Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο επικός τραγουδιστής μας

Ένα άρθρο για τον αείμνηστο Γρηγόρη που αξίζει να διαβάσετε.......
Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,


«Το Γρηγόρη τον αγάπησα όσο κανέναν άλλο στο τραγούδι. Κι αν δεν ήταν αυτός να μου τραγουδήσει τα δυο πρώτα μου τραγούδια, την «Άπονη ζωή και τη «Φτωχολογιά», θα ‘ψαχνα να βρω σουξέ με το κερί....
Τι υπέροχος άνθρωπος! Έβγαζε λεφτά και τα μοίραζε σε διάφορους φίλους, γνωστούς, μπατίρηδες. Κι όμως, ένα χρόνο μετά το θάνατό του στο μνημόσυνο πήγαν ελάχιστοι...Έπεσα στην αγκαλιά της Μεταξίας και μπήξαμε και οι δυο τα κλάμματα..». Αυτά είναι λόγια του μεγάλου Λευτέρη Παπαδόπουλου, ως απόρροια μιας ατόφιας σχέσης αγάπης και εκτίμησης με το Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο οποίος με την ερμηνεία του σ’ αυτά τα τραγούδια τον εκτόπισε στην κορυφή μαζί με τον επίσης πρωτοεμφανιζόμενο Σταύρο Ξαρχάκο.

Στον αντικατοπρισμό ενός παλλαϊκού καθρέφτη οι πονετικές ερμηνείες του Μπιθικώτση, αποτέλεσαν το υλικό για τη δημιουργία ένος ζωντανού ειδώλου που εξέφρασε έναν ολόκληρο λαό. Ο λαϊκός βάρδος με το περιποιημένο ντύσιμο, τα μαύρα σκαρπίνια και το καλοχτενισμένο μαλλί στεκόταν πάντα με ένα μπουζούκι ανα χείρας και σαν άνοιγε το στόμα έβγαινε μια λουστρινένια, ξύλινη φωνή που έσπαγε κόκκαλα. Είχε την επιβλητική εκφραστικότητα που μπορούσε να τσακίσει το ηθικό όσων καπηλεύονταν ξένες εξουσίες αλλά και το σφρίγος για να δώσει κουράγιο στους καθημερινούς ήρωες της ιστορίας, δείχνοντας την ουσία της ζωής μέσα από το σκοτάδι της αβύσσου.

Το ένα τ’ άλογο να είναι άσπρο όπως τα όνειρα που έκανε παιδί...

Ο Μπιθικώτσης γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1922 σε μια συνοικία στο Περιστέρι. Ο πατέρας του ήταν περιβολάρης. Η μάνα του με καταγωγή από την Κάρυστο, πάσχιζε να μεγαλώσει έξι παιδιά μέσα στις άσχημες συνθήκες της φτώχειας και του πολέμου. Ο Γρηγόρης ήταν ο πιο ζωηρός και δεν ήταν λίγες οι φορές που γύρναγε σπίτι με αίματα στα γυμνά του πόδια, όπως αυτά γδέρνονταν στο ποδόσφαιρο. Έβγαλε μόνο το δημοτικό ενώ το διάστημα που η πείνα θέριζε την Αθήνα, τον έστειλαν οι δικοί του στη Γαστούνη Ηλείας για μερικούς μήνες κάνοντας αγροτικές δουλειές προκειμένου να εξασφαλίσει το φαγητό της ημέρας.

Ξεκινώντας από μικρός να παίζει ερασιτεχνικά κιθάρα και αρπάζοντας καμιά φορά και αυτήν του αδερφού του επιδόθηκε στην αρχή σε ευρωπαϊκά τραγούδια και σε σπανιόλικους ρυθμούς ενώ του άρεσε πολύ και οΓούναρης. Στην ηλικία των 16-17 χρόνων έπαιζε και μπουζούκι και όταν επιχειρούσε καμιά φορά να τραγουδήσει του λέγανε: «Σκάσε ρε, μην τραγουδας!». Ο Βαμβακάρης ήταν αυτός που άνοιξε μέσα του το λαϊκό δρόμο της μουσικής. Προκειμένου να τον ακούσει κάποιο βράδυ σε κάποια ταβέρνα που τον ακομπανιάριζε και ο Χιώτης, έκατσε ως το ξημέρωμα με συνέπεια να φάει ξύλο από τη μάνα του. Η στρατιωτική του θητεία στη σκοτεινή Μακρόνησο την περίοδο του εμφυλίου τον ωθεί στην τελειοποίησή του στο μπουζούκι, το οποίο και παίζει ανελλιπώς τα βράδια στη Λέσχη Αξιωματικών, λειτουργώντας σαν μια ψυχαγωγική, λυτρωτική ανάσα από τον ασφυκτικό κλοιό της εξουσίας. Εκεί, γίνεται και η πρώτη του συνάντηση με το Μίκη Θεοδωράκη, η οποία έμελλε να καθορίσει όλη τη μετέπειτα πορεία του.

Στα χνάρια της διαδρομής του

Η πρώτη συνθετική του απόπειρα έγινε το 1948 με τη συνεισφορά στους στίχους του Χαράλαμπου Τσάντα με το τραγούδι «Το καντήλι τρεμοσβήνει.», το οποίο τραγουδάει σε πρώτη εκτέλεση ο Βαμβακάρης. Ήταν πια οργανοπαίχτης και συνθέτης. Ένα κρύο βράδυ του χειμώνα του 1951 στο μαγαζί που δουλεύει τον παροτρύνουν να τραγουδήσει το «Τρελοκόριτσο» που έχει γράψει μαζί με το Γιάννη Παπαδόπουλο. Γίνεται χαλασμός από το κέφι και λίγες μέρες αργότερα ο Μπιθικώτσης ηχογραφεί γεμάτος τρακ μπροστά στα μεγαθήρια Τσιτσάνης, Χιώτης, Παπαϊώαννου.

Το άκουσμα των τραγουδιών «Γαρύφαλλο στ’ αυτί» και «Σατράπης» από το ήσυχο κούρδισμα μιας πλανόδιας λατέρνας τον οδηγούν στην ενστικτώδη αλλά αλάνθαστη παρόρμηση να βρει το συνθέτη των τραγουδιών, Μάνο Χατζιδάκι στου «Φλόκα» που σύχναζε, κάνοντας ένα ακόμα βήμα καθοριστικό για την είσοδό του στη δισκογραφία. Έτσι, ερμηνεύει στο στούντιο τα κομμάτια με τον Τσιτσάνη να παίζει μπουζούκι, καταγράφοντας μια σπάνια στιγμή της δισκογραφίας, μιας και ο μεγάλος συνθέτης δεν έπαιζε ποτέ σε τραγούδια άλλων συνθετών.

Το 1958 με φόντο την ερωτική πρωτεύουσα του Παρισιού έχει ήδη τυπωθεί στο χαρτί κάθε νότα που θα πλημμύριζε το μεγάλο έργο του Γιάννη Ρίτσου, «Επιτάφιος». Ο Μπιθικώτσης σαν πιο κατάλληλη φωνή για το χρώμα αυτού του κύκλου τραγουδιών καλείται να επανεκτέλεσει τα κομμάτια με την στεγνή φωνή του στον αντίποδα της αέρινης χρειάς της Νάνας Μούσχουρη. Οι ερμηνείες του είναι ιδανικές, κουμπώνοντας ακριβώς στο ύφος των τραγουδιών και το 1960 βγαίνει στη δημοσιότητα ένας από τους σπουδαιότερους δίσκους όλων των εποχών που μαρτυρούν το μεγαλείο μιας Ελλάδας που είναι υπερήφανη για τα παιδιά της. Ακολουθούν αργότερα οι δίσκοι «Επιφάνια», «Άξιον Εστίν», «Ρωμιοσύνη» σε ποίηση Σεφέρη, Ελύτη και Ρίτσου αντίστοιχα. Πρόκειται για έργα που ξύπνησαν τις μνήμες της ψυχές του από την κατοχή. Μια αόρατη κλωστή έδεσε εικόνες σαν κι αυτή που περνούσε τις νύχτες στο πάτο ενός πηγαδιού για να μη σκοτωθεί από καμιά βόμβα με τη ζωή του Ρίτσου που τραβάει την ανηφόρα και το χέρι που σφίγγουν άλλα χέρια σε μια κοινή μοίρα, για να βγει ο ήλιος για τον κόσμο.


Ένας μουσικός ουρανός για έναν αετό με φτερά

Μέχρι και το 1990 έχει στο ενεργητικό του 23 προσωπικούς δίσκους και αρκετές συμμετοχές σε άλλους. Έχει συνεργαστεί με τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του πενταγράμμου όπως οι Ξαρχάκος, Μούτσης, Τσιτσάνης, Άκης Πάνου και πολλοί άλλοι. Έχει διεισδύσει στα λόγια εκπληκτικών στιχουργών όπως οι Γκάτσος, Παπαγιαννοπούλου, Κώστας Βίρβος, Τάσος Λειβαδίτης και τόσοι άλλοι. Έχει αναδείξει μεγάλα ονόματα όπως οι Πόλυ Πάνου, Βίκυ Μοσχολιού.

Είχε μεγάλη φιλία με το Τσιτσάνη ενώ θαύμαζε πολύ το Βαμβακάρη, τον οποίο θεωρούσε τον πνευματικό δάσκαλο όλων που ποτέ δεν ξεπέρασε κανείς. Ήταν στα μάτια του τα θεμέλια του γερού μουσικού οικοδομήματος που έχτισαν οι επόμενοι Θεοδωράκης και Χατζιδάκις και που χωρίς την ύπαρξη αυτού, τίποτα μεταγενέστερο δεν θα ήταν το ίδιο καλό. Αγαπούσε πολύ τον Καζαντζίδη, τον οποίο χαρακτήριζε ότι ήταν η «Ακρόπολη» της μουσικής. Ο Καζαντζίδης είχε πει για εκείνον: «Ο Μπιθικώτσης είναι κλασικός ερμηνευτής. Δεν μπορούμε να του βρούμε ψεγάδι. Ξέρει και τραγουδάει σωστά κι έχει τεράστια πείρα. Το ύφος της φωνής του έχει μια πρωτοτυπία που αρέσει σε πολλούς!...»

Ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Ζαμπέτας εκτιμούσε πάρα πολύ το Μπιθικώτση και είχε πει κάποτε σε κάποια συνέντευξή του: «Ο Μπιθικώτσης έδωσε έργα, μεγάλα έργα, θα τον ονομάσουμε "στρατηλάτη" αυτόνε...Είναι έργα που δε πρόκειται να τα τραγουδήσει άλλος όπως τα ’χει πει ο Μπιθικώτσης. Ουδείς…οιοσδήποτε κι αν τα τραγουδήσει καταστράφηκε...!».

«Κράτησε τη ζωή του ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα..»

Αυτοδίδακτος και με τεράστιο πάθος για τη πλανεύτρα γυναίκα που λένε μουσική, συνέθεσε κάποιες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της πορείας του όπως «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Ο έρωτας γεννήθηκε για δύο», «Ρίξε μια ζαριά καλή» και πολλά πολλά ακόμα. Ήταν ο τεχνικός της μελωδίας που πάτησε πάνω στο χτύπο της καρδιάς του σαν διάβαζε τους στίχους και έτσι δημιούργησε αληθινές λαϊκές συνθέσεις. Έβγαλε τους ποιητές στο δρόμο και μίλησε για τον καημό του λαού, τη κραυγή του αδικημένου, την περηφάνια του Έλληνα και το πόνο του ερωτευμένου.

Στάθηκε στο ψηλότερο βάθρο της μουσικής, άρμεξε με τα μάτια του το φως της οικουμένης και ύστερα χάθηκε σε τούτο στενό που ξεψύχησε ένας έρωτας, για να βρει το ουζερί του Μπελαμή και να ανταμώσει την επίσημη αγαπημένη του, τη Μαργαρίτα Μαργαρώ. Ήπιε το αθάνατο νερό και έντυσε τον ουσιαστικό λόγο με τον ήχο του μπουζουκιού. Έδωσε ερωτική πνοή σε κάθε τραγούδι που ερμήνευσε και μετέδωσε τον παλμό του στο ακέραιο, αναμορφώνοντας τον μέχρι τότε τρόπο ερμηνείας άλλων τραγουδιστών αλλάζοντας το ρου της μουσικής ιστορίας. Τοποθετούσε τέλεια τη φωνή του και την ίδια στιγμή είχε τεχνοτροπία ψυχής, στοιχείο που συνέβαλε στο να πει τραγούδια με τέτοιο τρόπο που να μην μπορεί να τα αγγίξει κανένας μεταγενέστερος.

Ένας τρυφερός μάγκας

Ο Μπιθικώτσης παντρεύτηκε δυο φορές και απέκτησε τρία παιδιά. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αποτραβηχτεί από τα μουσικά πράγματα μιας και έπρεπε να προσέχει πολύ την υγεία του. Πέθανε το 2005 σε ηλικία 82 ετών. Όντας ανήσυχο πνεύμα μέχρι το τέλος γρατζούναγε το μπουζούκι του και έπαιζε για τη γυναίκα και τα παιδιά του. Διάβαζε πολύ και είχε ενδιαφέρον για τα πάντα γύρω του. Είχε μια ζωή γεμάτη από χαρές, πίκρες και έναν αγώνα ως το τέλος.

Ένας άνθρωπος εκφραστικός που όταν μιλούσε έκανε χίλιες χειρονομίες μιλώντας καθαρά και ξάστερα χωρίς περιστροφές ακόμα και στις συνεντεύξεις του. Απλός και απέριττος με μια ευγενική έμφυτη μαγκιά που ανάβλυζε από το βαθύ ποτάμι της καρδιάς του. Σε κάποια συνέντευξή του είχε πει: «Χάνω σιγά σιγά τον ήλιο, το νερό, τη θάλασσα, τις γυναίκες αλλά νιώθω ότι η ζωή συνεχίζεται, κυλάει.». Το 2002, επιβεβαιώνοντας τούτη τη σκέψη του, σε μια συναυλία που διοργανώθηκε προς τιμήν του στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με τη συμμετοχή μιας πληθώρας καλλιτεχνών, ανέβηκε επι σκηνής και τραγούδησε «Του Βοτανικού ο μάγκας», ρίχνοντας λεβέντικες και ασίκικες στροφές και καθυποτάσσοντας έτσι ολοκληρωτικά τον περασμένο χρόνο της ζωής του, με ένα κοινό να παραλυρεί και να καταχειροκροτεί. Αυτός ήταν ο σερ Μπιθικώτσης και έτσι επέλεξε να τον θυμόμαστε στην τελευταία του δημόσια εμφάνιση.

Παρέμεινε ο ακέραιος μύθος ως το τέλος της ζωής του χαρίζοντάς μας επικές ερμηνείες που με το απόλυτα ελληνικό χρώμα στη φωνή του αποτέλεσαν την διέξοδο του Έλληνα από την πίκρα της καθημερινότητάς του και το βάλσαμο για τις πληγές μιας Ελλάδας διχασμένης και όντας διαρκώς στο στόχαστρο ξένων συμφερόντων. Ο Μπιθικώτσης υπήρξε ο ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης που σκόρπισε τις αχτίνες του στην Ελλάδα με τα αετόμορφα βουνά, τα κλήματα στη σειρά και τα λευκά σπίτια στις φτωχογειτονιές. Τίμησε την πατρίδα μας και πλούτισε την μουσική μας παράδοση, αφήνοντας σπουδαία παρακαταθήκη για όλους εμάς. Είναι σίγουρο πως σε κάποια γωνιά του ουρανού στέκει παρέα με τον Ελύτη και τραγουδούν δυνατά: «Μη παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου..». Εμείς το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να ακούσουμε πιο προσεκτικά τούτες τις φωνές και είναι βέβαιο πως θα πάει μπροστά αυτός ο τόπος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!