. Τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος. Μπηχτές ο ένας, μπηχτές κι ο άλλος. Μπαμπεσιά ο ένας, μπαμπεσιά κι ο άλλος… Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνουνταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνουνταν, πάλευαν… Κι ακόμα παλεύουν! Κι έτσι ο κόσμος βρήκε την ησυχία του…!»

Νίκος Καζαντζάκης
Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”…

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟ 2017 …ΘΥΜΑΜΑΙ ΚΑΙ ΑΝΑΠΟΛΩ από την Άννα Μπιθικώτση

 


Στο ιερό της σκέψης, με σεβασμό φυλάω τις άγιες μέρες εκείνων των χρόνων που έραινε με άστρα τα χρόνια μου το αγγελουδάκι των παιδικών μου ονείρων, κείνα τα αγνά μου χρόνια που έλεγαν τα κάλαντα οι φωνούλες της ψυχούλας μου...
«Φοράω» στη μνήμη μου ξανά εκείνα τα πρώτα μου κόκκινα λουστρίνια και σιγοπερπατώ σε κείνες τις γιορτές του δικού μου παραμυθιού, τότε που έμπαζε η τρύπια στέγη μας λες και ήθελε ο Θεός να κοινωνήσουμε το δάκρυ του..
Τότε που είχαμε για βίβλο ένα καρβέλι ζεστό ψωμί...
Τότε που «κεντούσε» με ιστορίες η γιαγιά μου η Άννα την Άγια Νύχτα μου δίπλα στο ξεπαγιασμένο μου κορμάκι... 
Τότε που με τη φωνή του τη μελένια μας τραγουδούσε ο πατέρας το μικρό τυμπανιστή... 
Τότε που στο τζάμι των ονείρων μου ο Αϊ Βασίλης με κοιτούσε ενώ ζέσταινα τα χεράκια μου στη γκαζιέρα μας για να μη πιάσουν χιονίστρες πάλι... 
Τότε που ονειρευόμουν στολισμένες βιτρίνες στην αγκαλιά της μανούλας μου... 
Τότε που γέμιζε το ταψί μας με χιόνι για να ξεγελάσει τη πείνα μας λέγοντας μας ότι αυτή είναι η Βασιλόπιτα που μας έφτιαξε ο Χριστούλης... 
Αχ! αυτά τα λουστρίνια μου δε θέλω να τα βγάλω ποτέ από της μνήμης μου τα «τρεχαλητά ποδαράκια»..
Με αυτά θα στολίζω κάθε χρόνο το Χριστουγεννιάτικο μου δεντράκι, στολίζοντάς το με το αγγελουδάκι της χαμένης μου αθωότητας .. 
Τώρα που όλα έγιναν μια παιδική ανάμνηση...
 Τώρα που τα έχω όλα, νιώθω σαν «Ιεράρχης δίχως άμφια» γιατί ντρέπομαι που είμαι χορτάτη ανάμεσα σε τόσους πεινασμένους, γιατί δακρύζω αφού κάποτε κι εγώ ονειρευόμουν ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στον ουρανό μου όπως τόσα παιδιά σήμερα και δε μπορώ να τους το προσφέρω, αφού κι εγώ μες της αδελφούλας μου την αγκαλιά περίμενα στο κοινό όνειρό μας τον Αϊ Βασίλη να φέρει τα δώρα μας...
 Φόρεσα κι απόψε τα κόκκινα λουστρίνια μου για να ταξιδέψω στο χρόνο πίσω, για να ξαναβρώ εκείνη τη παιδική μου καρδιά, για να φέρω από τους ουρανούς τον ακριβό μου πατέρα, τη γιαγιά Άννα, το παππού Βαρσαμή, για να είμαστε πάλι όλοι μαζί όπως τότε κι ας ξαναπιάσουν χιονίστρες τα χέρια μου..
Καλύτερα ένα ταψί γεμάτο χιόνι για βασιλόπιτα παρά όλα τα καλά του κόσμου στο στρωμένο μου τραπέζι ... 
Θέλω πίσω τη λατρεμένη μου εκείνη ζωή που μου έφτανε μια αγκαλιά και μια γκαζιέρα... 
Αχ! Και να γύρναγα το χρόνο πίσω! Αχ! Και ας κοιμόμουν στο χιόνι πάλι αφού έτσι κι αλλιώς είμαι η Αννούλα του χιονιά...
Εύχομαι στο νέο χρόνο που έρχεται να νικήσουμε το χιονιά
με τη ζεστασιά της καρδιάς!
Καλή χρονιά!

Με αγάπη
Άννα Μπιθικώτση

Σχόλιο απο Skouliki: ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αννα για την τιμή που μου κάνει επιτρέποντας μου να δημοσιεύω εδώ μερικά από τα έργα της...


ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ...

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Το βαρελόσκυλο από την 'Αννα Μπιτσάνη



Η πόρτα της αποθήκης δεν έκλεινε καλά και τώρα τελευταία του 'λειπαν πράγματα, εργαλεία. Μήπως τον έκλεβε κανείς;
Και τα πουλιά του τσίμπαγαν τους σπόρους, του σκίζαν τα τσουβάλια.
Που θα πήγαινε αυτή η δουλειά;
"Πάρε έναν σκύλο φύλακα και δέσε τον εκεί απέξω!" του είπε ένας φίλος.
Δυό-τρία σπίτια πιο κάτω είχε γεννήσει η σκύλα του γείτονα. Θα του ζητούσε ένα κουτάβι.
Έχωσε βαθιά στην γή μια βέργα, την χτύπησε, την γύρισε και πέρασε έναν κρίκο, μια αλυσίδα και ένα βαρέλι δίπλα. Αυτό θα 'ταν το σπίτι του.
Δέθηκε το κουτάβι.
Τα πρώτα βράδια έσκουζε, ζήταγε την μάνα του. Σιγά σιγά συνήθισε και έκοψε το κλάμα. Έμαθε να γαβγίζει και να διώχνει τα πουλιά και όποιον ζύγωνε κοντά.
Έμαθε να κατεβάζει το κεφάλι όταν πλησίαζε ο αφέντης. Μιά-δύο φορές τον άγγιξε, του άλλαξε κολάρο.
Και περνούσε ο καιρός, η αλυσίδα ελάφρυνε. Μεγάλωνε. 'Εγινε σκύλος.
Ο αφέντης ευχαριστημένος με τον φύλακα, δεν του 'χε λείψει κάτι.
Άλλαζαν οι εποχές. Δεν έβλεπε και πολλά εκεί, τον φράχτη, την πόρτα της αποθήκης και την ζωή που έφευγε και δεν την ζούσε.
Τα καλοκαίρια όμως γινόταν κάτι που του 'δινε χαρά. Ο εγγονός του αφέντη, ένα ξεχωριστό παιδί του κράταγε παρέα. Και είχε μια κρυφή ιδιότητα: μιλούσε με τα ζώα. Τον είχε ρωτήσει αν πονά, αν υποφέρει.
Ήταν περήφανος ο φύλακας, δεν θα 'δειχνε καμιά αδυναμία. "Είμαι καλά" του απάνταγε.
Τον είχε ακούσει να παρακαλάει τον αφέντη "Παππού λύσε τον σκύλο".
Τον είχε ακούσει να κλαίει στο "Όχι".
Τα χρόνια έφυγαν, ο αφέντης δεν άντεχε πιά. Το ίδιο και ο σκύλος.
Ένα πρωί τους άκουσε που έλεγαν ότι ο αφέντης του αρρώστησε, ήρθαν και πήραν τον παππού για το νοσοκομείο. Ο εγγονός, άντρας πιά, ανέλαβε το κτήμα.
Την πρώτη μέρα αφέντης εκεί, πήρε μια μεγάλη πένσα και έκοψε τον κρίκο.
"Έλα μαζί μου" . Η αλυσίδα έμεινε να κείτεται στο χώμα. Πρώτη φορά είδε το σπίτι από μέσα.
Του έστρωσε μια μαλακή κουβέρτα μπροστά στο τζάκι. "Ξάπλωσε εδώ να ζεσταθείς και εγώ θα σου μιλάω". Ο σκύλος ήταν γέρος πιά, τα πόδια του πονούσαν. Η κουβέρτα αφράτη σαν το σύννεφο και η ζέστη του τζακιού παράδεισος. Το παιδί μιλούσε.Του είπε τι είναι η θάλασσα, τι χρώματα έχουν τα βουνά και πόσο ωραία μύριζε η βροχή μέσα στο δάσος.
Μιλούσε ώσπου κατάλαβε πως νανούρισε τον σκύλο.
"Παιδί να πείς στον γέρο πως τον συγχωρώ, δεν του κρατάω κακία.
Δεν ήξερε αλλιώς. Και εσένα σε ευχαριστώ".
'Ενιωσε το χέρι να του χαιδεύει απαλά το κεφάλι και αποκοιμήθηκε.
Ξημέρωσε ένα όμορφο πρωινό, αλλά δεν ξύπνησε ο παππούς.
Ούτε ο σκύλος.
Έφυγαν και οι δυό αφήνοντας κληρονομιά στο παιδί.
Θα άλλαζε τον κόσμο. Είχε το μέλλον, είχε την δύναμη και την αγάπη που χρειαζόταν.
Είχε την ελπίδα.
Θα άλλαζε ότι στραβό του άφησαν.
Γιατί αλλιώς δεν ήξερε και άλλο δεν μπορούσε.

-'Αννα Μπιτσάνη, Σάββατο 14 Οκτώβρη, 2017.

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Λαέ μου γιατί πάγωσες από την ξενιτεμένη φίλη μου Γιώτα ξένου

Μια κατάθεση ψυχής από την ξενιτεμένη φίλη μου Γιώτα ξένου, το παραθέτω ακριβώς όπως το δημοσίευσε στο FB με σκοπό να παροτρύνει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες να μην φεύγουν από την Ελλάδα, αλλά και οι ξενιτεμένοι να επιστρέψουν πίσω...

Σας στέλνω το λόγο της ψυχής μου , μη το διαβάσετε σαν ποίημα .
Να τον διαβάσετε σαν Μοιρολόι Βγαλμένο μέσα από την καρδιά μου , εχω φυγή από την πατρίδα μας πάνω από 40 χρόνια, σας Άφησα εκεί την ψυχή μου, Αυτή δεν μετανάστευσε πότε , Το σώμα μου όμως είχε πολλά εμπόδια και δεν τα κατάφερε να γυρίσει, ένα σώμα Κουρασμένο από τις ξενιτιάς τα Άγρια μονοπάτια,
Γι' αυτό και θα πω !!!!!!!!!!!! 
Εσείς που φύγετε τώρα ,πριν κάνετε οικογένειες πηγαίνετε να χτίσετε τη φωλιά σας στην πατρίδα μας!!!!!!!
 Όχι μη την χτίσετε τη φωλιά σας σε ξένους τόπους γιατί θα είναι πολύ δύσκολο να Γυρίσετε...
Γιατι μια μερα οταν τα χρονια περάσουν δεν θα Υπάρχει γυρισμός,,,,
Μένουμε Ελλάδα, γυρίζουμε στην Ελλάδα, ζούμε για την Ελλάδα , αγωνιζόμαστε για την Ελλάδα.
Αν χρειαστεί πρέπει να πεθαίνουμε και για την Ελλάδα!!!!!!!

Λαέ μου γιατί πάγωσες

Λαέ μου γιατί πάγωσες
Γιατι πονά η ψυχή σου ,
Που ειναι εκείνη η δύναμη
Που είχες στη ζωη σου ,

Γιατι Άφησες τους Άδικους
Να σε Πυροβολούνε
Και με ενα βλεμα εχθρικό
Έτσι να σε Κοιτούνε ,

Γιατι δεν σήκωσες κορμί
Που´ναι το ανάστημα σου,
Γιατι άφησες και σκότωσαν
Ελπίδες και όνειρα σου ,

Λαε μου γιατι άφησες ,
Τη γη σου να μαυρίσουν ,
Η δύναμη πού´χε η ψυχή
Να στην υποτιμήσουν ,,

Γιατι δεν πήρες το σπαθί
Που φύλαγε η καρδια σου ,
Να προστατέψεις στη ζωη
Πατρίδα και παιδιά σου ,,

Δεν σκέφτηκες τους ήρωες ,
Που είχανε ματώσει ,
Για την δίκη σου Ελευθέρια
Τα νιάτα τους σκοτώσει ,

Γιατι Λαε μου Όμορφε
Το δακρυ σου Κυλάει ,
Γιατι το στόμα σφράγισε
Δεν θέλει να Μιλάει,,

Γιατι Λαε μου δεν ξυπνάς ,
Τον ήλιο ν´ Αντικρίσεις,
Παρ´την Σημαία σου αγκαλιά
Στους δρόμους να γυρησεις ,

Να φοβηθούνε οι εχθροί
Να τρέξουν να Κρυφτούνε ,
Και τη ψυχή του έλληνα
Μπρός τους ,να ξαναδούνε ,,

Εσυ λαε μου εχεις ψυχή ,
Τη δόξα σου Λυπήσου
Το χώμα σου το άγιο
Ειναι η δύναμη σου ,

Οι ρίζες σου Αντέχουνε
Αρκεί να της Ποτίσεις,
Κί´αν άλλοι της Πολιορκούν
Πίσω να τις γυρίσεις,

Ξύπνα και κοίτα γύρω σου
Τις ομορφιές που έχεις
Ξυπνά λαε μου να Χαρείς
Εσύ τον πόνο αντέχεις,,

Εσύ γεννήθηκες αετός ,
Στα ύψη να γυρίζεις,
Πάνω στο Ολύμπου την κορφή
Εκεί φωλιές να χτίζεις,,,

Γιώτα ξένου

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017

Οι πραγματικοί έρωτες δεν κοιμήθηκαν ποτέ σε άλλες αγκαλιές

   

Λένε πως οι μεγάλοι έρωτες χωρίζουν για σοβαρούς λόγους και πως η ζωή δεν τους θέλει πραγματικά μαζί. Κάποιοι άλλοι λένε, πως χωρίζονται και κοιμούνται σε ξένες αγκαλιές αλλά παράλληλα νοσταλγούν την παλιά αγάπη. Πουστιές τους έπαιξε η μοίρα αλλά τόσο θεοί, όσο και δαίμονες συνωμότησαν, για να μην είναι τώρα πια μαζί.
Μαλακίες!
Οι πραγματικοί έρωτες δεν κοιμήθηκαν ποτέ σε ξένες αγκαλιές. Δεν πρόδωσαν ποτέ τον σύντροφο τους, ακόμα κι όταν τʾ έσπασαν για λίγο. Ποτέ δεν πίστεψαν στο πεπρωμένο και πάντα έπαιρναν ευθύνη για τις πράξεις τους.
Οι πραγματικοί έρωτες τσακώνονται για βλακείες και μένουν χώρια για λίγο, κυρίως λόγω ξεροκεφαλιάς. Γιατί τέτοια παιχνίδια κυριαρχίας, θέλουν δυνατούς παίχτες. Ανθρώπους που δεν μασούν τα λόγια τους και που θα πουν αυτό που σκέφτονται, ακόμα κι αν πληγώσουν τον άλλον.
Άνθρωποι δυνατοί κι επιτυχημένοι, συνήθως, που ξέρουν τι ζητάνε, μόνο που καμιά φορά μπερδεύονται και διεκδικούν αυτό που θέλουν από το σύντροφό τους με λάθος τρόπο. Κάποιες φορές πιστεύουν, πως μιλούν σε υπάλληλο και πως αυτό που λένε, είναι και το απόλυτα σωστό. Έτσι καταφέρνουν να τσακώνονται για μικροπράγματα, που θεωρούν σοβαρά αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι.
Μπορούν να λογοφέρουν για το τελειωμένο αφρόλουτρο στο μπάνιο. Για την ακαταστασία στο δωμάτιο ή για την ώρα που ξυπνάει και κοιμάται ο άλλος. Μπορούν να σηκώσουν τη γειτονιά στο πόδι, μες στα χαράματα, επειδή ο ένας απʾ τους δυο έφαγε το τελευταίο κομμάτι σουφλέ σοκολάτας-που είχε ξεμείνει στο ταψί- και νʾ ανταλλάξουν βαριές κουβέντες μεταξύ τους.
Θα το φτάσουν στʾ άκρα απειλώντας με χωρισμό, χωρίς όμως πραγματικά να το εννοούν. Ίσως και να κάνουν μέρες να μιλήσουν στο τηλέφωνο. Οι φίλοι το μαθαίνουν και ταράσσονται, βάζοντας στο νου τους τα χειρότερα. Ρωτούν αν παίχτηκε κέρατο κι αυτοί απαντούν καθησυχαστικά «καμία σχέση».
Συνήθως η καλύτερη απάντηση που δίνεται στους φίλους είναι το «ε να, για μαλακίες μωρέ».
Πραγματικά οι λόγοι είναι γελοίοι. Κανένα ζευγάρι που καψουρεύτηκε κι αγαπήθηκε στʾ αλήθεια, δε χώρισε ποτέ για σοβαρούς λόγους. Γιατί στα δύσκολα ο ένας ήταν πάντα εκεί, να στηρίζει τον άλλον. Κανένα ζευγάρι που ερωτεύτηκε παράφορα δεν έβαλε τίτλους τέλους, όταν συνάντησε αναποδιές.
Πεισματάρηδες κι οι δυο τους τα καταφέρνουν κόντρα σʾ ό,τι κι αν συναντήσουν. Εξίσου πεισματάρηδες και ξεροκέφαλοι, όμως, που μπορούν να πνιγούν σε μια κουταλιά νερό. Περιμένουν απʾ τον σύντροφό τους να κάνει το πρώτο βήμα, γιατί τις περισσότερες φορές νιώθουν αμήχανα και δεν έχουν τι να πουν. Έτσι κρατούν αρνητική στάση, ενώ κατά βάθος καίγονται να τα ξαναβρούν.
Είναι θέμα κακής διαχείρισης λόγου. Όσο καλά κι αν γράφουν, όσο ορθά κι αν σκέφτονται σʾ άλλους τομείς. Μπροστά σʾ αυτόν τον έναν και μοναδικό άνθρωπο δεν έχουν λόγια να πουν κι αν έχουν, σίγουρα δεν τα εκφράζουν σωστά.
Γιʾ αυτό ποτέ δεν τα βρίσκουν με τις λέξεις. Απλά ο ένας ορμάει στον άλλον και του κλείνει το στόμα μʾ ένα φιλί. Τον τραβάει πάνω του και τον αγκαλιάζει, όσο πιο σφιχτά μπορεί, ψιθυρίζοντάς του «ξεκόλλα επιτέλους». Έπειτα θα ηρεμήσουν και θʾ αρχίσουν να λένε, πόσο λάθος είχαν και πόσο χαζά συμπεριφέρθηκαν. Θα ξενυχτήσουν μιλώντας για θέματα που τους απασχολούν και θα κοιμηθούν χαράματα.
Δεν υπάρχουν καταραμένα, καρμικά ζευγάρια. Αυτά είναι παπαριές που εφηύραν φυγόπονοι, για να κατηγορούν οτιδήποτε άλλο, εκτός βέβαια απʾ τους ίδιους τους εαυτούς τους. Οι πραγματικοί μεγάλοι έρωτες κλείνουν τα προβλήματα στο σπίτι. Δεν τα συζητούν μʾ άσχετους και δε δίνουν δικαίωμα σε κανέναν, να πει κακιά κουβέντα για το ταίρι τους. Ό,τι κι αν γίνει.
Θα αφήσουν ελάχιστους να μάθουν τι πραγματικά συμβαίνει και δε θα βγουν παρέα με τη χορωδία του δήμου, να διατυμπανίσουν τα προβλήματα τους, γιατί δεν έχουν μάθει να τους λυπούνται.
Διαπληκτίζονται εύκολα και τα βρίσκουν μεταξύ τους δύσκολα. Όμως κάθε φορά που γίνεται αυτό, δένονται όλο και πιο πολύ, γιατί λύνουν τα θέματά τους ένα προς ένα και δεν τʾ αφήνουν να μαζεύονται.
Τα ζευγάρια αυτά υπάρχουν ανάμεσα μας και σου επιτρέπουν να δεις μόνο την καλή πλευρά της σχέσης τους. Κάθε καβγάς είναι γι’ αυτούς ένα οριστικό τέλος και κάθε συμφιλίωση μία ακόμα πιο δυνατή αρχή. Μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να λένε πως αγαπάνε. Μπορεί να χωρίζουν για μαλακίες, όμως βαθιά μέσα τους γνωρίζουν, πως θα τα ξαναβρούν.
Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να τη βγάλουν με ταινίες του Ξανθόπουλου και της Μάρθας Βούρτση. Να κλαίγονται και να πονούν για πρώην, μιας και δεν είχαν τʾ αρχίδια να τους διεκδικήσουν.
Μια φράση μόνο γιʾ εσάς. Καλά να πάθετε.

Συντάκτης: Γιάννης Καλαμπούκας

πηγη: http://www.pillowfights.gr/alitheia-i-tharros/

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

ΜΑΡΙΑ Ιστορία τέταρτη από την Αγγελική Δ. Παπασταύρου

Γι α να δείτε την Πρώτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Δεύτερη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Τριτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
                 

ΜΑΡΙΑ Ιστορία τέταρτη

Με λένε Μαρία… και είμαι ζωγράφος. Τουλάχιστον μέχριπέρυσι τέτοιο καιρό.

Τότε ήταν που με έπιασε η μεγάλη μου μελαγχολία και σταμάτησα να έχω έμπνευση και δεν ξανάπιασα, μέχρι σήμερα το πρωί, το πινέλο στο χέρι μου.
Πάντα οι πίνακες μου ήταν ολοφώτιστοι με πολλά χρώματα, έντονα και ζωντανά σαν και μένα. Ήμουν χαρούμενη και ευτυχισμένη με την μικρή μου οικογένεια και αυτό φαινόταν καθαρά σε αυτούς. Ο γιος μου Γιάννης είχε έρθει να συμπληρώσει την χαρούμενη εικόνα μας πριν τρία χρόνια και όλα φάνταζαν τέλεια, αν … και έβλεπα σαν μάνα κάποιες στιγμές, να τον χάνω, αλλά δεν ήθελα να πιστέψω ότι κρυβόταν πίσω από την αφηρημάδα αυτή κάτι κακό.
Είχα ήδη γεμίσει το γκαράζ μας με του πίνακές μου, που όλοι όσοι τους έβλεπαν μόνο καλά λόγια είχαν να μου πουν και το όνειρό μου ήταν πάντα να κάνω μια έκθεση . Μια έκθεση δική μου. Κατά δική μου!!!
Τις μέρες που είχα έμπνευση ζωγράφιζα ώρες ατελείωτες και το παιδί μου έπαιζε στην αυλή. Καμιά φορά τον παρατηρούσα από μακριά και τον έβλεπα χαμένο στις δικές του σκέψεις και … η ομιλία του είχε αργήσει λίγο να φανεί, αλλά οι περισσότεροι με καθησύχαζαν πως τα αγόρια γενικά αργούν να μιλήσουν λόγω τεμπελιάς.
Λόγου του ότι είναι μόνος του, έλεγα στον εαυτό μου και μόλις τελείωνα τον πίνακα τον έπαιρνα για μια τρελή βόλτα στην παιδική χαρά δίπλα στην θάλασσα που του άρεσε τόσο πολύ.
Καλού κακού τον πήγα στο νοσοκομείο για εξετάσεις αν και ήξερα ότι δεν θα έβρισκαν τίποτε το ανησυχητικό, αλλά και πάλι … δεν ξέρω κάτι με φόβιζε, μιας και οι στιγμές που το βλέμμα του καρφωνόταν σιωπηλό για αρκετή ώρα πάνω σε αντικείμενα ήταν όλο και πιο πολλές!
Η γνωμάτευση για τον αυτισμό του, καρφώθηκε σαν μαχαίρι και έσκισε την καρδιά μου. Αισθάνθηκα ανίκανη σαν μητέρα, αισθάνθηκα τύψεις για τις ώρες που τον άφησα μόνο του με τα παιχνίδια του, όταν εγώ για τους δικούς μου εγωιστικούς λόγους ζωγράφιζα, αισθάνθηκα ότι άδειασα από συναισθήματα και έφαγα ένα γερό χαστούκι !
Θέλω να βρω τον κατάλληλο λοστό να σπάσω το γυαλί που μας χωρίζει, όταν εκείνος χάνεται στον εαυτό του και εγώ μένω απέξω και παλεύω να τον αγγίξω με λέξεις και με χάδια. Κάνω φασαρία , φωνάζω, ουρλιάζω , κλαίω , μα μάταια … εκείνος απαθής συνεχίζει να έχει την πόρτα της επικοινωνίας διπλοσφράγιστα κλειστή!
Έχει χαθεί στον δικό του μαγικό κόσμο και είναι ολομόναχος!
Ένα χρόνο τώρα παλεύω με τους δαίμονές μου, με τον εαυτό μου , την έμπνευσή μου, που το μόνο που μου δίνει για να ζωγραφίσω είναι μαύρες και μοβ εικόνες.
Αν και η πορεία του πολύ θετική και αρκετά πιο βελτιωμένη από πέρυσι, η καρδιά μου νοιώθει, ελαφριά μόνο αισιοδοξία για το αβέβαιο μέλλον του…
Η σχέση μας έχει γίνει πολύ πιο στενή. Είμαι συνέχεια κοντά του.
Έχω γίνει ο ίσκιος του, η φωνή που δεν έχει , η άμυνά του απέναντι στα αδιάκριτα βλέμματα και τους ψιθύρους στις εξόδους μας.
Αχ, πόσο κακός μπορεί να γίνει ο κόσμος! Πόση κακία βγάζουν τα λόγια των άλλων παιδιών που αμέσως ξεχωρίζουν το διαφορετικό και το στιγματίζουν, το εξαιρούν από τις παρέες τους και το κοροϊδεύουν !!! Μα πιο πολύ φταίνε οι γονείς και η κοινωνία που το διαφορετικό , ότι κι αν είναι αυτό, το ξεχωρίζουν το πατάνε και μετά το πετάνε!!!
Χτες το απόγευμα ήμασταν στην αγαπημένη του παιδική χαρά , εκεί δίπλα στην θάλασσα και έκανε κούνια ευτυχισμένος. Μας ξέρουν πια μιας και πάμε κάθε απόγευμα εκεί , μας αποδέχτηκαν μετά από έναν ολόκληρο χρόνο , αν και στην αρχή είχαμε και εμείς προβλήματα με τους αδιάκριτους! Μα έμαθα να αμύνομαι με τα πύρινα λόγια μου για χάρη του!
Στην δίπλα κούνια ήρθε ένα κοριτσάκι με ένα καπελάκι στο άδειο από μαλλιά κεφαλάκι του . Είχε καρκίνο.
Αμέσως άρχισαν οι ψίθυροι από τις υπόλοιπες μαμάδες και τα αδιάκριτα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω του. Εκείνο δεν το πρόσεξε , ούτε ο γιος μου που της χαμογέλασε γλυκά, όμως το πρόσεξαν οι γονείς της που ντράπηκαν και την πήραν άρον άρον από την παιδική χαρά και έτσι το μέρος βρήκε ξανά τους κανονικούς του ρυθμούς...
Φεύγοντας η μικρή με τα μεγάλα γλυκά γαλάζια μάτια, έριξε μια ματιά στον γιο μου και τον χαιρέτισε. Άραγε θα την ξαναδούμε ή δεν θα προλάβει λόγο της αρρώστιας της, σκέφτηκα…
Χτες το πρωί πήραμε την αξιολόγηση και τουλάχιστον οι ελπίδες του άντρα μου αναπτερώθηκαν . Θέλησε να μου κάνει ένα δώρο για να μπορέσει η οικογένειά μας να ξαναβρεί , ότι κι αν σημαίνει πια αυτό, τους κανονικούς της ρυθμούς όπως χαρακτηριστικά μου είπε ενθουσιασμένος.
Να κάνουμε την έκθεση που πάντα ονειρευόμουνα. Οι πίνακες βρίσκονταν στην αποθήκη. Ένα χρόνο τώρα δεν τους είχα δει καν. Τα είχε κανονίσει ήδη όλα , τον χώρο, τις προσκλήσεις όλα μα όλα.
Έπρεπε μόνο να διαλέξω ποιος από όλους θα ήταν ο κύριος , το θέμα της έκθεσης ,ο κεντρικός , αυτός που θα αντιπροσώπευε όλα μου τα συναισθήματα, το είναι μου, ο καλύτερος δηλαδή!
Δύσκολη η απόφαση, γιατί τίποτα από αυτά που είχα μέχρι πέρυσι ζωγραφίσει δεν αντιπροσώπευε τον καινούργιο μου εαυτό . Κανένας!
Η έκθεση είναι κανονισμένη για τα τέλη του μήνα . Μέχρι τότε έχω τον χρόνο να σκεφτώ. Έχω χρόνο, ίσως να φτιάξω και έναν, αλλά κάτι σε γκρι δεν νομίζω να τους αρέσει…
Το βράδυ έφτασε και η σκέψη του κοριτσιού με τα γαλάζια μάτια ήταν μονίμως καρφωμένη στο μυαλό μου . Οργή ένοιωθα για την κοινωνία, για τις υπόλοιπες μητέρες για τον τρόπο που την κοιτούσαν αλλά και θλίψη για το τραγικό δικό της μέλλον. Και εκεί φαίνεται αποκοιμήθηκα…
Ξάφνου βλέπω μια ζωγραφιά μπροστά μου που όλο και μεγαλώνει. Έχει τώρα πιάσει όλο τον τοίχο . Την θαυμάζω. Θέλω να την ακουμπήσω, αλλά τα χέρια μου είναι βαριά και δεν μπορώ να τα κουνήσω. Έτσι αρκούμαι στο να την θαυμάζω.
Η ζωγραφιά δείχνει ένα απλό δέντρο σε ένα μεγάλο δάσος , μα έχει πάνω της κάτι το μαγικό . Τα μάτια μου παραμένουν για ώρα καρφωμένα σε αυτή την ζωγραφιά η οποία ξαφνικά ζωντανεύει και αλλάζει.
Το δέντρο όλο και μεγάλωνε, φούντωνε και γέμιζε την ζωγραφιά. Σε αντίθεση το δάσος όλο και μίκρυνε και μίκραιναν τα δέντρα και έχαναν τα φύλλα τους την λεβεντιά τους και σκέβρωναν οι κορμοί τους και γίνονταν όλο και πιο καχεκτικά, έως ότου στο τέλος παραμορφώθηκαν τελείως.
Κάτι σε αυτό το δέντρο μου φαινόταν τόσο οικείο, ένοιωθα όμορφα και στοργικά όταν το κοίταζα και δεν έβλεπα σε αυτό τα φύλλα και τα κλαδιά του αλλά την ψυχή του. Ήταν σαν να έβλεπα το πρόσωπο ενός αγγέλου, το πρόσωπο του γιου μου, ήταν όμορφο συναίσθημα σας λέω, αχ πόσο με ηρεμούσε…
Στη βάση του κορμού του άρχισαν να δημιουργούνται οι φιγούρες ανθρώπων, μικρών παιδιών με τους γονείς τους, δασκάλες, άνθρωποι της πόλης, επιστήμονες με άσπρές στολές και γάντια.
Ακούγονταν και ήχοι στο δάσος, ήχοι από τα χιλιάδες πουλάκια, τα γέλια και οι φωνές από τα παιδιά του σχολείου που είχαν πάει εκεί για εκδρομή , ήχοι από τα αυτοκίνητα που έφερναν τους επιστήμονες για την έρευνα τους στο δέντρο , αλλά και από τους άλλους ανθρώπους που κοίταζαν, (γιατί άραγε;), το πελώριο πια δέντρο που καμάρωνε για την λεβεντιά και ομορφιά του.
Όμως έτσι ξαφνικά άρχισε να παραμορφώνεται πάλι αυτή η γαλήνια ζωγραφιά.
Σύννεφα πολλά μαζεύτηκαν πάνω από το πελώριο δέντρο, μα το υπόλοιπο δάσος εξακολουθούσε να το ραντίζει με φως ο ήλιος.
Κοιτώντας τώρα καλύτερα είδα ότι το δέντρο το κοιτούσαν οι άνθρωποι με πολύ κακία, επικράτησε πανικός και οι γονείς απομάκρυναν τα παιδιά τους κλείνοντας τους μάλιστα τα μάτια με τα χέρια για να μην βλέπουν πια το δέντρο. Οι δασκάλες απομάκρυναν γρήγορα τα παιδιά κοντά από το δέντρο και συνέχισαν την εκδρομή τους στο υπόλοιπο δάσος.
Οι κάτοικοι της πόλης έφυγαν για τις δουλειές τους και οι επιστήμονες αφού πήραν τα δείγματα που ήθελαν εξαφανίστηκαν και αυτοί. Όλοι απέφευγαν αυτό το δέντρο και προτιμούσαν τα υπόλοιπα γιατί αυτό απλά ήταν διαφορετικό, και αυτό τους τρόμαζε, τους φόβιζε, τους παραξένευε!
Ησυχία επικράτησε, ούτε τα πουλάκια ακούγονταν πια μιας και εκείνα εξαφανίστηκαν από το δέντρο και εκείνο πια έστεκε μόνο και θλιμμένο.
Ένοιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι μου γιατί ένοιωθα τον πόνο του την απορία του την μοναξιά του. Μου ήταν γνώριμο το συναίσθημα αυτό...Ένα δάκρυ άρχισε να κυλά καυτό στο μάγουλό μου και σε λίγο άλλο ένα και άλλο, μαζί με έναν κόμπο που ανέβαινε στο λαιμό και ψέλλισα ένα «γιατί;».
Όμως η ζωγραφιά πάλι παραμορφώθηκε .
Παρατήρησα μια παιδική φιγούρα να ξεπροβάλλει από τον κορμό. Δύο χεράκια να το αγκαλιάζουν, δύο χειλάκια να το φιλάνε και ένα χαμόγελο να του χαρίζεται απλόχερα.
Αυτή η παιδική αθώα ψυχούλα που είδε πέρα από το περιτύλιγμα, μέσα από την βιτρίνα, βαθύτερα μέσα στην καρδιά του, πιο πέρα από το σύνολο και το κατεστημένο , που ακόμη δεν γνώριζε τι πάει να πει κακία και φθόνος, του άπλωσε το χέρι, το δέχτηκε γιαυτό που ήταν και του πρόσφερε ότι πιο πολύτιμο είχε,δίχως αντάλλαγμα, την αγάπη.
Άραγε υπάρχει ελπίδα σκέφτηκα αμέσως και μέχρι να μπορώ να σκουπίσω το δάκρυ της χαράς πια που κύλησε αυτή τη φορά, κατάφερα να διαβάσω την υπογραφή κάτω από τον πίνακα που έγραφε… το όνομά μου!!!
Το πρωί που ξύπνησα δεν μπορούσα να πιστέψω πως αυτό που είδα ήταν ένα απλό όνειρο. Ήταν μια θεϊκή έμπνευση που μου δόθηκε, ένα μήνυμα για να το στείλω με τον δικό μου μοναδικό τρόπο, την ζωγραφική, σε όλο τον κόσμο.
Ήταν το «δέντρο της ντροπής» που κατάφερε να γίνει το «δέντρο της ελπίδας».
Είχα βρει τον τίτλο της έκθεσής μου αλλά προ πάντων είχα βρει τον εαυτό μου,την ελπίδα μου, την αισιοδοξία μου. Έστησα τον καμβά μου πήρα τα πινέλα μου και ξεκίνησα για να δημιουργήσω την δική μου εικόνα με το δέντρο της δικής μου Ελπίδας .
Είναι βράδυ και είμαι χαρούμενη μετά από ένα ολόκληρο χρόνο. Το παιδί μου κοιμάται γαλήνιο και ευτυχισμένο στο κρεβάτι του και εγώ το κοιτώ με ικανοποίηση , στοργή και αγάπη. Είναι το δικό μου διαφορετικό μικρό θαύμα στη ζωή και είμαι περήφανη.
Σε ευχαριστώ Θεέ μου που μου έδειξες τον δρόμο … η δούλη σου Μαρία!!!

Συγγραφέας
Αγγελική Δ. Παπασταύρου

ΣΧΟΛΙΑ
Σχόλιο 1ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου


" ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ."

Σχολιο 2ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου

ΚΑΠΟΤΕ ΕΓΡΑΦΑ . ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΟΥ ΠΗΡΕ ΒΡΑΒΕΙΟ . ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΧΑ ΟΝΕΙΡΟ ΝΑ ΕΚΔΟΣΩ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΧΑ ΒΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ "ΜΑΡΙΑ" (ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ) ΕΝΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΦΟΥ ΜΟΥ ΠΑΙΝΕΨΕ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ,ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΦΟΡΟ ΝΑ ΕΚΔΩΣΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝΤΕ ΠΛΕΟΝ ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑ ΜΟΥ ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΘΑΦΤΗΚΕ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ....

Σχόλιο Απο Skouliki:
Ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αγγελική Δ. Παπασταύρου που μου επέτρεψε να δημοσιεύσω μερικές από τις ιστορίες αυτές!

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2017

Το τσουβάλι της φιλίας: από την Τάμι Γκεκτσιάν


Ξεκινάς με ένα τσουβάλι γεμάτο ανθρώπους.
Άνθρωποι που αποκαλείς γνωστούς, φίλους, συμφοιτητές, συνάδελφους, κολλητούς, γείτονες, συμμαθητές. Πόσο γεμάτη ζωή με τόσους ανθρώπους, σκέφτεσαι και χαμογελάς αθώα.
Προχωράς δυο βήματα και νιώθεις πως το τσουβάλι σα να έχει ελαφρύνει. Ανοίγεις και βλέπεις πως κάποιοι λείπουν, πως κάποιοι έχουν φύγει ή τους έχεις διώξει και εσύ. Όχι μην ανησυχείς δε σε κακολογούν, ούτε τους κακολογείς, απλά έτσι είναι οι άνθρωποι, απλά χάνονται, απλά δε συνεχίζουν, απλά δεν ταιριάζουν. Κλείνεις το τσουβάλι ανέκφραστα, έχεις τόσους πολλούς που δε σε νοιάζει.
Προχωράς άλλα τρία βήματα. Κοντοστέκεσαι ξάφνου. Σα να έχει ελαφρύνει και άλλο το άτιμο. Το ανοίγεις και τι να δεις… Ούτε οι μισοί. Μα σαν να προστέθηκαν και κάποιοι άλλοι, λίγοι, όχι πολλοί. Μα τι στην ευχή; Εσύ θα έπαιρνες όρκο ότι κάποιοι θα ήταν μέσα και κάποιοι άλλοι δε θα έμπαιναν ποτέ. Κλείνεις συλλογισμένος το τσουβάλι και προχωράς άλλα τέσσερα βήματα.
Μα το τσουβάλι το νιώθεις πιο ελαφρύ από ποτέ, επικίνδυνα ελαφρύ θα έλεγε κανείς. Σταματάς να δεις μήπως τρύπησε το τσουβάλι και άδειασε μονομιάς, αλλά μια χαρά το βλέπεις. Ξεμπλέκεις τα δεμένα κορδόνια του και κοιτάς μέσα. Μα τους εκατό κλέφτες σκέφτεσαι, τι έχει γίνει; 
Που εξαφανιστήκαν όλοι; Ψάχνεις εδώ, ψάχνεις εκεί, λίγους νοματαίους βλέπεις.
Προχωράς άλλο ένα βήμα μικρό, όχι μεγάλο και πλέον είσαι σίγουρος ότι το τσουβάλι έχει τρυπήσει. Το κοιτάς από κάτω και όντως είναι τρύπιο. Αναθεματίζεις για ώρα από εδώ και εκεί, μέχρι που προσέχεις πως κάποιοι λίγοι έχουν γαντζωθεί τριγύρω και με κόπο κρατιούνται, αλλά δεν παραιτούνται. Δεν είναι πολλοί. Μια χούφτα άνθρωποι, οι δικοί σου άνθρωποι.
Τους κοιτάς και τους αναγνωρίζεις. Είναι αυτοί που και η απουσία τους καμιά φορά ήταν ορατή μόνο στο μάτι, γιατί ήξερες πως είναι κάπου στο εκεί. Είναι αυτοί που και στο δικό τους τρύπιο τσουβάλι της φιλίας, είσαι αυτός που γαντζώθηκε, που δεν παραιτήθηκε. Μπαλώνεις χαρούμενος το τσουβάλι, το ρίχνεις στις πλάτες και το προσέχεις σαν τα μάτια σου. Δε φοβάσαι πια μήπως αδειάσει, αλλά μήπως και γεμίσει, γιατί επιτέλους νιώθεις πιο γεμάτος από ποτέ.
Και αν σου πουν πως φταις εσύ που τους έβαλες όλους στο ίδιο τσουβάλι, να τους πεις πως το τσουβάλι της φιλίας χωράει πολλούς μα στο τέλος κρατάει λίγους.
Γράφει η Τάμι Γκεκτσιάν
Απόφοιτη Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, AΠΘ

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Φιλία. O ορισμός του αληθινού φίλου!

Το ψάρεψα από το διαδίκτυο μου άρεσε και είπα να το μοιραστώ μαζί σας. δεν αναφέρει δυστυχώς συγγραφεα!
     

Έχετε φανταστεί ποτέ τον εαυτό σας χωρίς φίλους; Πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να πορευτείτε μόνοι σας στις δυσκολίες της καθημερινότητας, όντας ανεξάρτητοι από τους πάντες; Θα σας πω λοιπόν, πως δεν υπάρχει έμβιο ον που να μπορεί να επιβιώσει για μία εβδομάδα πάνω σ’αυτή τη γη, χωρίς την ύπαρξη φίλων, και όσοι καταφέρνουν και ζουν μη έχοντας κανέναν, είναι κλεισμένοι μέσα σε λευκά ευάερα και ευήλια δωμάτια, φορώντας πανέμορφες μπλούζες που δένουν χιαστή στην πλάτη, μόδα διαχρονική και αδιαμφισβήτητη… Αν καθίσετε και συλλογιστείτε, ακόμη και όσοι πιστεύετε πως δεν υπάρχει δίπλα σας κανένας, θα διαπιστώσετε την ύπαρξη ενός ή περισσότερων προσώπων, η προσφορά των οποίων στη ζωή σας, μπορεί να είναι αδιάφανη, μα σίγουρα ανεκτίμητη.
Φίλος είναι αυτός που θα ακούσει τον καημό σου και θα σε βοηθήσει να τον ξεπεράσεις, που θα χαρεί με τη χαρά σου, και θα αγωνιστεί για το δίκιο σου, όταν αυτό υπονομεύεται. Δεν θα ζητήσει ποτέ αντάλλαγμα, γιατί απλά θα προσφέρει ανιδιοτελώς, υπηρετώντας επακριβώς την φύση και την αξία της προσφοράς. Θα σου δώσει αυτό που χρειάζεσαι όταν σου λείπει, αλλά και θα σε ρωτήσει αν χρειάζεσαι κάτι, ακόμη και αν είσαι επαρκής στα πάντα. Ακόμη, θα τηλεφωνήσει για καληνύχτα, και θα σου υπενθυμίσει την παρουσία του, σε περίπτωση που βρεθείς σε ανάγκη και χρειαστείς βοήθεια.
Επιπλέον, ένας σωστός φίλος δεν ξεχνάει ποτέ! Και λέγοντας αυτό, δεν εννοώ τα γενέθλια και τις γιορτές, που ναι μεν αποτελούν δείκτη ενδιαφέροντος ενός ατόμου απέναντι σε κάποιο άλλο, αλλά δεν είναι και το σημαντικότερο. Ο φίλος δεν θα ξεχάσει ποτέ τις στιγμές που περάσατε μαζί, και κάθε φορά που θα είστε παρέα θα αναπολείτε στιγμές του παρελθόντος και θα κλαίτε άλλοτε από γέλια, και άλλοτε από συγκίνηση. Γιατί το χαμόγελο του ενός, θα καθρεπτίζεται στο χαμόγελο του άλλου, και το δάκρυ του ενός θα ποτίζει την καρδιά του άλλου. Αμοιβαία συναισθήματα, σε μία σχέση αλληλοπροσφοράς και ανταπόδωσης, όχι όμως από υποχρέωση, αλλά από μία εσώτερη ανιδιοτελή ανάγκη παροχής, τόσο συναισθημάτων, όσο και αγαθών, που στήνουν το πορταίτο της ζωής μας.
Και όταν θα είσαι αγχωμένος με τα περιστατικά και τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στη καθημερινότητά σου, ο πραγματικός φίλος θα είναι εκεί για να σε ακούσει, να ανεχτεί τους προβληματισμούς και τα νεύρα σου, ακόμη και αν δεν είναι δίπλα σου, και η απόσταση είναι αναπόφευκτη. Το ακουστικό θα το σηκώνει πάντα στην περίπτωσή σου, και με προσμονή θα περιμένει να ξεστομίσεις τις λέξεις, που είτε σε βασανίζουν, είτε σε εκστασιάζουν, ταράσσοντας ενίοτε τον ψυχισμό σου. Και φυσικά, δεν θα σε ξεχάσει ποτέ, ούτε θα ισχυριστεί διάφορα για να σε αποφύγει. Δεν θα παραπονεθεί , ούτε θα σου πει να σταματήσεις, γιατί πολύ απλά δεν θα το κάνει από υποχρέωση. Η στάση του αυτή θα είναι απόρροια της καθαρότητας και της ειλικρίνειας των προθέσεών του.
Γιατί ένας φίλος, βλέπει τον εαυτό του άλλοτε περισσότερο, και άλλοτε λιγότερο στα μάτια του φίλου του. Είναι όταν τα «θέλω», οι πράξεις, οι περιέργειες, τα άγχη, οι ιδιοτροπίες και άλλα πολλά, συμπίπτουν, κάνοντας και τους δύο να παραξενεύονται από την εκάστοτε ξεχωριστή σύμπτωση. Και σε περίπτωση διαφωνίας, πάντα ο ένας, αν όχι και οι δύο, θα υποχωρήσει, για να μη θυσιαστούν στην αναταραχή της στιγμής οι δεσμοί τους. Και ξέρετε γιατί υπάρχει αυτή η υποχώρηση; Γιατί υπάρχει όχι μόνο απλό ενδιαφέρον, αλλά και αγάπη αληθινή. Μόνο όταν αγαπάς κάνεις πίσω σε κάποιο θέμα, για να μη χάσεις όλα εκείνα που έχεις, καθώς μια ενδεχόμενη απώλειά τους θα σε ερείπωνε, τόσο ψυχικά, όσο και σωματικά.
Αυτά και άλλα πάρα πολλά είναι ένας αληθινός φίλος. Το άτομο που θα σου παραχωρήσει τον ώμο του για να κλάψεις, που θα σε σηκώσει να χορέψετε όταν δεν θα έχεις όρεξη, που θα σε αφήνει να εκδηλώνεις το «είναι» σου, και θα δέχεται τον πραγματικό σου εαυτό, που θα βρίσκει πάντα μία αφορμή για να ξεκινήσει την κουβέντα και που θα σου λέει κάθε μέρα καλημέρα, που αν σου τελειώνει η δύναμη, θα σου δίνει από τη δική του, και αν σκοντάψεις θα σε σηκώσει, αγνοώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο να πέσει και ο ίδιος. Αυτός είναι ο φίλος, και όσους πιο πολλούς διαθέτει ένας άνθρωπος, τόσο πιο ευτυχισμένος είναι. Γιατί στην αληθινή φιλία, η ιδιοτέλεια, η φιλοκέρδεια, η συμφεροντολογία, η κερδοσκοπία, η σκοπιμότητα και η ωφελιμότητα είναι άγνωστες, και μόνο η αγάπη και η ανυστεροβουλία υπάρχουν, εξαλείφοντας τη ζήλια, τον ανταγωνισμό, το μίσος και την αδιαφορία. Γιατί ο φίλος θα είναι πάντα δίπλα σου, όντας η προέκταση του εαυτού σου, κάνοντας κατ’αυτό τον τρόπο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και το «εσύ», και προτάσσοντας το «εμείς» σθεναρά και απροκάλυπτα…

Πηγή :https://www.neolaia.gr/ 

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Αν με πιάσεις γκόμενα.....απο την Τόνια Κοσμαδάκη


Αν με πιάσεις γκόμενα
Μη μου αγοράσεις εσώρουχα.
Δεν τα φοράω, με σφίγγουν
Μη μου χαρίσεις βιβλία.
Βλέπω τις σκέψεις μου γραμμένες κι από άλλους, απελπίζομαι
Μη με πας να δούμε το ηλιοβασίλεμα.
Θα σκέφτομαι πως το βλέπουν, δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια κρετίνοι.
Γαμημένοι κρετίνοι.
Μη με πας έξω για φαγητό.
Πίνω, δεν τρώω, θα σε εκθέσω.
Μην μου χαρίσεις κοσμήματα.
Θα τα πουλήσω και θα τρέξω να αγοράσω μια μικρή κινέζικη ομπρέλα που μέρες τώρα είναι στην βιτρίνα και δεν μπορώ άλλο να την βλέπω να περιμένει.
Μη μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, μου τα χάιδευε κι ο μπαμπάς μου.
Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό.
Αν με πιάσεις γκόμενα
Βάλε μια καρέκλα κουτσή στη γραμμή της λεωφόρου
Και άφησε με εκεί να κάθομαι σε ώρα αιχμής.
Μη σταθείς στο πεζοδρόμιο, φύγε, εγώ θα ξέρω πως είσαι εκεί.
Να απαιτήσεις αγάπη, γιατί μπορώ.
Να μην κρατήσεις τίποτα για σένα.
Να τα δώσεις όλα σε εμένα.
Γιατί εγώ ξέρω τι είναι για πέταμα και τι είναι χρυσός.
Εσύ δεν ξέρεις, είσαι άντρας.
Να κλαις. Να ξέρω ότι δεν είσαι πέτρινος όπως όλοι τους.
Θέλω λουλούδια.
Αγαπώ τα λουλούδια.
Κι εκείνα με αγαπούν.
Μερικές φορές φυτρώνουν στα μάγουλά μου.
Μ’ αρέσει να προχωράω στην άκρη της ταράτσας.
Να με πιστεύεις.
Κι αν πέσω, έπεσα.
Αν με πιάσεις γκόμενα
Μην σε πείσω πως είμαι δυνατή.
Εγώ αυτό θα κάνω.
Εσύ μην πεισθείς.
Τέλος, ο σκοπός είναι να νοιώσουμε απόλυτα ευτυχείς.
Να μοιάσουμε θεοί.
Για κάτι λιγότερο, ας μην μπούμε καθόλου στον κόπο.

Τόνια Κοσμαδάκη, Γκόμενα

https://skepseissofwn.blogspot.gr/2017/09/blog-post_27.html?spref=fb

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Ὁ βιολιστής: από τον Γεώργιο Δροσίνη


Τὸ διήγημα «Ὁ βιολιστής» δημοσιεύτηκε στὸ ἑβδομαδιαῖο περιοδικὸ «Τύπος» καὶ ἐντοπίστηκε στὸ ἀρχεῖο τοῦ δημοσιογράφου καὶ συγγραφέα Μιχ. Χανούση.
Ἦταν ἕνας βιολιστὴς μὲ παρδαλὰ ροῦχα καὶ μὲ ὑψηλὸ σκοῦφο. Στὸ λαιμό του κρατοῦσε σφιγμένο τὸ βιολί του καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο χέρι τὸ δοξάρι. Κουρδιζόταν κι ἔπαιζε σὰν ἀληθινὸς βιολιστής.
Κι ὅμως δὲν ἦταν ἀληθινός. Ἦταν ἀπὸ ξύλο. Ἀπὸ ἕνα πολὺ σπάνιο ὅμως ξύλο: τὸ ξύλο τῆς Ἀγάπης. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ξύλο κι ἀπὸ τί δένδρο κόβεται δὲν ξέρω. Ξέρω μόνο πὼς κάθε τί τὸ καμωμένο ἀπὸ τέτοιο ξύλο μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήση σὰν ζωντανὸς ἄνθρωπος.
Ὁ βιολιστὴς ἅμα ἦρθε στὸν κόσμο ἐτυλίχθηκε μέσα σὲ χαρτί, ἐκλείσθηκε σὲ χονδρὸ κουτὶ κι ἐστάλη σ᾿ ἕνα ἐμπορικὸ γιὰ νὰ πουληθῆ σὰν νὰ ἦταν σκλάβος ὁ κακόμοιρος.
Ὁ ἔμπορος τὸν ἔβαλε στὴν βιτρίνα. Ἐκεῖ τὸν ἔβλεπαν οἱ διαβάτες καὶ ἔβλεπε κι αὐτός, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦταν κρυμμένη ζωὴ στὸ ἄψυχο ξύλο. Ὁ ἔμπορος κάποτε τὸν ἐκούρδιζε καὶ τότε πιὰ μαζευόταν κόσμος πολύς, πρὸ πάντων παιδιά, κι ἄκουαν μὲ θαυμασμὸ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ βιολιοῦ του. Κι αὐτὴ ἡ φωνὴ εἶχε κάτι ξεχωριστό, κάτι ποὺ ἔφτανε ὡς τὴν καρδιά.
Ὅλο ἐνόμιζαν πὼς ὁ τεχνίτης εἶχε ἐπιτύχει τὴν μηχανή του. Δὲν ἤξεραν πὼς μέσα στὸ ἄψυχο ξύλο ἦταν κρυμμένη ζωή. Δὲν φαντάζονταν πὼς μόλις κουρδιζόταν ἡ μηχανὴ ὁ βιολιστὴς ἔπαιζε τὸ βιολί του μόνος μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε μέσα του.
Ἀλλὰ δὲν ἔπαιζε γιὰ κείνους ποὺ μαζεύονταν κι ἔχασκαν ἔξω ἀπὸ τὴ βιτρίνα. Οὔτε τοὺς λογάριαζε οὔτε τὸν ἔμελλε. Ἔπαιζε μονάχα γιὰ τὴν ἀγάπη του. Κι ἡ ἀγάπη του ἦταν μία ὡραία κούκλα ὑψηλότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, λυγερή, ξεχωριστὴ στὴ χάρη, μὲ κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη ἀντίκρυ του στὴν ἴδια βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ.
Ὁ βιολιστὴς αὐτὴν ἀντίκρυσε πρώτη ἅμα βγῆκε στὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ χονδρὸ κουτί του καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐχάρισε ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε μέσα του. Ἄλλος κόσμος δὲν ὑπῆρχε ἐκτὸς τῆς κούκλας. Ἐζοῦσε πιὰ γι᾿ αὐτήν. Ἀλλὰ κι ἐκείνη βέβαια τὸν ἀγαποῦσε. Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, τότε γιατί δὲν ξεκολλοῦσε τὰ μάτια της ἀπὸ πάνω του, τὰ φωτερά της ἐκεῖνα μάτια ποὺ τὸν ἔκαιαν; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε γιατί δὲν ἐγύριζε κἂν νὰ ἰδῆ ἕναν ξανθὸ ἀξιωματικὸ ποὺ ἐπάνω στὸ ξύλινο ἄλογό του καθισμένος εἶχε γυρισμένο τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος της ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔβαλε ἐκεῖ ὁ ἔμπορος; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, γιατί χαμογελοῦσε ἀπὸ εὐχαρίστηση ὅταν ἔπαιζε τὸ βιολί του, σὰν νὰ καταλάβαινε πὼς μόνο γι᾿ αὐτὴν ἔπαιζε;
Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν ἀγαποῦσε. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν φανερὰ σημάδια. Ὁ βιολιστὴς ἕνα φόβο εἶχε μέσα στὴν εὐτυχία τῆς ἀγάπης του: μήπως τοὺς χωρίσουν. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ζήση χωρὶς αὐτή; Καὶ τί τὴν ἤθελε τὴ ζωή;
Μὰ ἡ τύχη ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς ἐρωτευμένους δὲν ἄφησε ἀπροστάτευτο καὶ τὸν ξύλινο βιολιστή. Μιὰ μέρα, ἐνῶ ἔπαιζε μὲ ὄρεξη τὸ βιολί του, ἐπερνοῦσαν ἀπ᾿ ἔξω ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καὶ μία μεσόκοπη κυρία.
-Τί ὡραῖα ποὺ παίζει αὐτός!, εἶπε ὁ κύριος. Μοὔρχεται νὰ τὸν ἀγοράσω τοῦ ἀνεψιοῦ μου.
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ κυρία ἐκύτταξε τὴν κούκλα.
- Καὶ τί ὡραία ποὺ εἶναι κι αὐτή! Θὰ τὴν πάρω κι ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου.
Γιὰ μία στιγμή, ὁ βιολιστὴς ἐνόμισε πὼς θὰ χωριζόταν πιὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του καὶ τουρχόταν νὰ σκάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἐνῶ ὅμως τὸν ἐτύλιγε ὁ ἔμπορος στὸ χαρτί, κατάλαβε ἀπὸ τὴν ὁμιλία τῆς κυρίας ὅτι ὁ ἀνεψιὸς καὶ ἡ ἀνεψιὰ ἦσαν ἀδέλφια καὶ ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες θὰ βρισκόταν πάλι κοντὰ στὴν ἀγαπημένη του κούκλα.
Ἔκαμε ὑπομονή, μὰ καὶ οἱ δυὸ μέρες, ποὺ ἔμεινε φυλακισμένος μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ντουλάπι, τοῦ φάνηκαν χρόνοι ἀτέλειωτοι. Συλλογιζόταν τί θὰ γινόταν μόνη ἡ ἀγαπημένη του, πὼς θὰ τὸν ἀναζητοῦσε, πὼς θὰ νόμιζε ὅτι δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιὰ καὶ θὰ σπαραζόταν ἀπὸ ἀπελπισία.
Κι ὁ καϋμένος ὁ βιολιστὴς ἐδάκρυζε τόσο πολὺ καὶ τόσο συχνά, ὥστε ὅταν τὸν ἐξετύλιξαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ τὴν Πρωτοχρονιὰ ἀπὸ τὰ δάκρυα εἶχαν ξεβάψει τὰ μάτια του.
Βρέθηκε μέσα σὲ μιὰ σάλα φωτισμένη καὶ γεμάτη κόσμο. Τί τὸν ἔμελλε γιὰ τὸν κόσμο; Αὐτὸς ἐκύτταζε μόνο νὰ ἰδῆ ποὺ εἶνε ἡ ἀγάπη του. Κι ὅταν τὸν ἐκούρδισαν, ἔπαιξε μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ αὐτὴ καὶ νὰ χαρῇ. Τοῦ κάκου ὅμως, τοῦ κάκου! Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἐκείνη δὲν φαινόταν πουθενά. Ἦσαν ἄλλες κοῦκλες ἐκεῖ καθισμένες γύρω στὶς μεγάλες πολυθρόνες, ἀλλὰ καμμιὰ δὲν εἶχε τὴ χάρι τῆς ἀγαπημένης του. Ὁ βιολιστὴς ἄρχισε ν᾿ ἀπελπίζεται, ὅταν ξαφνικὰ πέρα ἐκεῖ πίσω ἀπὸ μία πόρτα τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε τὴν ἄκρη ἑνὸς φορέματος καὶ τὸ φόρεμα αὐτὸ ἔμοιαζε πολὺ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ κόκκινο ποὺ φοροῦσε ἡ ἀγάπη του. Πῶς, ἦταν λοιπὸν ἐκεῖ καὶ δὲν ἐγύριζε νὰ τὸν δῆ; Τί ἔκανε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μήπως τὸν ἐπερίμενε ἐπίτηδες ἐκεῖ, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο; Ἐπλησίασε σιγὰ-σιγὰ μὲ λαχτάρα, μὲ καρδιοχτύπι. Καὶ τί εἶδε; Τὴν ἀγαπημένη του μαζὶ μὲ τὸν ξανθὸ ἐκεῖνον ἀξιωματικό, ποὺ δὲν ἐγύριζε ἡ ἄπιστη νὰ δῆ ὅταν ἦταν στὴ βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ. Καὶ τώρα θὰ κρυφομιλοῦσαν βέβαια οἱ δυὸ γλυκὰ-γλυκὰ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ ἄλογό του κι αὐτὴ στηλωμένη ὀρθὴ στὸν τοῖχο.
Ὁ βιολιστὴς ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό. Χωρὶς νὰ συλλογισθῆ τί κάνει, ἅρπαξε τὸ ξύλινο σπαθὶ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ ἀξιωματικοῦ κι ἐπέρασε τὰ ἄπιστα στήθη τῆς κούκλας.
Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πληγὴ ἐχύθηκε ξαφνικὰ κάτι ποὺ δὲν ἔμοιζε καθόλου μὲ αἷμα. Ὁ βιολιστὴς μὲ τ᾿ ἀγριεμένα μάτια του τὸ εἶδε καὶ τινάχθηκε πίσω...
- Τί! ἐφώναξε μὲ βραχνὴ φωνή. Καὶ τὴν εἶχα ἀγαπήσει τόσο, κι ἐνόμιζα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσε κι αὐτὴ ἐνῶ δὲν εἶχε μέσα στὰ στήθη της τίποτε ἄλλο ἀπὸ πίτουρα... πίτουρα!
Τὸ πρωί, βρῆκαν πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα τὴν ὄμορφη κούκλα μὲ τρυπημένα τὰ στήθη καὶ χυμένα τὰ πίτουρα ἐπάνω στὸ κόκκινο φόρεμα καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ πεσμένο κάτω στὸ πάτωμα. Κι ὅταν πῆραν νὰ κουρδίσουν τὸν βιολιστή, εἶδαν πὼς τὸ ξύλο του ἦταν σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια. Ἔρραψαν τὴν πληγὴ τῆς κούκλας, ἐκόλλησαν τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, κι ἐπέταξαν στὸ κάρρο τῶν σκουπιδιῶν τὸν ἄχρηστο βιολιστή...
Στὸ κείμενο διατηρήθηκε ἡ γραφὴ τοῦ πρωτότυπου.

πηγη: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_drosinhs_poems.htm

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Το Χρώμα Του Φεγγαριού




Τα χρώματα


- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
- Τί χρώμα έχει η χαρά;
- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξεδί.
- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
- Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- ...Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι ... Κοίταξε μακριά στο κενό ... Και δάκρυσε ...
Ζω ...
- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
Συγχωρώ!
- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τωρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι; ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ....
- Aυριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα... Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός είναι ο δυνατός;
- Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται... και ελπίζουν...
- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
- Όμορφη βραδιά απόψε. Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται...
- Σε λίγο θα ξημερώσει... Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται... Ονειρεύονται και ελπίζουν..

Το Χρώμα του Φεγγαριού - Αλκυόνη Παπαδάκη
Πηγή: http://paramythimythiko.pblogs.gr/pages/2.html

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Ένα μικρό χεράκι...


Κάποτε, στη χώρα των χεριών, ζούσε ένα μικροκαμωμένο χεράκι, που αγαπούσε πολύ να στέκεται δίπλα στη θάλασσα και να ψηλαφίζει τα κύματα. Το χεράκι, έμοιαζε σχεδόν παιδικό, με δάχτυλα λεπτά και μικρά, στρογγυλεμένες οι άκρες τους, και μια παλάμη τόσο μικροκαμωμένη , που θα'λεγε κανείς πως ξέμεινε για πάντα παιδικό, ξέχασε να μεγαλώσει, δε θέλησε να μεγαλώσει, ποιός ξέρει;
Το χεράκι, κάθε πρωΐ τραβούσε τις κουρτίνες και χαιρετούσε τις αχτίνες του ήλιου που έσκαγαν πάνω στις χαραμάδες. Άνοιγε την παλάμη και ένοιωθε το ζεστό χάδι του να γεμίζει το μέσα του κόσμο θαλπωρή και μια ελπίδα αδιόρατη για τη καινούργια μέρα που ξημέρωνε. Όλες τις εποχές τις αγαπούσε. Μα πιο πολύ αγαπούσε το φθινόπωρο και την άνοιξη, γιατί τότε μπορούσε να μιλήσει με την αγαπημένη του θάλασσα. Αυτές τις εποχές η θάλασσα είναι πιο καταδεχτική. Μιλάει αδιάκοπα, φουσκώνει, ξεφουσκώνει, κινείται μελωδικά, δίχως να σε τρομάζει με την αγριάδα της, όπως τον χειμώνα.
Όλες οι εποχές ήταν αγαπημένες για το χεράκι, μα το φθινόπωρο και την άνοιξη εκείνο ένοιωθε διπλά χαρούμενο, γιατί μπορούσε να κατέβει στην ακρογιαλιά, να ψηλαφίσει τα κύματα, να μιλήσει με τη γλυκιά θάλασσα, που έθρεφε τα όνειρά του. Με τις άκρες των δαχτύλων του ακουμπούσε ελαφρά, σχεδόν ιεροτελεστικά, με δέος, όπως αγγίζει κανείς κάτι ιερό, την υγρή επιφάνεια της θάλασσας, σταδιακά βυθιζόταν ολόκληρο μέσα στη δίνη των κυμάτων, και έμενε εκεί, να νοιώθει το θαλασσινό νερό να το αγκαλιάζει στοργικά, να το δροσίζει, να το ταξιδεύει και να το παρασέρνει μακριά, όσο πιο μακριά γίνεται, στον κόσμο των ονείρων του.
Και ήταν όμορφα εκεί, στον ονειρικό του κόσμο. Εκεί, το χεράκι έτρεχε στον άνεμο κουβαριασμένο και αξεδιάλυτο με ένα άλλο χεράκι. Εκεί τα δάχτυλά του μπλέκονταν με άλλα δάχτυλα στοργικά. Εκεί δεν ένοιωθε ποτέ φόβο, γιατί ήταν πια ενωμένο με ένα άλλο χέρι. Δεν ήταν πια κενά διαστήματα ανάμεσα σε μικροσκοπικά δάχτυλα. Εκεί ήταν πια μια γροθιά, εύρωστη και συμπαγής, και τίποτα δεν μπορούσε να το φοβίσει.
Έτσι κυλούσε η μέρα του, και το μικρό χεράκι ήταν ευτυχισμένο. Ένοιωθε ευγνωμοσύνη για τον ήλιο κάθε πρωι στο παράθυρό του, για το πέρασμα του αέρα στο ανάμεσο των δαχτύλων του, για τις κουβέντες του με τη θάλασσα κάθε δειλινό, για τα ταξίδια του στα όνειρά του.
Μια μέρα όμως, την ώρα που βυθιζόταν στην άμμο και την σκορπούσε στον αέρα ήρθε και κάθισε δίπλα του ένα άλλο χέρι. Το χέρι αυτό ήταν πολύ νευρικό και έμοιαζε τόσο ανυπόμονο και βιαστικό..! Το μικρό χεράκι, το πάντα παιδικό, άρχισε να περιεργάζεται τον απρόσμενο επισκέπτη, που ήρθε να συντροφέψει το παιχνίδι του στην άμμο. Το χέρι εκείνο ήταν τραχύ και άκαμπτο. Τα δάχτυλά του χοντροκαμωμένα και οι οι μικροί λοφίσκοι στις αρχές των δαχτύλων έμοιαζαν γδαρμένοι. Το μικρό χεράκι έστεκε και το κοίταζε στην κάθε του λεπτομέρεια και ένοιωθε να ξυπνά μέσα του κάτι άγνωστο, κάτι που το φόβιζε , αλλά και το γέμιζε με ένα αλλιώτικο συναίσθημα, εκείνο που σου δίνει την αίσθηση οτι έχεις την δύναμη να πετάξεις ψηλά, να αιωρηθείς πάνω απο τα κύματα..
Τότε, το χέρι εκείνο το τραχύ, το άκαμπτο, άρχισε να κινείται με τον άνεμο, να χορεύει ακανόνιστα και ρυθμικά συνάμα, να ξεχύνεται πάνω στα κύματα, και να επιστρέφει φέροντας δροσοσταλίδες και φύκια κρεμασμένα στα χάσματα των δαχτύλων.. Το μικρό χεράκι έμεινε μαγεμένο να κοιτάει, να δροσίζεται, να δέχεται πάνω του τα φύκια που τυλίγονταν στα δάχτυλά του.. Ένοιωσε τόση ανακούφιση, ανακαλύπτοντας πίσω απο την τραχύτητά εκείνου του χεριού την πρωτόγονη παιδικότητά του, που γλίστρησε κοντά του παίρνοντας την μεγάλη απόφαση: να μοιραστεί μαζί του το μεγάλο μυστικό... Το βύθισμά του στα κύματα και τα ταξίδια του στον κόσμο των ονείρων του. Ίσως ακόμη να το άφηνε να έρθει μαζί του.. Ίσως...
Η αρχή ήταν αρκετά δύσκολη. Η επιφάνεια εκείνου του χεριού ήταν τραχιά, σαν άγονο χωράφι, χέρσο, που διψά για νερό. Το μικρό χεράκι σκέφτηκε πως ίσως αν τυλιγόταν πάνω του, του έδινε λιγάκι απο την δροσάδα του, μα αυτό δεν αρκούσε. Ύστερα σκέφτηκε να το οδηγήσει στη θάλασσα, να το βουτήξει στην αγκαλιά της, στην άπλετη δροσιά της.. Μα το θαλασσινό νερό, άφηνε πάνω στο χέρσο χέρι αλάτι, και έκαιγε ακόμη πιο πολύ την διψασμένη του επιφάνεια, που γινόταν ακόμη πιο τραχιά και άνοιγε ρωγμές..
Τότε το χεράκι πήρε τη μεγάλη απόφαση: Θα πότιζε το χέρι εκείνο με το γλυκύ απόσταγμα απο τα ταξίδια που έκανε στα όνειρά του.. Και αυτό έκανε... Για πολύ καιρό... Με την ελπίδα οτι μια μέρα το νευρικό εκείνο χέρι θα έχανε την τραχύτητά του, θα λείαινε τις ρωγμές του, θα έβρισκε πάλι την ωμή και ανόθευτη παιδικότητά του.. Θα μπορούσαν να γίνουν μια γροθιά αξεδιάλυτη στου χρόνου το πέρασμα.. Εκείνο όμως, είχε πια αγαπήσει πιο πολύ την τραχύτητά του απο αυτό που υπήρχε κάτω απο αυτή.
Το μικρό χεράκι όμως, συνεχίζει τα ταξίδια του στο όνειρο. Τα ταξίδια του πάνω στην ράχη των κυμάτων. Και έχει όμορφους συνοδοιπόρους. και ελπίζει πάντα να βρει εκείνο το χεράκι που θα θελήσει να γίνει μαζί του μια γροθιά. Κάποιες φορές, γυρίζει στην αμμουδιά και ρίχνει σταγόνες δροσιάς σ'ενα μικρό λάκκο και τις σκεπάζει προσεχτικά. Ίσως κάποιο χέρι, άγονο και τραχύ τις χρειαστεί. Ίσως τις αναζητήσει... Και το μικρο χεράκι συνεχίζει να ταξιδεύει..

Σ.
Αναρτήθηκε από voulaki 

Σχολιο απο Skouliki:
Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω τον δημιουργό   της πραγματικά όμορφης παραμυθοιστορίας αυτής...


πηγη:  Αποστάγματα καρδιάς...

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Ζήλια. φθόνος....


Ένα φίδι άρχισε να κυνηγάει μια πυγολαμπίδα. Ύστερα από τρεις μέρες αδιάκοπης καταδίωξης, χωρίς δυνάμεις πια, η πυγολαμπίδα σταμάτησε και μίλησε στο φίδι:
— Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;
— Δε συνηθίζω ν’ ακούω τα θηράματά μου, αλλά μια που θα σε καταβροχθίσω, μπορείς να ρωτήσεις.
— Ανήκω στην τροφική σου αλυσίδα;
— Όχι
— Σου έκανα κανένα κακό;
— Όχι
— Τότε γιατί θέλεις να με σκοτώσεις; Αφού σκέφτηκε λίγο, το φίδι απάντησε:
— Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

Εσύ ευχαρίστησες για το δώρο σου;

Το βρήκα στο διαδίκτυο (ΕΔΩ)  αλλά θέλω να το μοιραστώ μαζί σας:

    

Είδα στον ύπνο μου πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο κι ένας άγγελος ανέλαβε να με ξεναγήσει.
Περπατούσαμε δίπλα – δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους.Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε :«Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις που φτάνουν στον Θεό με τη μορφή προσευχής.»Κοίταξα γύρω – γύρω στον χώρο. Έσφυζε από κίνηση, με τόσο πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.Μετά, προχωρήσαμε σε έναν μακρύ διάδρομο, μέχρι που φτάσαμε στον δεύτερο σταθμό. Ο άγγελος μού είπε:«Αυτό είναι το Τμήμα Συσκευασίας και Παράδοσης. Εδώ οι χάρες και οι ευχές που έχουν ζητηθεί προωθούνται και παραδίδονται σ’ αυτούς που τις ζήτησαν.»Πρόσεξα και πάλι πόση κίνηση είχε και εδώ. Αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν για να παραδοθούν στη γη.
Τέλος, στην άκρη ενός μακρινού διαδρόμου, σταματήσαμε στην πόρτα ενός πολύ μικρού σταθμού. Προς μεγάλη μου έκπληξη μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα.
«Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών» μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελός μου.
Έδειχνε λίγο ντροπιασμένος.
«Πώς γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ;» ρώτησα.
«Είναι λυπηρό» αναστέναξε ο άγγελος. «Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, πολύ λίγοι στέλνουν ευχαριστήρια.»
«Πώς μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό για τις ευλογίες που παρέλαβε;» ρώτησα πάλι.
«Πολύ απλά», απάντησε. «Χρειάζεται μόνο να πεις: ‘Ευχαριστώ Θεέ μου’!»
«Και για τι ακριβώς πρέπει να ευχαριστήσουμε;»
«Αν έχεις τρόφιμα στο ψυγείο σου, ρούχα στην πλάτη σου, μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι σου και ένα μέρος για να κοιμηθείς, είσαι πλουσιότερος από το 75% αυτού του κόσμου.
»Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, στο πορτοφόλι σου και λίγα κέρματα σ’ ένα πιατάκι, είσαι ανάμεσα στο 8% των ανθρώπων που ευημερούν.
»Αν ξύπνησες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία από όση αρρώστια, είσαι πιο ευλογημένος από όσους δεν θα επιζήσουν καν ως την αυριανή μέρα.
»Αν ποτέ δεν βίωσες την εμπειρία του φόβου του πολέμου, της μοναξιάς της φυλακής, της αγωνίας του βασανισμού και της σουβλιάς της πείνας, είσαι μπροστά από 700 εκατομμύρια ανθρώπους αυτής της γης.
»Αν μπορείς να προσευχηθείς σε έναν ναό, χωρίς τον φόβο της επίθεσης, της σύλληψης ή της εκτέλεσης. θα σε ζηλεύουν σίγουρα περίπου 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο.
»Αν οι γονείς σου είναι ακόμα ζωντανοί και είναι ακόμα παντρεμένοι μεταξύ τους, είσαι σπάνιος.
»Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά και να χαμογελάς, δεν είσαι ο κανόνας. είσαι η εξαίρεση για όλους όσους ζουν μέσα στην αμφιβολία και στην απόγνωση.
»Και αν διαβάζεις τώρα αυτό το μήνυμα, μόλις έλαβες μια διπλή ευλογία, πρώτον γιατί σου το έστειλε κάποιος που σ’ αγαπάει και δεύτερον γιατί είσαι πιο τυχερός από 2
δισεκατομμύρια ανθρώπους, που δεν ξέρουν καν να διαβάζουν.»
«Κατάλαβα. Και τώρα τι κάνω; Πώς μπορώ να αρχίσω;»
«Να πεις καλημέρα» μου χαμογέλασε ο άγγελός μου, «να μετρήσεις τις ευλογίες σου και να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι.»
Να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι.»