Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Το χειμώνα οι κυνηγοί του Πάνου Καρνεζη



Το χειμώνα οι κυνηγοί

Είχαμε χαθεί. Έτσι βρεθήκαμε στο χωριό. Ταξιδεύαμε πολλές ώρες όταν η θύελλα μας πρόλαβε και προσπεράσαμε το σταυροδρόμι χωρίς να το δούμε. Τέτοια θύελλα δεν ε ί χε ξαναγίνει. Το χ ιόνι σκέπασε το παρμπρίζ, έθαψε τους καθαριστήρες και δεν μπορούσαμε να δούμε πιο πέρα απ' την άκρη του καπό. Τα πάντα ήταν άσπρα.
«Οδηγάμε μεσ' απ' τα σύννεφα», είπε ο οδηγός.    
Ήταν αλήθεια. Τα σύννεφα είχαν ακουμπήσει στις κορυφές των λόφων κι ήταν βαριά απ'το χιόνι.
«Σας το λέω να το ξ έ ρ ε τ ε, μπορεί να πηγαίνουμε προς τον γκρεμό».
Επειδή ο δρόμος ήταν σχεδόν τόσο ανώμαλος όσο το έδαφος αριστερά και δεξιά, δεν ήμασταν σίγουροι αν βρισκόμασταν ακόμα πάνω του. Δεν μπορούσαμε να δούμε τους  πασσάλους στην άκρη του δρόμου. Κάναμε την προσευχή μας και συνεχίσαμε το ταξίδι. Αργότερα, αρχίσαμε να νιώθουμε πως ο δρόμος κατηφόριζε επειδή πονούσαν τα αυτιά μας.
«Κόψε ταχύτητα», φωνάξαμε στον οδηγό. «Πας πολύ γρήγορα».
«Είναι χειρότερα. Όποτε φρενάρω τα λάστιχα γλιστρούν στον πάγο».
Το τζιπ ήταν παλιό. Κομμάτια σκουριάς έπεφταν απ' τ ις πόρτες κι η ρεζέρβα ήταν δεμένη στο καπό με σκοινί.
«Το αγοράζουμε», είχαμε πει. «Πάμε για κυνήγι». Αυτό είχε συμβεί πριν από ένα μήνα. Πιστεύαμε πως θα είχαμε γυρίσει μέσα σε μια εβδομάδα. Δεν περιμέναμε ό τι το κυνήγι θα κρατούσε τόσο πολύ. Είχαμε υποσχεθεί να πληρώσουμε για το τζιπ όταν θα γυρίζαμε, με τα χρήματα απ' τη λεία. Ήταν αρκετά μεγάλο να μας χωρέσει όλους, τα όπλα, τ ις σκηνές, τα τρόφιμα. Τη λεία θα την κουβαλού­σαμε στη σκεπή. Δεν ξέρουμε τι συνέβη στον άνθρωπο που μας το πούλησε. Όταν φύγαμε, μας χαιρέτησε.
«Καλό κυνήγι», είπε. «Καλή αντάμωση». Τον χαιρετήσαμε κι εμείς. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδαμε. Όμως, το κυνήγι ήταν δύσκολο. Ο χειμώνας ήταν ζεστός και τα ελάφια είχαν ανέβει ψηλότερα, όπου δεν υπήρχαν ούτε δρόμοι ούτε μονοπάτια. Έπρεπε να αφήσουμε το τζιπ και να περπατήσουμε για μέρες, ακολουθώντας τα αχνάρια. Μετά ο καιρός άλλαξε. Πρώτα βροχή, μετά ένα χαλάζι σκληρό σαν γυαλί, μετά χιόνι. Γυρίσαμε στο τζιπ και φύγαμε βιαστικά, αλλά η θύελλα μας πρόλαβε. Έτσι βρεθήκαμε σ' εκείνο το χωριό.
Σ το τζιπ είχαμε τρεις καραμπίνες, δύο δίκαννα, πέντε μαχαίρια, δύο πιστόλια. Τα τελευταία τα είχαμε για προστασία' είχαμε ακούσει για τους ληστές στα βουνά.
«Θα σας κόψουν τα δάχτυλα ένα ένα», μας είπαν.
«Έχουμε όπλα», απαντήσαμε.
«Είναι δαίμονες. Οι σφαίρες δεν τους σκοτώνουν».
«Έχουμε και μαχαίρια».
«Με αυτά θα σας βγάλουν τα μάτια, φίλοι».
« Δε φοβόμαστε».
Ακούσαμε κι άλλες ιστορίες γ ι ' αυτούς, αλλά ποτέ δεν τους συναντήσαμε. Αν υπήρξαν 121 κάποτε, θα πρέπει τώρα να έχουν πάει αλλού. Συναντήσαμε μόνο ελάφια, αλλά δεν καταφέραμε να σκοτώσουμε κανένα. Υπήρχαν μεγάλα ελάφια σ' εκείνα τα βουνά, αλλά χάσαμε το χρόνο μας εξαιτίας της κακοκαιρίας.
Όταν καθάρισε ο καιρός, είδαμε την κοιλάδα. Δ εν ξέραμε ό τι υπήρχε. Όπως είπαμε, είχαμε έρθει από πολύ μακριά. Είχαμε έ ρ θ ει για το κυνήγι. Ήμασταν χαρούμενοι που ξεφύγαμε απ' τη θύελλα κι ήμασταν χαρούμενοι όταν είδαμε ένα χωριό στην κοιλάδα. Τα σπίτια μικρά κι άσπρα σαν ζάρια, ενώ καπνός έβγαινε απ' τ ις καμινάδες.
«Θα μας δώσουν να φάμε. Είμαστε τυχεροί. Πάτα γκάζ ι, οδηγέ».
Τότε συνέβη.
Βγαίναμε από μια στροφή, όταν ο οδηγός πάτησε απότομα φρένο. Το τζιπ σύρθηκε πλάγια και τελικά σταμάτησε μόλις μισό μέτρο απ' την άκρη του γκρεμού.
«Κοιτάξτε!» σάστισε ο οδηγός. Στη μέση του δρόμου κάθονταν δύο παγόνια.
« Τι κάνουν εδώ;» αναρωτηθήκαμε. «Πώς γλίτωσαν απ' τη θύελλα;»
Συνεχίσαμε το ταξ ίδι μας. Γεράκια πετάχτηκαν μεσ' απ' τα βάτα και πέταξαν γύρω απ' το τζιπ. Περάσαμε από λακκούβες και χαντάκια γεμάτα νερό. Προσπεράσαμε ένα κοπάδι με κατσίκες. Πηγαίναμε γρήγορα. Είδαμε το κοπρόσκυλο του βοσκού όταν ήταν πια πολύ αρ­γά. Σταματήσαμε και το πυροβολήσαμε για να μην υποφέρει. Δεν ε ί χε άλλωστε καμιά ελπίδα. Ζητήσαμε συγγνώμη απ' το βοσκό' ήταν απλά ένας σκύλος.
«Συγγνώμη», είπαμε. «Ερχόμαστε από πολύ μακριά».
«Ήταν καλό σκυλί».
«Συγγνώμη. Πεινάμε κι είμαστε κουρασμένοι».
«Να πάτε από κ ει που ' ρ θ α τ ε ».
Ήταν γέρος. Ήταν εκνευρισμένος. Σήκωσε το μπαστούνι του να μας χτυπήσει. Πυροβολήσαμε στον αέρα για να τον τρομάξουμε. Φτάσαμε στο χωρίο το σούρουπο. Στους δρόμους γαϊδούρια φορτωμένα με κοφίνια, στο καφενείο γέροι χωρικοί έπαιζαν χαρτιά. Οι λάμπες στις κολόνες καμένες. Στην πλατεία ένας σκύλος έβγαζε με τα δόντια του τα τσιμπούρια απ' την κοιλιά του. Παρκάραμε.
Κόσμος περπατούσε γύρω απ' το μεγάλο δέντρο στη μέση της πλατείας. Υπήρχε ένα φορτηγό που οι προβολείς του φώτιζαν μια επιγραφή ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΠΕ Ρ ΙΟΔ Ε ΥΌΝ ΘΕΑΜΑ Ε Ξ Ω Τ Ι Κ ΩΝ Π Τ Η Ν ΩΝ - ΜΟΝΟ Π Ε Ν Η Ν ΤΑ ΛΕΠΤΑ. Όταν οι άνθρωποι μας είδαν στάθηκαν κι έκαναν ησυχία.
«Πού μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα;» ρωτήσαμε.
«Πο ι οι είστε εσείς;» Απαντήσαμε πως ήμασταν νηστικοί και κουρασμένοι.
«Και θέλουμε να μεθύσουμε», προσθέσαμε.
« Τι κάνετε εδώ;» Δείξαμε το φορτηγό.
«Αυτή η έκθεση λ έ ει τίποτα;»
«Έχει έναν παπαγάλο που τραγουδά και τ ις δύο στροφές του εθνικού ύμνου. Τι θέλετε;»
θέλαμε να δούμε τον ιδιοκτήτη. Ήταν στο τροχόσπιτο του κι έβαφε ένα κακατού με το πινέλο. Μας εξήγησε.
«Ένα απ' τα παπαγαλάκια ψόφησε. Κι αυτά τ' άτιμα δεν κάνουν κόλπα αν δεν έχουν ταίρι».
 Τελείωσε με το κακατού και το 'βαλε κοντά σ' έναν ανεμιστήρα να στεγνώσει. Έτριψε τα χέρια του με βαμβάκι ποτισμένο με ν έφτ ι. 
«Λοιπόν;»
«Βρήκαμε ένα ζευγάρι παγόνια. Σχεδόν μας σκότωσαν». Σήκωσε τους ώμους.
«Δεν είναι δικά μου. Ανήκουν στους πεθαμένους».
«Στους πεθαμένους;»
«Στους πεθαμένους. Ζουν στο νεκροταφείο. Οι χωρικοί τα ταΐζουν για να χέζουν τους τάφους των μανάδων τους», αστειεύτηκε. Σ' ένα σιδερένιο κλουβί υπήρχε μια μεγάλη κουκουβάγια. Παίξαμε μαζί της.
«Αφήστε την ήσυχη!» φώναξε ο ιδιοκτήτης. «Δεν της αρέσουν οι ξένοι. Ποιοι είστε τέλος πάντων;» Μια στιγμή αργότερα πρόσθεσε: «Ζητώ συγγνώμη». Αποφασίσαμε να μείνουμε λίγο καιρό επειδή συμπαθήσαμε τον κόσμο. Ήταν τίμιοι άνθρωποι και χαρήκαμε που βρεθήκαμε στο χωριό. Υπήρχε μια πανσιόν, όπου και βρήκαμε δωμάτια.
«Πόσο θα μείνετε;» ρώτησε η σπιτονοικοκυρά.
«Λίγες μέρες. Μέχρι να επισκευάσουμε το τζιπ και να φτιάξει ο καιρός».
«Ο καιρός θα ' ναι μια χαρά αύριο. Για ποιο λόγο τα όπλα;»
«Είμαστε κυνηγοί».
«Δεν έχει κυνήγι το χειμώνα».
«Έχει ελάφια». Κοίταξε έξω.
«Αύριο θα ' ναι μια χαρά. Ο ουρανός είναι καθαρός. Δε βλέπετε τ' αστέρια;»
«Δεν εμπιστευόμαστε τ' αστέρια».
Υπήρχε μια εικόνα της Παναγίας με το Θείο Βρέφος σε κάθε δωμάτιο. Κοιμηθήκαμε καλά. Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε αργά. Σ τη σάλα ο αέρας μύριζε καπνό από τσιγάρο. Σκύβοντας κάτω απ' τις μυγοπαγίδες καθίσαμε στα τραπέζια. Η σπιτονοικοκυρά μας είχε δει, αλλά ακόμα ξεφύλλιζε ένα βιβλίο χωρίς εξώφυλλο.
«Αν οι άνθρωποι μάθαιναν απ' τα βιβλία», είπαμε, «οι βιβλιοθήκες θα ' ταν κλειστές για το κοινό».
«Χρειάζομαι τα δωμάτια. Λυπάμαι, αλλά πρέπει να φύγετε».
«Φέρε μας πρωινό, κυρά».
«Ξέχασα πως έρχονται ταξιδιώτες απόψε. Φυσικά δε χρειάζεται να πληρώσετε τίποτα».
«Πεινάμε, κυρά».
Είχαμε ξυριστεί, φορούσαμε τα καπέλα μας, μυρίζαμε λεβάντα. Ανάψαμε τσιγάρο όσο εκείνη μαγείρευε. Φάγαμε σιωπηλοί. Μετά προσπαθήσαμε να καλέσουμε το συνεργείο στην πρωτεύουσα του νομού, αλλά το τηλέφωνο ήταν κομμένο.
«Τα τηλέφωνα κόπηκαν χθες πριν έρθετε », είπε η γυναίκα, «Δεν ξέρουμε πότε θα τα επανασυνδέσουν».
«Πού θα βρούμε το δήμαρχο;»
«Αυτό το χωριό δεν έχει δήμαρχο».
Ταΐσαμε τη γάτα.
«Μην την ταΐζετε. Αλλιώς δε θα κυνηγά τα ποντίκια».
«Υπάρχει σταθμός της χωροφυλακής εδώ;»
 «Είναι κλειστός. Ο υπενωμοτάρχης έ χ ει πάει στο νοσοκομείο».
Φύγαμε απ' την πανσιόν. Ήταν μια όμορφη μέρα. Είπαμε πως θα εμπιστευόμαστε τα αστέρια από δω και μπρος. Ο χωροφύλακας είχε κάνει εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας και κάποιος είχε σκοτώσει το δήμαρχο με καραμπίνα. Ο οδηγός προσπάθησε να φτιάξει το τζιπ. Είχαμε πέσει σ' ένα χαντάκι στο δρόμο για το χωριό κι είχε στραβώσει ο άξονας. Έπρεπε να ισιώσει, αλλιώς τα ρουλεμάν θα φθείρονταν πολύ γρήγορα.
«Υπάρχει ένας σιδεράς», μας είπαν, «θα σας βοηθήσει».
«Ευχαριστούμε».
«Μπορώ να τον φτιάξω στο άψε σβήσε», είπε ο σιδεράς. «Αν με βοηθήσετε κι εσείς».
Ήμασταν κουρασμένοι. Δεν μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε.
«θα βρω κάποιον άλλο. Κανένα πρόβλημα».
«Με την ησυχία σου, φίλε», είπαμε.
«Κανένα πρόβλημα». « Δε βιαζόμαστε, φίλε». « Όχι, δεν είναι πρόβλημα». «Θα μείνουμε για λίγο, φίλε». «Όπως θέλετε ».
Κάποιοι από μας ήθελαν ξύρισμα, άλλοι και κούρεμα επίσης. Είχαμε πολύ χρόνο ελεύθερο.
Γι ' αυτό πήγαμε στο κουρείο. Κάποιος με μπριγιαντίνη στα μαλλιά καθόταν στην πολυθρόνα, μόλις μπήκαμε. Σηκώθηκε, πλήρωσε κι έφυγε. Ο κουρέας σκούπιζε με την πλάτη στην πόρτα.
«Καθίστε». Μετά γύρισε προς το μέρος μας.
«Ποιος σας έστειλε;» ρώτησε.
«Είμαστε κυνηγοί», εξηγήσαμε. «Χαθήκαμε στη θύελλα».
«Ποια θύελλα;»
Ο κουρέας φορούσε άσπρο πουκάμισο, βαμβακερό παντελόνι με τιράντες, μια ποδιά από παλιό σεντόνι. Επί-της μαύρα παπούτσια με άσπρα ψίδια, γυαλισμένα με προσοχή.
«Εκείνος ο δρόμος μεσ' απ' τα βουνά κάνει μόνο για βόδια», είπαμε. «Ωραία παπούτσια».
«Είμαστε φτωχοί».
«Κι εμείς φτωχοί είμαστε», τον διαβεβαιώσαμε.
Τον συμπαθήσαμε. Οι περισσότεροι στο χωριό ήταν καλοί μαζί μας. Ένα κοράκι καθόταν στον καλόγερο. Το πουλί δε μας συμπάθησε. Ήταν παράξενο.
«Είναι μάινα», εξήγησε ο κουρέας. «Το αγόρασα απ' την εμπόρισσα πριν από καιρό». Το πουλί μιλούσε.
«Καθάρματα», είπε. «θα ' ρθει μια μέρα».
«Πάψε, Σόλων», φώναξε ο κουρέας.
«Θα ' ρθει μια αέρα!»
Είπαμε πως αφού κατάφερε να μάθει στο πουλί να μιλά, τότε θα μπορούσε να του μάθει και τρόπους. Ο κουρέας κοίταξε τα όπλα μας. Άλλα είχαμε ακουμπήσει στον τοί χο, άλλα κρατούσαμε στα γόνατα. Ήταν ακριβά όπλα. Ήταν άδεια, για να μη γίνει κανένα ατύχημα.
Ήμασταν προσεκτικοί. Αλλά κόστιζαν ακριβά και δεν μπορούσαμε να τα εμπιστευτούμε στην κυρία της πανσιόν.
«Συγγνώμη», είπε ο κουρέας.
Κάποιος εμφανίστηκε στην πόρτα, τραβώντας ένα μουλάρι. Δεν μπορούσε να μας δ ει στο σκοτάδι. Ήταν γέρος και τα χέρια του έτρεμαν.
 «Ήρθα για το ξύρισμα, κουρέα».
« Όχι τώρα, Φανούριε».
«Μοιάζω με κλέφτη, κουρέα».
«Λυπάμαι, Φανούριε».
«Μα έχω κλείσει ραντεβού».
«Ο κουρέας έχει δουλειά», είπαμε, «θα ζήσεις περισσότερο με τα γένια».
Έφυγε. Ένας από μας κάθισε στην πολυθρόνα του κουρέα. Ήταν μια παλιά πολυθρόνα από υδραυλικούς σωλήνες οξυγονοκολλημένους μαζί. Ρωτήσαμε τον κουρέα σχετικά.
«Την έφτιαξε ο σιδεράς», απάντησε. «Ο ίδιος που φτιάχνει και το τζιπ σας».
«Ελπίζουμε να κάνει καλύτερη δουλειά με τον άξονα».
«Θα κάνει, φίλοι».
Ήταν ένα ωραίο πρωινό, θα είχαμε φύγει μετά το κούρεμα και το ξύρισμα, αλλά το τζιπ δεν ήταν ακόμα έτοιμο. Επίσης, κοράκια ήταν στην πλατεία και σκάλιζαν το χώμα με το ράμφος τους. Μας εξήγησαν πως ήταν σημάδι ό τι η θύελλα δεν είχε περάσει. Ήταν ύπουλη σαν φίδι. Έτσι μας το είπαν: σαν φίδι. Ο κουρέας τελείωσε το ξύρισμα και του τελευταίου.
«Βάλε λίγη κολόνια, κουρέα. Τα μούτρα μας μοιάζουν με μπριζόλες».
«Βεβαίως, φίλοι».
Σηκωθήκαμε να φύγουμε. Εκείνος είπε:
«Αυτό εδώ το ξυράφι ανήκε σ' έναν πασά απ' τον καιρό των Οθωμανών. Έχει φιλντισένια λαβή. Πάρτε το σαν δώρο, φίλοι».
«Οι πασάδες δεν ξυρίζονταν», είπαμε. «Είχαν μούσι».
Ο κουρέας έπλυνε τα άλλα εργαλεία του και τα στέγνωσε στην ποδιά του.
«Τις τσατσάρες μου τ ις χρησιμοποιούσαν οδαλίσκες. Το ψαλίδι μου είναι από καθαρό ασήμι. Επιμένω να τα πάρετε. Ποιος σας έστειλε;» Είπαμε πως ήμασταν κυνηγοί. Είπε:
«Ευχαριστώ που ήρθατε». Το παλιόσκυλο δεν το σκοτώσαμε για πλάκα. Ήταν στην πλατεία, γρύλιζε και κυνηγούσε την ουρά του όταν βγήκαμε. Αφρός έβγαινε απ' το στόμα του και πήγε να δαγκώσει τα πόδια μας. Το σκουντήσαμε με τα τουφέκια μας για λίγο και μετά ρίξαμε. Καθαρίσαμε τις κάννες στα ρούχα μας. Μια γυναίκα είπε:
«Φονιάδες».
«Ήταν λυσσασμένο. Χάρη σας κάναμε».
«Φονιάδες».
Αν δεν το είχαμε πυροβολήσει στο κεφάλι θα της δείχναμε το αφρισμένο στόμα και τη δαγκωμένη γλώσσα. Της εξηγήσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε.Αργότερα η γυναίκα μας έφτυσε:
«Κτήνη».
«Το στόμα μας είναι στεγνό σαν κάρβουνο».
Ο καφετζής έφερε ποτά. Ήταν ένας ευγενικός γίγαντας. Ήπιαμε τρία κονιάκ ο καθένας. Ο γίγαντας συνέχισε να φέρνει. 
 «Κερνάει το μαγαζί, φίλοι».
«Ευχαριστούμε».
«Από πού ήρθατε, φίλοι;»
«Από μακριά».
«Δεν έχουμε τίποτα εδώ».
«Μάλιστα».
«Γιατί ήρθατε;»
«Χαθήκαμε στη θύελλα». Ήπιαμε κι άλλο κονιάκ. Κερνούσε ακόμα το μαγαζί. «Είστε πολύ φιλόξενοι άνθρωποι». Ο αέρας άνοιξε την πόρτα.
«Έχω μόνο αυτή την τηλεόραση». Ήταν σ' ένα ράφι πάνω απ' τα τραπέζια. Ήταν καινούργια.
«Σύντομα, κάθε σπίτι θα ' χει κι από μία», είπαμε.
«Πάρτε την».
«Γιατί;»
«Σας παρακαλώ».
Μια γάτα μπήκε μέσα νιαουρίζοντας. Της ρίξαμε ένα ποτήρι νερό κι έφυγε τρέχοντας.
«Είστε όλοι τρελοί», είπαμε στο γίγαντα. Φύγαμε. Στην απέναντι μεριά του δρόμου κάποιος βγήκε στη βεράντα του με μια μανιβέλα. Η βεράντα ήταν από τσιμέντο και τόσο κακοφτιαγμένη που έγερνε απ' το ένα άκρο ως το άλλο. Η μουσαμαδένια τέντα της ήταν απλωμένη. Ο αέρας δυνάμωνε κι εκείνος έπρεπε να τυλίξει την τέντα.
«Έλα εδώ, φίλε», είπαμε.
«Μια στιγμή, φίλοι».
«Χρειαζόμαστε τη βοήθεια σου».
«Μια στιγμή». Ρωτήσαμε:
«Γιατί δεν ήρθες όταν σου το είπαμε, φίλε;»
«Συγγνώμη».
Σηκώθηκε και ξεσκόνισε τα ρούχα του με τα χέρια, σκούπισε το αίμα απ' τα χείλη και τη μύτη του.
«Πού είναι οι άλλοι;»
«Σπίτια τους».
«Πήγαινε να τους φωνάξεις».
«Ναι».
« Π ες τους να 'ρθουν εδώ. Και τα παιδιά κι οι γέροι».
«Ναι».
«Και ν' αφήσουν τ ις πόρτες τους ξεκλείδωτες».
«Ναι».
«Κατάλαβες, φίλε;»
«Ναι».
Χιόνιζε όταν ήρθαν. Εμείς στεκόμασταν κάτω από μια στέγη. Είχαμε τα όπλα κάτω απ' τη μασχάλη για να τα προστατεύσουμε απ' το χιόνι. Ο αέρας είχε σταματίσει. Χιόνιζε  γαλήνια, σαν χαρούμενα Χριστούγεννα. Φορούσαμε τα παλτά μας, γάντια, μπότες, καπέλα και κασκόλ. Έκανε κρύο.
«Δεν είστε όλοι εδώ», είπαμε.
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Μερικοί γέροι έλειπαν.
«Δεν μπορούν να περπατήσουν».
«Κουβαλήστε τους».
« Τι θέλετε;»
«Είμαστε κυνηγοί», είπαμε.
« Τι θέλετε;»
Το χιόνι είχε φτάσει στους αστραγάλους τους. Στέκονταν γυμνοί στην πλατεία και χιόνιζε ακόμα. Τα ρούχα ήταν ένας μεγάλος σωρός πίσω τους. Τα ρούχα τους ήταν κουρέλια και τα κορμιά τους μαραζωμένα. Τους ρωτήσαμε άλλη μια φορά:
« Σε ποιον θα το πείτε;»
« Σε κανέναν».
Χιόνιζε όμορφα, όχι σαν τη θύελλα που μας έφερε στο χωριό. Κοιτάξαμε το χιόνι για λίγο, τρίβοντας τα γαντοφορεμένα χέρια μας. Μετά κάποιοι από μας μπήκαν στα σπίτια. Το χιόνι σκέπαζε τ ις σκεπές, τα δέντρα, τα καλώδια του ηλεκτρικού. Ο αέρας ήταν τόσο πηχτός που νιώθαμε τα αυτιά μας σαν να ήταν βουλωμένα με βαμβάκι.
« Τι θα μας κάνετε;»
Κυλήσαμε ένα βαρέλι ε κ εί που στεκόμασταν και βάλαμε φωτιά με τα ρούχα τους. Μας ζέσταιναν μέχρι να έ ρ θ ει η σειρά του επόμενου να μπει στα σπίτια. Οι σόμπες ήταν αναμμένες, το φαγητό μαγειρεμένο, υπήρχε κρασί. Εκείνοι οι άνθρωποι ήταν φτωχοί, αλλά μακάρι να είχαμε κρεβάτια σαν τα δικά τους να ξαπλώνουμε πότε πότε.
«Μη, σας παρακαλούμε», έκλαψαν οι μανάδες. 
«Είναι μικρά κορίτσια».
Έκανε κρύο έ ξω, αλλά στα σπίτια οι φωτιές έκαιγαν. Δε βιαζόμασταν. Όλη εκείνη την ώρα, ο κόσμος στεκόταν στην πλατεία, μες στο χιόνι, τρέμοντας, κλαίγοντας. Αργότερα είπαμε:
«Εμείς πάμε τώρα».
Φορτώσαμε το τζιπ και φύγαμε. Μας πήρε ώρες να βρούμε το δρόμο της επιστροφής.
Όπως είπαμε, είχαμε χαθεί. Έτσι βρεθήκαμε στο χωριό

Πάνος Καρνεζης
Ο Πάνος Καρνέζης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1967. Η μητέρα του είναι από την Τρίπολη και ο πατέρας του από τη Σιλίμνα Αρκαδίας. Σπούδασε στην Ελλάδα και στην Αγγλία όπου και στη συνέχεια εργάστηκε στη βαριά βιομηχανία πριν αρχίσει να γράφει στα Αγγλικά. Έχει γράψει δύο βιβλία, τη συλλογή διηγημάτων "Μικρές Ατιμίες" και το μυθιστόρημα "Ο Λαβύρινθος". Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες. Ζει στο Λονδίνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!