Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ από τον ∆ρ. Ρούσσο Πέτρο

     

Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ  από τον ∆ρ. Ρούσσο Πέτρο

Η ελιά πολλαπλασιάζεται σχετικά εύκολα, σε σύγκριση µε άλλα οπωροφόρα δένδρα και µάλιστα εφαρµόζοντας πολλές και διαφορετικές τεχνικές, η κάθε µία µε τα πλεονεκτήµατα και τα µειονεκτήµατά της, όπως περιγράφονται παρακάτω. Η ελιά πολλαπλασιάζεται τόσο εγγενώς, µε εµβολιασµό της επιθυµητής ποικιλίας σε υποκείµενα συνήθως σπορόφυτα αγριελιάς, όσο και αγενώς µε σκοπό την παραγωγή αυτόρριζων φυτών µε διάφορους τρόπους.

ΕΓΓΕΝΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ
Ο εγγενής πολλαπλασιασµός της ελιάς περιλαµβάνει τη σπορά πυρήνων-σπόρων, κυρίως αγριελιάς αλλά και καλλιεργούµενων ποικιλιών. Για να επιτευχθεί υψηλή βλαστικότητα των σπόρων πρέπει πρώτα να «ξεπλυθεί» το περίβληµα τους από το ελαιώδες στρώµα που το περιβάλει και το εµποτίζει, το οποίο ως αδιάβροχο εµποδίζει την απρόσκοπτη απορρόφηση νερού και οξυγόνου από τα σπέρµατα. Συνήθης τεχνική είναι η εµβάπτιση των σπόρων σε διαλύµατα σόδας προς έκπλυση της ελαιώδους αυτής φάσης καθώς επίσης και η εµβάπτιση των σπόρων σε ζεστό νερό (30-350C) για περίοδο περίπου 5-6 ηµερών (Ποντίκης, 1992). Πολλοί φυτωριούχοι επίσης θάβουν όλους µαζί τους σπόρους στο χώµα λίγο µετά την περίοδο της συγκοµιδής των καρπών και τους ξεθάβουν κατά τα µέσα του καλοκαιριού και στη συνέχεια τους σπέρνουν στο σπορείο. Με την τεχνική αυτή οι πυρήνες υφίστανται για µια περίοδο περίπου 5 και πλέον µηνών ένα είδος ζύµωσης, κατά την οποία αποµακρύνεται ή τουλάχιστον µειώνεται η ελαιώδης φάση και διευκολύνεται η είσοδος τόσο του νερού όσο και του οξυγόνου. 1 Λέκτορας του Γεωπονικού Πανεπιστηµίου Αθηνών, Εργαστήριο ∆ενδροκοµίας, Ιερά Οδός 75, Αθήνα 118 55 (e-mail: roussosp@aua.gr) Παλαιότερα εφαρµόζονταν είτε σπάσιµο (ράγισµα) του σκληρού περιβλήµατος του σπόρου µε µηχανικά µέσα, για να διευκολυνθεί η είσοδος του οξυγόνου και του νερού είτε µε ειδικό εργαλείο (ένα είδος τανάλιας) αποκόπτονταν η µία άκρη του σπόρου ώστε να διευκολυνθεί επιπλέον και η έξοδος του ριζιδίου (Εικόνα 1). Όπως είναι φυσικό τέτοιου είδους τεχνικές µολονότι έχουν φυσιολογική βάση, είναι πολύ πιθανόν να τραυµατίζουν και να καταστρέφουν το σπέρµα είτε να διευκολύνουν τη σήψη αυτού µε αποτέλεσµα χαµηλά ποσοστά επιτυχίας και υψηλά ταυτόχρονα ηµεροµίσθια. Τα σπορόφυτα που παράγονται µε τις προαναφερθείσες τεχνικές µεγαλώνουν στο σπορείο και περίπου ένα χρόνο αργότερα µεταφυτεύονται είτε στο φυτώριο είτε σε µαύρες σακούλες πολυαιθυλενίου (σακούλες φυτωρίου) είτε σε ατοµικά γλαστράκια. Η ανάπτυξή τους συνεχίζεται εκεί και όταν πλέον αποκτήσει ο κορµός τους πάχος περί το 1 εκ. τότε εµβολιάζονται µε την επιθυµητή ποικιλία. Εµβολιασµός όµως της επιθυµητής ποικιλίας δεν γίνεται µόνο σε σπορόφυτα αλλά και σε δενδρύλλια αγριελιάς τα οποία είτε εµβολιάζονται επί τόπου στη θέση στην οποία αναπτύσσονται είτε ξεριζώνονται µεταφέρονται στο φυτώριο και στη συνέχεια µεταφυτεύονται σε σακούλες πολυαιθυλενίου για να ακολουθήσει ο εµβολιασµός αυτών. Βασική τεχνική εµβολιασµού σποροφύτων και νεαρών δενδρυλλίων ελιάς αποτελεί ο πλακίτης εµβολιασµός, ένα είδος ενοφθαλµισµού (χρησιµοποιείται δηλαδή ένας µόνο οφθαλµός ανά εµβόλιο). Πρέπει να σηµειωθεί βέβαια στο σηµείο αυτό ότι τα σπορόφυτα δεν αναπαραγάγουν πιστά την ποικιλία από την οποία προήλθαν οι σπόροι όπως και το γεγονός ότι παράγονται πάντοτε φυτά που διαφέρουν µεταξύ τους, µε συνέπεια να είναι απαραίτητος ο εµβολιασµός αυτών µε την επιθυµητή ποικιλία, ακόµα και αν οι σπόροι που χρησιµοποιήθηκαν προέρχονται από δένδρα της ποικιλίας αυτής. Πρέπει επίσης να επισηµανθεί ότι λόγω της ιδιαιτερότητας όσον αφορά τη γενετική σύσταση του κάθε σποροφύτου, η επίδραση αυτού γίνεται εµφανής και κατά την ανάπτυξη της ποικιλίας στη διάρκεια της παραγωγικής ζωής του δένδρου, µε την εµφάνιση διαφορετικού ρυθµού αύξησης, διαφορετικού βαθµού ζωηρότητας βλάστηση καθώς και παραλλακτικότητα όσον αφορά την είσοδο των δένδρων σε καρποφορία και το ύψος αυτής. Λόγω λοιπόν των µειονεκτηµάτων αυτών τα τελευταία χρόνια προτιµάται παγκοσµίως ο αγενής πολλαπλασιασµός της ελιάς.

ΑΓΕΝΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ
Λόγω των σηµαντικών πλεονεκτηµάτων του αγενούς πολλαπλασιασµού, όπως ο ταχύτερος ρυθµός παραγωγής δενδρυλλίων και η ταχύτερη είσοδος σε καρποφορία των δένδρων, ο αγενής πολλαπλασιασµός της ελιάς κερδίζει συνεχώς έδαφος, µε αποτέλεσµα το 71% των παραγόµενων δενδρυλλίων ελιάς στη Μεσόγειο να παράγονται αγενώς µε µοσχεύµατα (Avidan και Lavee, 1978; Sebastiani et al., 2002; Sghir et al., 2003; Sebastiani και Tognetti, 2004). Ο αγενής γενικότερα πολλαπλασιασµός της ελιάς προϋποθέτει βέβαια φυτικό υλικό το οποίο θα προέρχεται από επιλεγµένα δένδρα της επιθυµητής ποικιλίας, τα οποία θα είναι υγιή και θα χαρακτηρίζονται από υψηλή παραγωγικότητα. Έχουν αναπτυχθεί αρκετές µέθοδοι αγενούς πολλαπλασιασµού, µερικές από τις οποίες εφαρµόζονται αποκλειστικά στην ελιά. Παρακάτω παρουσιάζονται οι κυριότεροι µέθοδοι αγενούς πολλαπλασιασµού της ελιάς καθώς επίσης µερικά από τα πλεονεκτήµατα και τα µειονεκτήµατα αυτών.

• ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΜΕ ΞΥΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΑΦΥΛΛΑ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΑ. Ο τρόπος αυτός αγενούς πολλαπλασιασµού της ελιάς δεν είναι πάντοτε δόκιµος, τόσο όσον αφορά τα ποσοστά ριζοβολίας των µοσχευµάτων όσο και την ευκολία εξεύρεσης φυτικού υλικού. Χρησιµοποιείται εδώ και πολλά χρόνια µε διάφορες παραλλαγές τόσο από φυτωριούχους όσο και από τους ίδιους τους παραγωγούς. Τα µοσχεύµατα προέρχονται από κλάδους ηλικίας 2-4 ετών και έχουν διάµετρο που ποικίλει από 3-5 εκατοστά, ενώ το µήκος αυτών είναι περίπου 40-60 εκατοστά (Ποντίκης, 1992). Κόβονται συνήθως το χειµώνα κατά το κλάδεµα της ελιάς και φυτεύονται είτε όρθια είτε οριζόντια. Η φύτευση αυτών γίνεται συνήθως σε ελαφρύ υπόστρωµα (συνήθως φυτεύονται σε ειδικές κατασκευές προφυλαγµένες από τις καιρικές συνθήκες τα λεγόµενα τζάκια, στα οποία το υπόστρωµα είναι µίγµα ποταµίσιας άµµου και τύρφης σε αναλογία περίπου 3:1 ενώ συχνά χρησιµοποιούνται και πριονίδια τα οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της ριζογένεσης παραµένουν υγρά). Προς διευκόλυνση της ριζοβολίας των µοσχευµάτων καλό είναι να εµβαπτίζεται η βάση αυτών (περίπου 5 εκ.) σε αλκοολούχο (50% κ.ό. αιθυλική αλκοόλη) διάλυµα ορµόνης ριζοβολίας ίνδολο-βουτυρικού οξέος (ΙΒΑ) σε συγκέντρωση 5 γρ. στο λίτρο για 5 δευτερόλεπτα. Η καταλληλότερη εποχή για τη ριζοβολία αυτών των µοσχευµάτων είναι από τα τέλη φθινοπώρου έως τα τέλη του χειµώνα, οπότε και επιτυγχάνονται υψηλότερα ποσοστά ριζοβολίας και επιβίωσης των νέων φυτών. Στα µοσχεύµατα που θα επιλεγούν να φυτευτούν οριζόντια, ένα µέρος αυτών (εκεί όπου θα αναπτυχθούν οι ρίζες) βρίσκεται εντός του εδάφους ενώ το µέρος από το οποίο θα αναπτυχθούν οι βλαστοί βρίσκεται εκτεθειµένο στο φως. Η µέθοδος αυτή χρησιµοποιείται για τον πολλαπλασιασµό της ποικιλίας Χονδρολιάς Χαλκιδικής (Άγνωστος, 2002). Εφόσον τα µοσχεύµατα ριζοβολήσουν, θα εκπυχθούν την άνοιξη οι οφθαλµοί οι οποίοι βρίσκονται στην εκτεθειµένη στο φως πλευρά του µοσχεύµατος και οι οποίοι θα δώσουν τους νέους βλαστούς. Στη συνέχεια και µετά από ένα τουλάχιστον χρόνο µπορεί το οριζόντιο τµήµα του αρχικού µοσχεύµατος να κοπεί σε µικρότερα τµήµατα, τα οποία φέρουν το κάθε ένα από ένα βλαστό και να έχουµε την παραγωγή πολλών νέων φυτών από ένα αρχικό µόσχευµα. Στα µειονεκτήµατα αυτής της µεθόδου συγκαταλέγεται η δυσκολία εξεύρεσης ικανοποιητικού αριθµού µοσχευµάτων (για παραγωγή φυτών σε εµπορική κλίµακα) καθώς επίσης και η δυσκολία ριζοβολίας των µοσχευµάτων.

• ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΜΕ ΣΦΑΙΡΟΒΛΑΣΤΕΣ Ή ΓΟΓΓΡΟΥΣ Η µέθοδος αυτή είναι εξίσου παλαιά όπως και η προηγούµενη αλλά διαφέρει στο ότι επιτυγχάνονται υψηλότερα ποσοστά ριζοβολίας. Βασίζεται στη χρησιµοποίηση των λεγόµενων γόγγρων ή σφαιροβλαστών, οι οποίοι είναι υπερπλασίες οι οποίες αναπτύσσονται στο κορµό και στις κεντρικές χοντρές ρίζες πολύ κοντά στο λαιµό του δένδρου, σε δένδρα µεγάλης ηλικίας (Ποντίκης, 1992)(Εικόνα 2). Οι υπερπλασίες αυτές είναι φυτικοί ιστοί πλούσιοι σε αποθησαυριστικές ουσίες και ορµόνες που εύκολα παράγουν νέους βλαστούς και ρίζες, δηλαδή νέα φυτά. Οι σφαιροβλάστες ποικίλουν σε µέγεθος και µπορεί να έχουν βάρος από λίγα γραµµάρια µέχρι και µερικά κιλά. Αποκόπτονται από το µητρικό φυτό και φυτεύονται σε ελαφρύ υπόστρωµα (αποτελούµενο από ποταµίσια άµµο ή µίγµα περλίτη και τύρφης) το οποίο διατηρείται υγρό (η φύτευση γίνεται συνήθως σε µονάδες υδρονέφωσης)(Εικόνα 3). Η φύτευση γίνεται κυρίως την περίοδο του χειµώνα ώστε µέσα στην άνοιξη να ξεκινήσει η έκπτυξη των οφθαλµών και ανάπτυξη των νεαρών βλαστών παράλληλα µε τη ριζοβολία των γόγγρων. Συνήθως µετά το τέλος της βλαστικής περιόδου µεταφέρονται οι έρριζοι γόγγροι στο φυτώριο και αφού κοπούν οι µεγάλοι σε µικρότερα κοµµάτια αποτελούµενα από τουλάχιστον ένα βλαστό και το ριζικό του σύστηµα, µεταφυτεύονται σε σακούλες πολυαιθυλενίου ή ατοµικά γλαστράκια όπου και συνεχίζεται η ανάπτυξή τους. Μια παραλλαγή της µεθόδου αυτής εφαρµόζεται κατά κόρον στην Κρήτη, όπου χρησιµοποιούνται τα λεγόµενα «κουτσουράκια» (ή «τακούνια») στις ποικιλίες Κορωνέϊκη και Μαστοειδής (Εικόνα 4). Οι φυτωριούχοι βρίσκουν µεγάλα δένδρα πιστά της ποικιλίας που θέλουν να πολλαπλασιάσουν, τα ξεριζώνουν, µεταφέρουν το δένδρο σε πριονοκορδέλλα όπου κόβουν τµήµα του φυτού που βρισκόταν περί τα 20- 40 εκ. εντός του εδάφους µέχρι και 20-40 εκ. τµήµατος πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. Στη συνέχεια κόβεται ζώνη του φυτού που περιλαµβάνει τόσο φλοιό όσο και ξύλο σε µικρά κοµµάτια (διαστάσεων περίπου 8-10εκ σε µήκος, πλάτος και ύψος). Στη συνέχεια τα κοµµάτια αυτά µεταχειρίζονται όπως αναφέρθηκε στην προηγούµενη παράγραφο. Σηµαντικό µειονέκτηµα αυτής της µεθόδου είναι ο τραυµατισµός του µητρικού δένδρου, ο οποίος δηµιουργεί εστίες µολύνσεων, καθώς επίσης και ο µικρός αριθµός σφαιροβλαστών που µπορεί να παραχθούν. Ιδιαίτερα στην Κρήτη, και λόγω της καταστροφής του µητρικού δένδρου µε την τεχνική αυτή, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη η εξεύρεση µητρικού υλικού, σε σηµείο µάλιστα που τα υπό εκρίζωση δένδρα να κοστίζουν στους φυτωριούχους αρκετά λεφτά για να τα αποκτήσουν.

• ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΜΕ ΠΑΡΑΦΥΑ∆ΕΣ Ή ΚΑΤΑΒΟΛΑ∆ΕΣ ΚΑΤΑ ΣΥΣΤΑ∆Α Οι παραφυάδες είναι ζωηροί βλαστοί που αναπτύσσονται από τη βάση του κορµού του δένδρου, είτε λόγω ζωηρότητας αυτού, είτε λόγω πρόκλησης έκπτυξης των λανθανόντων οφθαλµών που βρίσκονται στη ζώνη κοντά στη βάση του κορµού (Εικόνα 5). Η πρόκληση αυτή µπορεί να επιτευχθεί είτε µε αυστηρό κλάδεµα του µητρικού δέντρου έως και καρατόµηση αυτού, είτε µε την εφαρµογή χαραγής πάνω από το σηµείο που επιθυµούµε την παραγωγή των ζωηρών αυτών βλαστών (καταβολάδα κατά συστάδα όταν εφαρµόζεται σε εµπορική κλίµακα). Η ριζοβολία των παραφυάδων επιτυγχάνεται µε το παράχωµα της βάσης αυτών νωρίς την βλαστική περίοδο και µε φροντίδα ώστε συνεχώς να βρίσκεται η βάση του υπό σκότος, µε σκοπό την προτροπή ριζογένεσης. Προς διευκόλυνση της ριζοβολίας αυτών µπορεί να γίνει µικρή τοµή στη βάση των βλαστών και να εφαρµοστεί ορµόνη ριζοβολίας σε µορφή αλκοολούχου διαλύµατος συγκέντρωση σε ορµόνη από 1 έως και 3 γρ. στο λίτρο. Κατά τα τέλη του επόµενου χειµώνα αφαιρούνται προσεκτικά οι παραφυάδες από το µητρικό φυτό µαζί µε ριζικό σύστηµα και είτε φυτεύονται στην οριστική τους θέση στο χωράφι είτε µεταφέρονται στο φυτώριο προς περαιτέρω ανάπτυξη. Είναι µια τεχνική που εφαρµόζεται κυρίως από παραγωγούς και όχι τόσο από φυτωριούχους και κατά την οποία θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο να είναι τα δένδρα αυτόρριζα και όχι εµβολιασµένα, ώστε να επιτευχθεί ο πολλαπλασιασµός της επιθυµητής ποικιλίας και όχι ενός τυχαίου υποκειµένου. Υπάρχουν αναφορές για επιτυχηµένο πολλαπλασιασµό των ποικιλιών Καλαµών και Χονδρολιά Χαλκιδικής µε την τεχνική της καταβολάδας κατά συστάδα µε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά ριζοβολίας (Koukourikou-Petridou et al., 1999). ∆ε χρησιµοποιείται όµως συνήθως στην πράξη γιατί τα περισσότερα ελαιόδεντρα στη χώρα µας και τα πιο παλαιά δεν είναι αυτόρριζα ενώ η απόσπαση των παραφυάδων από τα µητρικό φυτό προκαλεί πληγές οι οποίες αποτελούν εστίες µολύνσεων. Επιπλέον τα παραγόµενα φυτά χαρακτηρίζονται από µακρά νεανική περίοδο, µε αποτέλεσµα να µπαίνουν αργά σε καρποφορία.

• ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΜΕ ΦΥΛΛΟΦΟΡΑ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΑ Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του παρόντος άρθρου, περί το 70% ων παραγοµένων ελαιόδενδρων στη Μεσόγειο έχουν παραχθεί µε φυλλοφόρα µοσχεύµατα. Η µέθοδος αυτή κατέστη δυνατή µε την εφαρµογή του συστήµατος της υδρονέφωσης τη δεκαετία του 1940. Λόγω της αναγκαιότητας ύπαρξης συστήµατος υδρονέφωσης, η µέθοδος αυτή χρησιµοποιείται στα πιο µεγάλα και σύγχρονα φυτώρια που διαθέτουν τέτοια συστήµατα. Με την τεχνική αυτή είµαστε σε θέση να εκµεταλλευτούµε την παρουσία των φύλλων στο µόσχευµα, τα οποία τροφοδοτούν το άρριζο αρχικά µόσχευµα µε απαραίτητες οργανικές ενώσεις, προϊόντα της συνεχιζόµενης φωτοσύνθεσης και µετά την αποκοπή των βλαστών από το µητρικό δένδρο, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη ριζογένεση. Ως µοσχεύµατα χρησιµοποιούνται κυρίως βλαστοί ενός έτους, µήκους περίπου 10-15 εκατοστών στους οποίους αφαιρούνται τα κατώτερα φύλλα ενώ παραµένουν 3-5 κορυφαία φύλλα. Στη βάση των µοσχευµάτων καλό είναι να δηµιουργούνται δύο διαµήκεις αντιδιαµετρικές τοµές, ώστε να διευκολύνεται τόσο η έξοδος των ριζών όσο και η ταχύτερη απορρόφηση του διαλύµατος της ορµόνης ριζοβολίας. Ως ορµόνη ριζοβολίας χρησιµοποιείται τις τελευταίες δεκαετίες το ίνδολο-βουτυρικό οξύ (ΙΒΑ) σε συγκεντρώσεις που ποικίλλουν από 2 – 5 γρ/λίτρο αλκοολικού διαλύµατος 50% κ.ό. σε αιθυλικής αλκοόλη, ανάλογα µε την ευκολία ριζοβολίας της συγκεκριµένης ποικιλίας. Στο διάλυµα αυτό γίνεται εµβάπτιση της βάσης (περί τα 0.5-2 εκ.) των µοσχευµάτων για πέντε δευτερόλεπτα και στη συνέχεια αφήνονται να στεγνώσουν. Ακολούθως φυτεύονται στους πάγκους της υδρονέφωσης σε υπόστρωµα συνήθως µίγµατος περλίτη – τύρφης σε αναλογία 1:1 (Εικόνα 6). Η τεχνική της ριζοβολίας σε υδρονέφωση προϋποθέτει τη θέρµανση της βάσης των µοσχευµάτων σε επίπεδα θερµοκρασίας περίπου 24-28 C ενώ ο περιβάλλον χώρος πρέπει να έχει θερµοκρασία περίπου 3-5 C χαµηλότερη αυτής της βάσης. Η ριζοβολία των µοσχευµάτων επιτυγχάνεται µέσα σε έξι έως και δώδεκα εβδοµάδες ανάλογα µε την εποχή του έτους και την ποικιλία. Τα έρριζα πλέον µοσχεύµατα µεταφυτεύονται σε σακούλες πολυαιθυλενίου ή ατοµικά γλαστράκια και µεταφέρονται σε σκιερό µέρος εκτός της µονάδος υδρονέφωσης ή παραµένουν στην µονάδα, εκτός όµως των πάγκων υδρονέφωσης, για εγκλιµατισµό και σκληραγώγηση (Εικόνα 7). Τα νέα πλέον φυτά δέχονται όλες τις απαραίτητες καλλιεργητικές φροντίδες (λιπάνσεις και φυτοπροστασία) που θα επιτρέψουν την ταχεία ανάπτυξη τους σε δενδρύλλια έτοιµα προς φύτευση (Εικόνα 8). Η καταλληλότερη περίοδος για πολλαπλασιασµό της ελιάς µε φυλλοφόρα µοσχεύµατα θεωρείται η περίοδος καλοκαίρι έως αρχές φθινοπώρου (ανάλογα µε την ποικιλία). Πρέπει όµως να αναφερθεί ότι και κατά τον υπόλοιπο χρόνο µπορεί να παραχθεί ικανοποιητικός αριθµός έρριζων φυτών µε χαµηλότερα όµως ποσοστά ριζοβολίας. Εκτεταµένη έρευνα έχει γίνει γύρω από τον πολλαπλασιασµό της ελιάς µε φυλλοφόρα µοσχεύµατα µε αποτέλεσµα να παρουσιάζονται συνεχώς βελτιωµένες µέθοδοι προτροπής ριζοβολίας. Πέρα από τις διαφορές στα ποσοστά ριζοβολίας που οφείλονται στο γενετικό υλικό, πολλοί είναι οι παράγοντες εκείνοι που καθορίζουν τα ποσοστά ριζοβολίας µιας συγκεκριµένης ποικιλίας. Η εποχή συλλογής των µοσχευµάτων, η θρεπτική κατάσταση του µητρικού φυτού, η συγκέντρωση της ορµόνης, η σύσταση του µέσου ριζοβολίας, ο αριθµός των φύλλων των µοσχευµάτων κ.ά.. Υπάρχει µια σειρά από διάφορους χειρισµούς που µπορεί να γίνουν µε στόχο την αύξηση του ποσοστού ριζοβολίας των µοσχευµάτων µιας συγκεκριµένης ποικιλίας. Πέρα από τη χρησιµοποίηση της ορµόνης ριζοβολίας που προαναφέρθηκε έχουν χρησιµοποιηθεί κατά καιρούς και άλλες παροµοίου δράσεως ορµόνες όπως το ναφθαλινοξικό οξύ (ΝΑΑ) όπως και άλατα αυτού και του ινδολο-βουτυρικού οξέος. Τα τελευταία ως πιο ευδιάλυτα στο νερό χρησιµοποιούνται ως αλκοολούχα διαλύµατα µικρότερης συγκεντρώσεως σε αλκοόλη, η οποία κατά πολλούς σε επίπεδα της τάξεως των 50% κ.ό. µπορεί να προκαλεί τοξικότητες στα µοσχεύµατα µε αποτέλεσµα της ανάσχεση της ριζοβολίας. Σηµαντικό ρόλο επίσης στη ριζοβολία µοσχευµάτων ελιάς αλλά και άλλων ειδών παίζουν και οι πολυαµίνες (οργανικές αζωτούχες ενώσεις µε συνεργιστική των ορµονών δράση) (Rugini, 1992, 1997). Από τις συνήθως χρησιµοποιούµενες πολυαµίνες κατά τον πολλαπλασιασµό µε µοσχεύµατα ποικιλιών ελιάς είναι η πουτρεσκίνη, η οποία σε πολλές περιπτώσεις εφαρµοζόµενη παράλληλα µε αυξίνη αυξάνει το ποσοστό ριζοβολίας των µοσχευµάτων ελιάς ενώ επίσης επιταχύνει τη ριζογένεση. Πιστεύεται ότι κατά τον καταβολισµό της πουτρεσκίνης παράγεται υπεροξείδιο του υδρογόνου το οποίο αυξάνει τη δράση της υπεροξειδάσης, ένζυµο που παίζει σπουδαίο ρόλο στη διαδικασία της ριζογένεσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πολλοί εφαρµόζουν απ’ευθείας υπεροξείδιο του υδρογόνου στη βάση των µοσχευµάτων ελιάς (σε συγκέντρωση 3.5% κ.β.) σε συνδυασµό µε ορµόνη ριζοβολίας και επιτυγχάνουν υψηλότερα ποσοστά ριζοβολίας σε σχέση µε τη χρησιµοποίηση µόνον της ορµόνης ριζοβολίας (Sebastiani και Tognetti, 2004). Σηµαντικότατος είναι όµως και ο ρόλος των υδατανθράκων (σακχάρων) στη ριζοβολία µοσχευµάτων, αφού λειτουργούν ως άµεση πηγή ενέργειας, η οποία απαιτείται για το σχηµατισµό ριζών (Del Rio et al., 1991; Ozkaya και Celik, 1999). Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι η εποχιακή διακύµανση στη ριζοβολία µοσχευµάτων οφείλεται κατά ένα µέρος στις εποχιακές διακυµάνσεις στη συγκέντρωση των ενδογενών υδατανθράκων (Del Rio et al., 1991). Παρατηρήθηκε ότι η αύξηση της συγκέντρωσης των υδατανθράκων στα µοσχεύµατα ελιάς είχε ως συνέπεια την αύξηση του ποσοστού ριζοβολίας αυτών ενώ όταν οι υδατάνθρακες µειώνονταν, µειώνονταν αντίστοιχα και το ποσοστό ριζοβολίας των µοσχευµάτων (Del Rio et al., 1991). Παρόλα αυτά όµως ο ρόλος των υδατανθράκων παραµένει ασαφής, αφού σε άλλες ποικιλίες συνδέεται άµεσα η συγκέντρωση αυτών µε το ποσοστό ριζοβολίας ενώ σε άλλες όχι. Πρέπει στο σηµείο αυτό να αναφερθεί ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα επί της φυσιολογίας και βιοχηµείας της ριζοβολίας µοσχευµάτων ελιάς ώστε να επιτευχθεί ικανοποιητικό ποσοστό ριζοβολίας ακόµα και σε ποικιλίες που δύσκολα ριζοβολούν µε µοσχεύµατα. Είναι άλλωστε γνωστό ότι υπάρχουν ελληνικές ποικιλίες που ριζοβολούν σχετικά εύκολα και άλλες που ριζοβολούν σχετικά δύσκολα, όπως παρουσιάζεται και στον παρακάτω πίνακα (Avidan και Lavee, 1978; FAO, 1996). Πίνακας 1. Κατάταξη κάποιων από τις σηµαντικότερες ελληνικές ποικιλίες ελιάς µε βάση την ευκολία ριζοβολίας των µοσχευµάτων αυτών. Βαθµός δυσκολίας ριζοβολίας µοσχευµάτων Εύκολα Μέτρια ∆ύσκολα Κορωνέϊκη Αµυγδαλολιά Αδραµµυτινή Κοθρέϊκη Καρυδολιά Καλαµών Ελληνικές Ποικιλίες Ελιάς Μεγαρείτικη Κονσερβολιά

• ΜΙΚΡΟΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ. Ο µικροπολλαπλασιασµός των φυτών διενεργείται στο εργαστήριο εντός δοκιµαστικών σωλήνων ή φιαλών υπό απόλυτα ελεγχόµενες ασηπτικές συνθήκες και αποτελεί την πιο σύγχρονη µέθοδο πολλαπλασιασµού των φυτών. Ξεκινώντας από οποιοδήποτε τµήµα του φυτού είµαστε σε θέση να αναπαραγάγουµε το µητρικό φυτό µέσα σε λίγους µήνες παράγοντας µεγάλο αριθµό νέων φυτών σε µικρό σχετικά χώρο (Εικόνα 9). Η τεχνική αυτή βασίζεται στη δυνατότητα που έχει οποιοδήποτε φυτικό τµήµα να αναπαραγάγει το µητρικό φυτό από το οποίο προήλθε. Με αυτή τη µέθοδο παράγονται χιλιάδες νέα φυτά, απαλλαγµένα ασθενειών, µέσα σε σύντοµο χρονικό διάστηµα και σε πολύ µικρό χώρο. Απαιτεί σύγχρονες και εξελιγµένες εγκαταστάσεις όπως επίσης και την απαραίτητη τεχνογνωσία προτού εφαρµοστεί σε εµπορική κλίµακα. Στην Ελλάδα εφαρµόζεται σε λίγα φυτώρια µε τάση όµως να εξελιχθεί αφού τα πρώτα µηνύµατα είναι ιδιαίτερα αισιόδοξα. Στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν περιγραφεί τα απαραίτητα στοιχεία και οι τεχνικές για τον πολλαπλασιασµό µερικών από τις σηµαντικότερες ελληνικές ποικιλίες όπως η Καλαµών, η Κορωνέϊκη και η Χονδρολιά Χαλκιδικής ενώ τα φυτώρια που κατέχουν αυτή την τεχνογνωσία είναι σε θέση να πολλαπλασιάσουν πολλές ακόµα ελληνικές ποικιλίες ελιάς (Rama και Pontikis, 1990; Grigoriadou et al., 2002; Roussos και Pontikis, 2002). Συνοψίζοντας θα πρέπει να πούµε ότι ο πολλαπλασιασµός των φυτών είναι ένα ιδιαίτερο κοµµάτι της Γεωπονικής επιστήµης ενώ ο πολλαπλασιασµός των οπωροφόρων δένδρων αποτελεί σηµαντικό τµήµα της ∆ενδροκοµικής επιστήµης και έρευνας. Η ελιά αποτελεί αναπόσπαστη καλλιέργεια της ελληνικής γης και ανταµείβει γενναιόδωρα τους παραγωγούς εκείνους που ασχολούνται µε µεράκι και ζήλο µε την καλλιέργειά της. Η γνώση της φυσιολογίας και βιοχηµείας του πολλαπλασιασµού της ελιάς και τα πλεονεκτήµατα και µειονεκτήµατα κάθε µεθόδου πολλαπλασιασµού θα συµβάλλουν σηµαντικά στη διάθεση υψηλής ποιότητας δενδρυλλίων πιστών της επιθυµητής ποικιλίας τα οποία αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της επιτυχηµένης ελαιοκαλλιέργειας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία.
Avidan B. and Lavee S. (1978). Physiological aspects of the rooting ability of olive cultivars. Acta Hort. 79: 93-101.
Del Rio C., Rallo L. and Caballero JM. (1991). Effects of carbohydrate content on the seasonal rooting of vegetative and reproductive cuttings of olive. J. Hort. Sci. 66: 301- 309.
FAO. (1996). Publications Division, Food and Agriculture Organization of the United Nations, 1996. http://www.fao.org/waicent/faoinfo/agricult/agp/agps/seed/oliv.htm
Koukourikou-Petridou M., Voyatzis D. and Porlingis I. (1999). The effect of inorganic nutrients and etiolation on the propagation of olive with an improved method of mound layering. Acta Hort. 474: 47-50.
Rugini E. (1992). Involvement of polyamines in auxin and Agrobacterium rhizogenes-induced rooting of fruit trees in vitro. J. Amer. Soc. Hort. Sci. 117: 532- 536.
Rugini E. (1997). Prospettive di innovazione tecnologica per la propagazione e risanamento dell’ olivo. I Georgofili (1997-II): 97-109.
Ozkaya MT. and Celik M. (1999). The effects of various treatments on endogenous carbohydrate content of cuttings in easy to root and hard to root olive cultivars. Acta Hort. 474: 51-53.
Roussos P.A. and Pontikis C.A. (2002). In vitro propagation of olive (Olea europaea L.) cv. Koroneiki. Plant Gr. Reg. 37: 265-304.
Rama P. and Pontikis C.A. (1990). In vitro propagation of olive (Olea europaea L.) “Kalamon”. J. Hort. Sci. 65: 347-353.
Ποντίκης Κ. (1992). Ελαιοκοµία. Εκδόσεις Σταµούλη, Πειραιάς, σελ. 261.
Άγνωστος (2002). Πολλαπλασιασµός της ελιάς. Γεωγία-Κτηνοτροφία, 3: 18-23
Sebastiani L. and Tognetti R. (2004). Growing season and hydrogen peroxide effects on root induction and development Olea europaea L. (cvs “Frantoio” and “Gentile di Larino” ) cuttings. Sci. Hortic. 100: 75-82. Sebastiani L., Tognetti R., di Paolo P. and Vitagliano C. (2002). Hydrogen peroxide and indole-3-butyric acid effects on root induction and development in cuttings of Olea europaea L. (cv. Frantoio and Gentile di Larino). Adv. Hort. Sci. 16: 7-12.
Sghir S., Belkoura I. and Quazzani N. (2003). Variability in the rooting ability of varieties of olive (Olea europaea L.). Olivae 96:20-24.
Grigoriadou K., Vasilakakis M. and Eleftheriou E.P. (2002). In vitro propagation of the Greek olive cultivar 'Chondrolia Chalkidikis'. Plant Cell Tiss Org Cult. 71: 47-54.

∆ρ. Ρούσσος Πέτρος
1 ΧΕΛΛΑΦΑΡΜ ΑΕ. Φλέµινγκ 15, Μαρούσι 151 23 (τηλ. 210-6800900)

πηγη:http://www.aua.gr/roussos/Roussos/Papers%20PDF/Olive%20and%20olive%20oil.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!