Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Ο άνθρωπος της χαρά μας..


Ο άνθρωπος της χαρά μας..

Μια δροσερή αναπνοή
μας δίνεις πάντα στην ζωή
με ένα γέλιο μια χαρά
γεμίζεις την κάθε μια καρδιά

Mε ένα χαμόγελο ζεστό
μας λες πάντα το σε αγαπώ
τίποτα λες δεν σε ενοχλεί
πλέον σε τούτη την ζωή

Φτιάχνεις την μέρα μας με μιάς
με καλημέρες της καρδιάς
μια λέξη σου μόνο μας αρκεί
για να ανεβούμε στην στιγμή

Όχι, δάκρυα από σένα δεν θα δω
τα πνίγεις μέσα σου από καιρό
κάτω από χαμόγελα πλατιά
να δείχνεις άνθρωπος έξω καρδια

Κι αν πόνεσες ή αν πονάς
έμαθες μόνο για σε να το κρατάς
στους άλλους αφήνεις την χαρά
άλματα στην ζωή κανείς μπροστά...

Skouliki

Του τυφλού το όνειρο,,,, απο την Γιώτα ξένου

   

Του τυφλού το όνειρο,,,,

Παιδί τυφλό, με ενα ραβδί λευκό στο χέρι,
Βήματα ακούει βιαστικά τον προσπερνάνε ,
Τα μάτια όμως σφαλιστά και δάκρυα δεν κυλάνε,


Εχει μεσα στην καρδια του
Μια πηγή γεμάτη δακρυ,,,
Και με το λευκό μπαστούνι
Ψάχνει να βρει κάποια άκρη ,,

Ψάχνει να βρει κάποια γωνία να κοιμηθεί ,
Κάποιο σημείο να'χει ήλιο να ζεσταίνει ,
Και οταν ο ύπνος θα τον παίρνει αγκαλιά
Τότε θα βλέπει στο όνειρο του πως χωρευει ,

Και μες στην φαντασία του ονείρου ,
Θα ακούει πως οι άνθρωποι μιλούν ,
Θα βλέπει πως του δίνουνε το χέρι ,
Θα βλέπει πως γλυκά χαμογελούν ,

Θα βλέπει πως οι άνθρωποι αγαπάνε ,
Θα βλέπει πως του δίνουνε στοργή ,
Θα βλέπει πως μαζί τους τραγουδάει
Και πως με αγάπη του προσφέρουνε ψωμί
Και μες στου ονείρου την γλυκιά την φαντασία ,
Θα ψιθυρίζει ,,,,τη όμορφη που εισαι βρε ζωη ,,,,

Γιώτα ξένου ,,,

Στον άγιο Σώστη στην Ζάκυνθο τον χειμώνα..

Το λιμανάκι του άγιου σωστή το καλοκαίρι σφύζει από ζωή, τουριστικά σκάφη και σκάφη αναψυχής γεμίζουν τους βραχίονες του λιμανιού καθώς και κόσμος που πάει για το ιδιωτικό γραφικό νησάκι Cameo με το ξύλινο γεφυράκι που το ενώνει με το λιμενοβραχίονα.
Τον χειμώνα μια απολυτή ησυχία παντού, τα περισσότερα σκάφη έξω για να ξεκουραστούν η για επισκευή.... και το γεφυράκι του Cameo με σανίδες ξηλωμένες για να αποτρέπουν τους περίεργους να πάνε στο νησάκι....
Όμως κι εδώ ειναι ένα ιδανικό μέρος για ρομαντικούς περιπάτους , και μάλιστα χωρίς αδιάκριτα βλέμματα....






Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Η παραλία μπανάνα στην Ζάκυνθο τον χειμώνα...

Όσοι έχετε επισκεφθεί την παραλία Μπανάνα στον Βασιλικό Ζακύνθου θα θυμάστε μια απέραντη παραλία- αμμουδιά γεματη με ομπρέλες θαλάσσης παρατεταγμένες και χιλιάδες λουόμενων.
Αν πας όμως τον χειμώνα δεν θα δεις τίποτα από όλα αυτά.
Τα κτήρια των μπαρ έρημα και οι ομπρέλες θαλάσσης εξαφανισμένες από την παράλια, να είναι κάπου κρυμμένες πίσω στο δάσος για να περιμένουν την επόμενη τουριστική σεζόν.
Η ηρεμία της παραλίας θα σε συναρπάσει.... δεν κυκλοφορεί πλέον ούτε σκυλί....
Ιδανικό μέρος για ρομαντικούς περιπάτους, αρκεί να είσαι ντυμένος καλά, και ενδεχομένως να κουβαλάς και κάποια ομπρέλα μαζί σου, γιατί ο καιρός εδώ ειναι τόσο ευμετάβλητος....
Απολαύστε λίγες εικόνες μέσα από τα μάτια μου της παραλίας αυτής τον χειμώνα!







Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Το βαρελόσκυλο από την 'Αννα Μπιτσάνη



Η πόρτα της αποθήκης δεν έκλεινε καλά και τώρα τελευταία του 'λειπαν πράγματα, εργαλεία. Μήπως τον έκλεβε κανείς;
Και τα πουλιά του τσίμπαγαν τους σπόρους, του σκίζαν τα τσουβάλια.
Που θα πήγαινε αυτή η δουλειά;
"Πάρε έναν σκύλο φύλακα και δέσε τον εκεί απέξω!" του είπε ένας φίλος.
Δυό-τρία σπίτια πιο κάτω είχε γεννήσει η σκύλα του γείτονα. Θα του ζητούσε ένα κουτάβι.
Έχωσε βαθιά στην γή μια βέργα, την χτύπησε, την γύρισε και πέρασε έναν κρίκο, μια αλυσίδα και ένα βαρέλι δίπλα. Αυτό θα 'ταν το σπίτι του.
Δέθηκε το κουτάβι.
Τα πρώτα βράδια έσκουζε, ζήταγε την μάνα του. Σιγά σιγά συνήθισε και έκοψε το κλάμα. Έμαθε να γαβγίζει και να διώχνει τα πουλιά και όποιον ζύγωνε κοντά.
Έμαθε να κατεβάζει το κεφάλι όταν πλησίαζε ο αφέντης. Μιά-δύο φορές τον άγγιξε, του άλλαξε κολάρο.
Και περνούσε ο καιρός, η αλυσίδα ελάφρυνε. Μεγάλωνε. 'Εγινε σκύλος.
Ο αφέντης ευχαριστημένος με τον φύλακα, δεν του 'χε λείψει κάτι.
Άλλαζαν οι εποχές. Δεν έβλεπε και πολλά εκεί, τον φράχτη, την πόρτα της αποθήκης και την ζωή που έφευγε και δεν την ζούσε.
Τα καλοκαίρια όμως γινόταν κάτι που του 'δινε χαρά. Ο εγγονός του αφέντη, ένα ξεχωριστό παιδί του κράταγε παρέα. Και είχε μια κρυφή ιδιότητα: μιλούσε με τα ζώα. Τον είχε ρωτήσει αν πονά, αν υποφέρει.
Ήταν περήφανος ο φύλακας, δεν θα 'δειχνε καμιά αδυναμία. "Είμαι καλά" του απάνταγε.
Τον είχε ακούσει να παρακαλάει τον αφέντη "Παππού λύσε τον σκύλο".
Τον είχε ακούσει να κλαίει στο "Όχι".
Τα χρόνια έφυγαν, ο αφέντης δεν άντεχε πιά. Το ίδιο και ο σκύλος.
Ένα πρωί τους άκουσε που έλεγαν ότι ο αφέντης του αρρώστησε, ήρθαν και πήραν τον παππού για το νοσοκομείο. Ο εγγονός, άντρας πιά, ανέλαβε το κτήμα.
Την πρώτη μέρα αφέντης εκεί, πήρε μια μεγάλη πένσα και έκοψε τον κρίκο.
"Έλα μαζί μου" . Η αλυσίδα έμεινε να κείτεται στο χώμα. Πρώτη φορά είδε το σπίτι από μέσα.
Του έστρωσε μια μαλακή κουβέρτα μπροστά στο τζάκι. "Ξάπλωσε εδώ να ζεσταθείς και εγώ θα σου μιλάω". Ο σκύλος ήταν γέρος πιά, τα πόδια του πονούσαν. Η κουβέρτα αφράτη σαν το σύννεφο και η ζέστη του τζακιού παράδεισος. Το παιδί μιλούσε.Του είπε τι είναι η θάλασσα, τι χρώματα έχουν τα βουνά και πόσο ωραία μύριζε η βροχή μέσα στο δάσος.
Μιλούσε ώσπου κατάλαβε πως νανούρισε τον σκύλο.
"Παιδί να πείς στον γέρο πως τον συγχωρώ, δεν του κρατάω κακία.
Δεν ήξερε αλλιώς. Και εσένα σε ευχαριστώ".
'Ενιωσε το χέρι να του χαιδεύει απαλά το κεφάλι και αποκοιμήθηκε.
Ξημέρωσε ένα όμορφο πρωινό, αλλά δεν ξύπνησε ο παππούς.
Ούτε ο σκύλος.
Έφυγαν και οι δυό αφήνοντας κληρονομιά στο παιδί.
Θα άλλαζε τον κόσμο. Είχε το μέλλον, είχε την δύναμη και την αγάπη που χρειαζόταν.
Είχε την ελπίδα.
Θα άλλαζε ότι στραβό του άφησαν.
Γιατί αλλιώς δεν ήξερε και άλλο δεν μπορούσε.

-'Αννα Μπιτσάνη, Σάββατο 14 Οκτώβρη, 2017.

Όλα σε σένα με οδηγούν

     
Όλα σε σένα με οδηγούν

Ήρθες και πάλι στο μυαλό
και να σε βγάλω δεν μπορώ
τα κάνει τέτοια το ποτό
θεέ μου πως να σου αντισταθώ;

σε κάθε ποτήρι και γουλιά
βλέπω τη δική σου τη θωριά
σε κάθε νότα που θα ακουστεί
ακούω την δική σου την φωνή

Σου είμαι το ξέρω παρελθόν
μα πως να ζήσω στο παρόν;
όταν η όψη σου ειναι παντού
και μου ροκανίζει όλο το νου....

Το κάθε ποτήρι με κρασί
σε σένα πάντα με οδηγεί
και κάθε τραγούδι που θα ακούσω
στα περασμένα μας θα το ορίσω...

Skouliki

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Έρημος τάφος σιωπηλός

Έρημος τάφος σιωπηλός

Χωρίς λιβάνι και κερί
έρημος τάφος , στην σιωπή
όλοι σε ξέχασαν γιατί;
που πήγε η αγάπη τους αυτή;

ξέρω: δεν έμεινε στην γη
πάρα μονάχα το κορμί
όμως πως να αναπαυθεί
χωρίς καντήλι μια ψυχή;

Έρημος τάφος στη σιωπή
σαν την ζωή που έζησες εσύ
πάντα μονάχος σιωπηλός
και συντροφιά σου ο καημός


Αυτός ο έρημος σταυρός
που σε σκεπάζει ειν΄ ο στερνούς
σαν ένα δείγμα από την ζωή
όπου σε είχε απαρνηθεί

Χωρίς λιβάνι και κεριά
στέκει εκεί στην ερημιά
να καρτερείς ένα λυγμό
βγαλμένο από φιλικό λαιμό...

Skouliki


Στο νησί μας λένε οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς...
Έτσι στα νεκροταφεία μας επικρατεί μια...... αβυσσαλέα σιωπή κι ερημιά!

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Είναι η εποχή που μαζεύουν όλοι ελιές....

Εποχή συγκομιδής ελαιοκάρπου και όλα τα λιοστάσια ηχούν από το ράβδισμα του πολυτίμου αυτού καρπού!
Απολαύστε  μερικές εικόνες από την μαγική αυτή   δραστηριοτητα   όσων ασχολούνται με την ελιά!










 

Καλημέρα καλή εβδομάδα!


Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Ξανά μαζί ... πάντα μαζί!



Ξανά μαζί ... πάντα μαζί!

Είσαι καρδιά αμάραντη
γεμάτη με αγάπη
όσα βάσανα κι αν σε ζώσανε
μόνο αντοχή σου δώσανε

Με ένα χαμόγελο σπαστό
στα χείλη καρφωμένο
είδα πως δίπλα σου θα βρω
την αγάπη που προσμένω

Πως άφησα στα χρόνια μας
ξένους να μας λογιάζουν
μα ήρθαν ζεστά τα λόγια μας
το πάγο για να σπάσουν

Τώρα που ανταμώσαμε ξανά
σπάσαν τα μάγια τα σκληρά
κι ένα χαμόγελο ζεστό
με αγκαλιάζει κοντά σου σαν βρεθώ

Λες η καρδιά σου κλείδωσε
κι έδωσε ότι είχε για να δώσει
όμως μια χαραμάδα μου άφησε
μέσα για να με χώσει

Ψάχνω να βρω αντίδοτο
στην τόση σου αγάπη
μα ειναι τόσο ατελείωτο
της αγάπης σου το τσουναμι

Μέσα στην τρέλα μου γρικώ
δυο μάτια ζεσταμένα
κι ότι δεν μπόρεσα να πω
μέσα εκεί ήταν γραμμένα

Αυτόν τον κόμπο στο λαιμό
που κρύβεις χρόνια τον καημό
με βρήκε έτοιμο κι αυτό
μαζί σου να το μοιραστώ!

Skouliki
Αφιερωμένο  σε  σένα ξαδερφούλα μου που  νόμιζα χαμένη  αλλά βρέθηκες ξανά στον δρόμο μου μάλλον τυχαία και μου ξανάδωσες χαμόγελων κι αισιοδοξίας  χάπια.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ, Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ

 

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολιτεία υπήρχε ένα κόκκινο βουνό που στους πρόποδές του φύτρωναν πολλές ανεμώνες. Γι’ αυτές τις ανεμώνες κυκλοφορούσε μια φήμη. Αν κάποιος τις έκοβε και τις έβαζε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό και μετά από πέντε μέρες το έπινε, τότε θα αποκτούσε τόση μεγάλη δύναμη, που θα μπορούσε μέσα σε δέκα μέρες να κτίσει ένα παλάτι που όμοιό του δεν θα είχε ξαναγίνει.
Κοντά σε αυτό το βουνό υπήρχε ένα σπιτάκι. Το σπιτάκι του Νικόλα όπου ζούσε με τη μαμά του. Η μαμά του Νικόλα ήθελε οπωσδήποτε ο γιος της να αποκτήσει αυτή την μεγάλη δύναμη.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Νικόλας γινόταν ένα όμορφο παλικάρι και μια μέρα η μητέρα του, η κυρά Φανή, τον κάλεσε και του είπε για την φήμη που κυκλοφορούσε με τις ανεμώνες. Τον ρώτησε λοιπόν:
-Θέλεις, γιε μου, να αποκτήσεις την δύναμη αυτή ώστε να κτίσεις το παλάτι;
-Αχ μάνα! Τόσοι και τόσοι τόλμησαν έως σήμερα μα κανείς μέχρι σήμερα δεν το κατόρθωσε. Λες να είμαι εγώ ο τυχερός;
-Φυσικά και θα είσαι ! φώναξε η κυρά Φανή χαρούμενη. Έλα μαζί μου, του είπε.
Η κυρά Φανή προχώρησε στο μεγάλο ερμάρι, άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε από μέσα μια πεταλούδα κι ένα ψαράκι βαλσαμωμένα.
-Τι είναι αυτά μάνα; Ρώτησε έκπληκτος ο Νικόλας.
-Η μεγάλη σου τύχη, γιόκα μου. ξεφώνησε ταραγμένη η κυρά Φανή. Μου τα χάρισε η καλή Μαλιντούσα με την υπόσχεση να σου τα φανερώσω μόνο σαν κλείσεις τα είκοσί σου χρόνια.
Ο Νικόλας άκουγε απορημένος την μάνα του και περιεργαζόταν στα χέρια του την πεταλούδα και το ψαράκι. Ξαφνικά εκείνα ζωντάνεψαν και μίλησαν με ανθρώπινη φωνή και είπαν:
-Νικόλα από σήμερα είμαστε στις διαταγές σου, αλλά εμένα την πεταλουδίτσα άσε με να πάω πίσω στα λουλουδάκια και το ψαράκι ρίξε το μέσα στη λιμνούλα με τα νούφαρα.
Πράγματι ο Νικόλας έκανε αυτό που του είπαν η πεταλούδα και το ψαράκι. Η πεταλούδα πετούσε όλη μέρα και μάζευε σπόρους τους οποίους τους κολλούσε έναν έναν με το σάλιο της ώσπου έφτιαξε μια τεράστια εντυπωσιακή μπάλα. Αυτή την μπάλα την έδωσε στον Νικόλα και του είπε ότι μέσα σε αυτήν την μπάλα κρύβονται χιλιάδες σπόροι μαγεμένοι που όταν την ανοίξει θα γίνουν χιλιάδες εργάτες που θα του κτίσουν το παλάτι. Ο Νικόλας πήρε την μπάλα, ευχαρίστησε την πεταλούδα και την φύλαξε σε ένα στρογγυλό καλαθάκι.
Τώρα το ψαράκι μέσα στη θάλασσα μάζευε βότσαλα, άμμο και νερό και τα ‘έριχνε μέσα σε μια μαγεμένη βαρκούλα και όταν κάποια μέρα την γέμισε, την πήγε στον Νικόλα και του είπε ότι όταν οι χιλιάδες εργάτες αρχίζουν να κτίζουν το παλάτι όλα αυτά θα γίνουν πέτρες, χώμα και νερό που θα χρησιμοποιήσουν για το κτίσιμο.
- Μια στιγμή σε παρακαλώ, φώναξε στο ψαράκι ο Νικόλας. Σας ευχαριστώ για το καλό που μου κάνετε, όμως πως θα τολμήσω να κόψω την ανεμώνη για να αποκτήσω τη δύναμη ώστε μετά να κτίσω το παλάτι;
- Και γι’ αυτό έχουμε προνοήσει, του απάντησε το ψαράκι. Έλα αύριο το πρωί, όταν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό, στην ρίζα της βελανιδιάς που είναι κοντά στο ξέφωτο του δάσους. Κόψε το μοναδικό βελανίδι, ύστερα πέταξέ το στη λιμνούλα και θα δεις.
Ο Νικόλας έκανε όπως του είπε το ψαράκι το οποίο μονομιάς έσπασε με τα δόντια του το βελανίδι και η πεταλούδα από πάνω τράβηξε ένα μεγάλο καλάμι με μια πολύ μακριά πετονιά. Τα έδωσαν στον Νικόλα, ο οποίος με τη σειρά του έκοψε την ανεμώνη διότι η πετονιά στη άκρη της είχε αντί για αγκίστρι ένα κοφτερό μαχαίρι. Έβαλε την ανεμώνη στο ποτήρι με το νερό, ήπιε το νερό που ήταν μαγεμένο, απόκτησε την δύναμη και με την βοήθεια που του είχαν δώσει η πεταλούδα και το ψαράκι έκτισε το παλάτι.
Εκείνη τη στιγμή στην μέση του Θρόνου ένας Βασιλιάς με φανταχτερά ρούχα χαμογελούσε στον Νικόλα, ο οποίος γονάτισε και προσκύνησε στον Βασιλιά. Δεν πρόλαβε να σηκωθεί και δεκάδες στρατιώτες είχαν παραταχθεί δίπλα του, με χρυσοκέντητες στολές και ασπίδες στα χέρια. Τότε ο βασιλιάς πλησίασε τον Νικόλα, του έπιασε τρυφερά το χέρι και του είπε:
-Από σήμερα σε ανακηρύσσω γιο μου, διότι έλυσες τα μάγια που είχαν εξαφανίσει το παλάτι μου και τα παιδιά μου.
-Τα παιδιά σου; Ρώτησε με απορία ο Νικόλας.
-Βεβαίως παιδί μου. Να κοίτα πίσω σου.
Ο Νικόλας γύρισε το κεφάλι του και είδε έναν πρίγκιπα και μια πριγκίπισσα να έχουν απλωμένα τα χέρια για να τον σφίξουν στην αγκαλιά τους. Δίπλα τους είχαν πέσει τα φτερά της πεταλούδας και τα λέπια με το δέρμα από το ψαράκι.
Τάχασε ο καλός και τυχερός Νικόλας και κοιτούσε με έκπληξη όλα όσα συνέβαιναν γύρω του.
Τότε ο βασιλιάς με τα πριγκιπόπουλα άρχισαν να του εξηγούν την ιστορία της κακιάς μάγισσας , και τον λόγο που είχε χαθεί το παλάτι.
-Ευτυχώς που ο Θεός πάντα ευλογεί το καλό, γι’ αυτό την κατάλληλη στιγμή έστειλε την καλή μάγισσα Μαλιντούσα. Πήρε τα δύο παιδιά και τα έκανε πεταλούδα το ένα και ψαράκι το άλλο. Έκανε, ευτυχώς τα δικά της ξόρκια, τα εμπιστεύτηκε στη μητέρα σου, την κυρά Φανή, και περιμέναμε όλοι να μεγαλώσεις για να λύσεις τα μάγια. Νάμαστε λοιπόν όλοι μαζεμένοι και ευτυχισμένοι.
Τα παιδιά πήραν από ένα χρυσό άλογο διότι ήθελαν να γνωρίσουν τον κόσμο. Πίσω τους άφησαν τον βασιλιά και την κυρά Φανή, οι οποίοι κάθονται στους μεγάλους κήπους του παλατιού και λένε ιστορίες περιμένοντας να γυρίσουν πίσω τα παιδιά τους να τα παντρέψουν.
Έμαθα πως ζούνε όλοι ευτυχισμένοι και είναι όλοι καλά, μα εμείς ζούμε ακόμα καλύτερα.

Γιαγιάκα Άννα

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

Σε σενα που γιορταζεις

  

Απόψε στη γιορτή σου μόνος τα πίνω
αγάπη μου ξέρω πως  μόνος θα μείνω
γουλιά την γουλιά  φαρμάκι να με ποτίζω
ειναι το μόνο στη ζωή που  αξίζω

Γιορτάζεις και η μόνη ευχή μου
ειναι να ήσουν τώρα μαζί μου
όμως οι αποστάσεις μακρυά μας αφήνουν
 οι αποφάσεις   δυο ξένους να μας συστήνουν....

Ντρέπομαι που φοβάμαι και να στο πω
ακόμα εκείνο το σε ΑΓΑΠΩ
για αυτό μήνυμα σου στέλνω γραπτό
χωρίς κανένα νόημα και κανένα σκοπό

Μα  εσύ που απόψε που γιορτάζεις
φαρμάκι στην σκέψη μου στάζεις
σε ένα ποτήρι να πνίγω αγάπες
που κρίμα δεν ήταν καν σκάρτες

Skouliki