Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΟ ΜΕΛΑΓΧOΛΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Μια φορά και έναν καιρό, όταν η νύχτα είχε απλώσει το αραχνοΰφαντο πέπλο της και τα αστέρια έλαμπαν στο ουράνιο στερέωμα, δυο γοργόνες είχαν ξεγλιστρήσει από τη παρέα τους και είχαν ανέβει στον αφρό της θάλασσας για να παίξουν και να μιλήσουν με το φεγγάρι.
- Γλυκό μου φεγγάρι, είπε η μια γοργόνα η Νερένια. Σήμερα πια ιστορία θα μας πεις;
Στο κάλεσμα της Νερένιας το φεγγάρι χαμήλωσε χαμήλωσε ώσπου το ασημένιο του φως απλώθηκε παντού.
- Έλα, κάθισε κοντά μας, είπε η άλλη γοργόνα. Η Κοραλλένια.
Το φεγγάρι χαμογελούσε. Έτσι τόσο σιμά τους δεν το είχαν ξαναδεί. Το πρόσωπό του ολοστρόγγυλο πλημμυρισμένο στο ασημένιο του φως, με δυο μεγάλα μαύρα μάτια, μικρό στόμα και μικρά αυτιά, το κοίταζαν και το ξανακοίταζαν όλο απορία. Εκείνο κατάλαβε την αμηχανία τους, άπλωσε τα χέρια του κι έπιασε τα δικά τους. Κάθισε δίπλα τους στο βράχο και άρχισε να διηγείται μια παράξενη και πονεμένη ιστορία.
«Κάποτε, ήμουν Βασιλιάς στον ψηλό κόκκινο Πύργο, στο κέντρο του ουρανού. Απέναντι στο φως της μέρας ζούσε ο ξάδελφός μου ο Αυγερινός με την αδελφή του την Πούλια, την μάγισσα της νύχτας. Ήταν όλα τόσο μαγευτικά. Ζούσαμε όλοι πολύ ευτυχισμένοι. Με τα γλέντια μας, τα ταξίδια πάνω από τους γαλαξίες, τα δώρα μας. Τα Χριστούγεννα ήταν ξεχωριστά. Ανεβαίναμε πάνω στην άμαξα του Αϊ-Βασίλη, που την έσερναν δυο πανέμορφοι τάρανδοι και τρέχαμε και όλο τρέχαμε. Κάναμε ένα ατέλειωτο ταξίδι πάνω από θάλασσες, βουνά και πολιτείες. Βλέπαμε από κάτω τα χριστουγεννιάτικα δέντρα φωτισμένα με χιλιάδες λαμπιόνια, τον χαρούμενο κόσμο, τα ευτυχισμένα παιδάκια με χρωματιστά παιχνίδια στα χέρια. Κι έτσι ζούσαμε όλη την ζωή των ανθρώπων με χαρές και με λύπες, αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει, να κυλάει και πάλι από την αρχή. Έτσι τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα κι έγινα ένα δυνατό και όμορφο παλικάρι. Ερωτεύτηκα κι αγάπησα την Πούλια, αλλά δεν μπορούσα να την παντρευτώ, διότι ο καθένας μας έπρεπε να βγαίνει μόνος του να φωτίζει τον Ουρανό. Βλέπετε έτσι τα είχε φτιάξει ο Θεός. Από το ένα μέρος να βγαίνω εγώ και από το άλλο εκείνη.
Οι μέρες και οι μήνες κυλούσαν και η Πούλια σαν μάγισσα της νύχτας αποφάσισε να παντρευτεί ένα μεγάλο αστέρι, τον Γαλαξία. Τι κρίμα όμως! Δεν χάρηκε την ευτυχία της, διότι μετά από κάμποσους μήνες αποφάσισαν να καούν ένα ταξίδι στο απέραντο σύμπαν και κάποιο πρωινό του καλοκαιριού που ο ήλιος έστελνε τις δυνατές του ακτίνες, πέρασαν δίπλα με την άμαξά τους και κάηκαν διότι η άμαξα ήτα από κερί κι έτσι έλιωσε. Ο απέραντος Γαλαξίας των αστεριών, που ήταν τα αδέλφια του άντρα της Πούλιας, τρέξανε να δούνε από κοντά το κακό που τους βρήκε. Χιλιάδες δάκρυα έπεφταν από τον ουρανό, γίνανε στάλες βροχής, ποτίσανε τα δέντρα, τα φυτά, τα λουλούδια και τους κάμπους.
Ανάμεσά τους φύτρωσαν κάτι μικρά κίτρινα λουλουδάκια που τα ονόμασαν μαργαρίτες. Βγαίνουν την άνοιξη και γεμίζουν την γη. Είναι τα παιδάκια την Πούλιας που τα είχε γεννήσει και τα είχε αφήσει στον αδελφό της τον Αυγερινό να τα προσέχει. Εκείνος μετά το κακό τα άφησε να πέσουν στη γη να γίνουν λουλουδάκια κι εκείνα κάθε άνοιξη φυτρώνουν για να την θυμίζουν. Από τότε είμαι μόνος μου. Βγαίνω κάθε βράδυ, φωτίζω την πλάση, περνάω τις ώρες μου χαζεύοντας την ζωή των ανθρώπων και φυλάω τους σπόρους από τις μαργαρίτες για να υπάρχουν κάθε άνοιξη».
Δάκρυα κύλησαν από τα γαλάζια μάτια της Νερένιας και της Κοραλλένιας.
- Μελαγχολικό μας φεγγάρι, είπαν, μας λύπησες με την ιστορία σου. Κάθε βράδυ θα ερχόμαστε να σου κάνουμε παρέα.
Μέχρι σήμερα τα βράδια, οι δύο γοργόνες κάθονται στο βράχο και λένε ιστορίες με το φεγγάρι. Έχουν μάθει πολλές και όσο υπάρχουν άνθρωποι θα μαθαίνουν ακόμα περισσότερες.

Γιαγιάκα Άννα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!