Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Το βαρελόσκυλο από την 'Αννα Μπιτσάνη



Η πόρτα της αποθήκης δεν έκλεινε καλά και τώρα τελευταία του 'λειπαν πράγματα, εργαλεία. Μήπως τον έκλεβε κανείς;
Και τα πουλιά του τσίμπαγαν τους σπόρους, του σκίζαν τα τσουβάλια.
Που θα πήγαινε αυτή η δουλειά;
"Πάρε έναν σκύλο φύλακα και δέσε τον εκεί απέξω!" του είπε ένας φίλος.
Δυό-τρία σπίτια πιο κάτω είχε γεννήσει η σκύλα του γείτονα. Θα του ζητούσε ένα κουτάβι.
Έχωσε βαθιά στην γή μια βέργα, την χτύπησε, την γύρισε και πέρασε έναν κρίκο, μια αλυσίδα και ένα βαρέλι δίπλα. Αυτό θα 'ταν το σπίτι του.
Δέθηκε το κουτάβι.
Τα πρώτα βράδια έσκουζε, ζήταγε την μάνα του. Σιγά σιγά συνήθισε και έκοψε το κλάμα. Έμαθε να γαβγίζει και να διώχνει τα πουλιά και όποιον ζύγωνε κοντά.
Έμαθε να κατεβάζει το κεφάλι όταν πλησίαζε ο αφέντης. Μιά-δύο φορές τον άγγιξε, του άλλαξε κολάρο.
Και περνούσε ο καιρός, η αλυσίδα ελάφρυνε. Μεγάλωνε. 'Εγινε σκύλος.
Ο αφέντης ευχαριστημένος με τον φύλακα, δεν του 'χε λείψει κάτι.
Άλλαζαν οι εποχές. Δεν έβλεπε και πολλά εκεί, τον φράχτη, την πόρτα της αποθήκης και την ζωή που έφευγε και δεν την ζούσε.
Τα καλοκαίρια όμως γινόταν κάτι που του 'δινε χαρά. Ο εγγονός του αφέντη, ένα ξεχωριστό παιδί του κράταγε παρέα. Και είχε μια κρυφή ιδιότητα: μιλούσε με τα ζώα. Τον είχε ρωτήσει αν πονά, αν υποφέρει.
Ήταν περήφανος ο φύλακας, δεν θα 'δειχνε καμιά αδυναμία. "Είμαι καλά" του απάνταγε.
Τον είχε ακούσει να παρακαλάει τον αφέντη "Παππού λύσε τον σκύλο".
Τον είχε ακούσει να κλαίει στο "Όχι".
Τα χρόνια έφυγαν, ο αφέντης δεν άντεχε πιά. Το ίδιο και ο σκύλος.
Ένα πρωί τους άκουσε που έλεγαν ότι ο αφέντης του αρρώστησε, ήρθαν και πήραν τον παππού για το νοσοκομείο. Ο εγγονός, άντρας πιά, ανέλαβε το κτήμα.
Την πρώτη μέρα αφέντης εκεί, πήρε μια μεγάλη πένσα και έκοψε τον κρίκο.
"Έλα μαζί μου" . Η αλυσίδα έμεινε να κείτεται στο χώμα. Πρώτη φορά είδε το σπίτι από μέσα.
Του έστρωσε μια μαλακή κουβέρτα μπροστά στο τζάκι. "Ξάπλωσε εδώ να ζεσταθείς και εγώ θα σου μιλάω". Ο σκύλος ήταν γέρος πιά, τα πόδια του πονούσαν. Η κουβέρτα αφράτη σαν το σύννεφο και η ζέστη του τζακιού παράδεισος. Το παιδί μιλούσε.Του είπε τι είναι η θάλασσα, τι χρώματα έχουν τα βουνά και πόσο ωραία μύριζε η βροχή μέσα στο δάσος.
Μιλούσε ώσπου κατάλαβε πως νανούρισε τον σκύλο.
"Παιδί να πείς στον γέρο πως τον συγχωρώ, δεν του κρατάω κακία.
Δεν ήξερε αλλιώς. Και εσένα σε ευχαριστώ".
'Ενιωσε το χέρι να του χαιδεύει απαλά το κεφάλι και αποκοιμήθηκε.
Ξημέρωσε ένα όμορφο πρωινό, αλλά δεν ξύπνησε ο παππούς.
Ούτε ο σκύλος.
Έφυγαν και οι δυό αφήνοντας κληρονομιά στο παιδί.
Θα άλλαζε τον κόσμο. Είχε το μέλλον, είχε την δύναμη και την αγάπη που χρειαζόταν.
Είχε την ελπίδα.
Θα άλλαζε ότι στραβό του άφησαν.
Γιατί αλλιώς δεν ήξερε και άλλο δεν μπορούσε.

-'Αννα Μπιτσάνη, Σάββατο 14 Οκτώβρη, 2017.

Όλα σε σένα με οδηγούν

     
Όλα σε σένα με οδηγούν

Ήρθες και πάλι στο μυαλό
και να σε βγάλω δεν μπορώ
τα κάνει τέτοια το ποτό
θεέ μου πως να σου αντισταθώ;

σε κάθε ποτήρι και γουλιά
βλέπω τη δική σου τη θωριά
σε κάθε νότα που θα ακουστεί
ακούω την δική σου την φωνή

Σου είμαι το ξέρω παρελθόν
μα πως να ζήσω στο παρόν;
όταν η όψη σου ειναι παντού
και μου ροκανίζει όλο το νου....

Το κάθε ποτήρι με κρασί
σε σένα πάντα με οδηγεί
και κάθε τραγούδι που θα ακούσω
στα περασμένα μας θα το ορίσω...

Skouliki

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Έρημος τάφος σιωπηλός

Έρημος τάφος σιωπηλός

Χωρίς λιβάνι και κερί
έρημος τάφος , στην σιωπή
όλοι σε ξέχασαν γιατί;
που πήγε η αγάπη τους αυτή;

ξέρω: δεν έμεινε στην γη
πάρα μονάχα το κορμί
όμως πως να αναπαυθεί
χωρίς καντήλι μια ψυχή;

Έρημος τάφος στη σιωπή
σαν την ζωή που έζησες εσύ
πάντα μονάχος σιωπηλός
και συντροφιά σου ο καημός


Αυτός ο έρημος σταυρός
που σε σκεπάζει ειν΄ ο στερνούς
σαν ένα δείγμα από την ζωή
όπου σε είχε απαρνηθεί

Χωρίς λιβάνι και κεριά
στέκει εκεί στην ερημιά
να καρτερείς ένα λυγμό
βγαλμένο από φιλικό λαιμό...

Skouliki


Στο νησί μας λένε οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς...
Έτσι στα νεκροταφεία μας επικρατεί μια...... αβυσσαλέα σιωπή κι ερημιά!

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Ξανά μαζί ... πάντα μαζί!



Ξανά μαζί ... πάντα μαζί!

Είσαι καρδιά αμάραντη
γεμάτη με αγάπη
όσα βάσανα κι αν σε ζώσανε
μόνο αντοχή σου δώσανε

Με ένα χαμόγελο σπαστό
στα χείλη καρφωμένο
είδα πως δίπλα σου θα βρω
την αγάπη που προσμένω

Πως άφησα στα χρόνια μας
ξένους να μας λογιάζουν
μα ήρθαν ζεστά τα λόγια μας
το πάγο για να σπάσουν

Τώρα που ανταμώσαμε ξανά
σπάσαν τα μάγια τα σκληρά
κι ένα χαμόγελο ζεστό
με αγκαλιάζει κοντά σου σαν βρεθώ

Λες η καρδιά σου κλείδωσε
κι έδωσε ότι είχε για να δώσει
όμως μια χαραμάδα μου άφησε
μέσα για να με χώσει

Ψάχνω να βρω αντίδοτο
στην τόση σου αγάπη
μα ειναι τόσο ατελείωτο
της αγάπης σου το τσουναμι

Μέσα στην τρέλα μου γρικώ
δυο μάτια ζεσταμένα
κι ότι δεν μπόρεσα να πω
μέσα εκεί ήταν γραμμένα

Αυτόν τον κόμπο στο λαιμό
που κρύβεις χρόνια τον καημό
με βρήκε έτοιμο κι αυτό
μαζί σου να το μοιραστώ!

Skouliki
Αφιερωμένο  σε  σένα ξαδερφούλα μου που  νόμιζα χαμένη  αλλά βρέθηκες ξανά στον δρόμο μου μάλλον τυχαία και μου ξανάδωσες χαμόγελων κι αισιοδοξίας  χάπια.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ, Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ

 

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολιτεία υπήρχε ένα κόκκινο βουνό που στους πρόποδές του φύτρωναν πολλές ανεμώνες. Γι’ αυτές τις ανεμώνες κυκλοφορούσε μια φήμη. Αν κάποιος τις έκοβε και τις έβαζε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό και μετά από πέντε μέρες το έπινε, τότε θα αποκτούσε τόση μεγάλη δύναμη, που θα μπορούσε μέσα σε δέκα μέρες να κτίσει ένα παλάτι που όμοιό του δεν θα είχε ξαναγίνει.
Κοντά σε αυτό το βουνό υπήρχε ένα σπιτάκι. Το σπιτάκι του Νικόλα όπου ζούσε με τη μαμά του. Η μαμά του Νικόλα ήθελε οπωσδήποτε ο γιος της να αποκτήσει αυτή την μεγάλη δύναμη.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Νικόλας γινόταν ένα όμορφο παλικάρι και μια μέρα η μητέρα του, η κυρά Φανή, τον κάλεσε και του είπε για την φήμη που κυκλοφορούσε με τις ανεμώνες. Τον ρώτησε λοιπόν:
-Θέλεις, γιε μου, να αποκτήσεις την δύναμη αυτή ώστε να κτίσεις το παλάτι;
-Αχ μάνα! Τόσοι και τόσοι τόλμησαν έως σήμερα μα κανείς μέχρι σήμερα δεν το κατόρθωσε. Λες να είμαι εγώ ο τυχερός;
-Φυσικά και θα είσαι ! φώναξε η κυρά Φανή χαρούμενη. Έλα μαζί μου, του είπε.
Η κυρά Φανή προχώρησε στο μεγάλο ερμάρι, άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε από μέσα μια πεταλούδα κι ένα ψαράκι βαλσαμωμένα.
-Τι είναι αυτά μάνα; Ρώτησε έκπληκτος ο Νικόλας.
-Η μεγάλη σου τύχη, γιόκα μου. ξεφώνησε ταραγμένη η κυρά Φανή. Μου τα χάρισε η καλή Μαλιντούσα με την υπόσχεση να σου τα φανερώσω μόνο σαν κλείσεις τα είκοσί σου χρόνια.
Ο Νικόλας άκουγε απορημένος την μάνα του και περιεργαζόταν στα χέρια του την πεταλούδα και το ψαράκι. Ξαφνικά εκείνα ζωντάνεψαν και μίλησαν με ανθρώπινη φωνή και είπαν:
-Νικόλα από σήμερα είμαστε στις διαταγές σου, αλλά εμένα την πεταλουδίτσα άσε με να πάω πίσω στα λουλουδάκια και το ψαράκι ρίξε το μέσα στη λιμνούλα με τα νούφαρα.
Πράγματι ο Νικόλας έκανε αυτό που του είπαν η πεταλούδα και το ψαράκι. Η πεταλούδα πετούσε όλη μέρα και μάζευε σπόρους τους οποίους τους κολλούσε έναν έναν με το σάλιο της ώσπου έφτιαξε μια τεράστια εντυπωσιακή μπάλα. Αυτή την μπάλα την έδωσε στον Νικόλα και του είπε ότι μέσα σε αυτήν την μπάλα κρύβονται χιλιάδες σπόροι μαγεμένοι που όταν την ανοίξει θα γίνουν χιλιάδες εργάτες που θα του κτίσουν το παλάτι. Ο Νικόλας πήρε την μπάλα, ευχαρίστησε την πεταλούδα και την φύλαξε σε ένα στρογγυλό καλαθάκι.
Τώρα το ψαράκι μέσα στη θάλασσα μάζευε βότσαλα, άμμο και νερό και τα ‘έριχνε μέσα σε μια μαγεμένη βαρκούλα και όταν κάποια μέρα την γέμισε, την πήγε στον Νικόλα και του είπε ότι όταν οι χιλιάδες εργάτες αρχίζουν να κτίζουν το παλάτι όλα αυτά θα γίνουν πέτρες, χώμα και νερό που θα χρησιμοποιήσουν για το κτίσιμο.
- Μια στιγμή σε παρακαλώ, φώναξε στο ψαράκι ο Νικόλας. Σας ευχαριστώ για το καλό που μου κάνετε, όμως πως θα τολμήσω να κόψω την ανεμώνη για να αποκτήσω τη δύναμη ώστε μετά να κτίσω το παλάτι;
- Και γι’ αυτό έχουμε προνοήσει, του απάντησε το ψαράκι. Έλα αύριο το πρωί, όταν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό, στην ρίζα της βελανιδιάς που είναι κοντά στο ξέφωτο του δάσους. Κόψε το μοναδικό βελανίδι, ύστερα πέταξέ το στη λιμνούλα και θα δεις.
Ο Νικόλας έκανε όπως του είπε το ψαράκι το οποίο μονομιάς έσπασε με τα δόντια του το βελανίδι και η πεταλούδα από πάνω τράβηξε ένα μεγάλο καλάμι με μια πολύ μακριά πετονιά. Τα έδωσαν στον Νικόλα, ο οποίος με τη σειρά του έκοψε την ανεμώνη διότι η πετονιά στη άκρη της είχε αντί για αγκίστρι ένα κοφτερό μαχαίρι. Έβαλε την ανεμώνη στο ποτήρι με το νερό, ήπιε το νερό που ήταν μαγεμένο, απόκτησε την δύναμη και με την βοήθεια που του είχαν δώσει η πεταλούδα και το ψαράκι έκτισε το παλάτι.
Εκείνη τη στιγμή στην μέση του Θρόνου ένας Βασιλιάς με φανταχτερά ρούχα χαμογελούσε στον Νικόλα, ο οποίος γονάτισε και προσκύνησε στον Βασιλιά. Δεν πρόλαβε να σηκωθεί και δεκάδες στρατιώτες είχαν παραταχθεί δίπλα του, με χρυσοκέντητες στολές και ασπίδες στα χέρια. Τότε ο βασιλιάς πλησίασε τον Νικόλα, του έπιασε τρυφερά το χέρι και του είπε:
-Από σήμερα σε ανακηρύσσω γιο μου, διότι έλυσες τα μάγια που είχαν εξαφανίσει το παλάτι μου και τα παιδιά μου.
-Τα παιδιά σου; Ρώτησε με απορία ο Νικόλας.
-Βεβαίως παιδί μου. Να κοίτα πίσω σου.
Ο Νικόλας γύρισε το κεφάλι του και είδε έναν πρίγκιπα και μια πριγκίπισσα να έχουν απλωμένα τα χέρια για να τον σφίξουν στην αγκαλιά τους. Δίπλα τους είχαν πέσει τα φτερά της πεταλούδας και τα λέπια με το δέρμα από το ψαράκι.
Τάχασε ο καλός και τυχερός Νικόλας και κοιτούσε με έκπληξη όλα όσα συνέβαιναν γύρω του.
Τότε ο βασιλιάς με τα πριγκιπόπουλα άρχισαν να του εξηγούν την ιστορία της κακιάς μάγισσας , και τον λόγο που είχε χαθεί το παλάτι.
-Ευτυχώς που ο Θεός πάντα ευλογεί το καλό, γι’ αυτό την κατάλληλη στιγμή έστειλε την καλή μάγισσα Μαλιντούσα. Πήρε τα δύο παιδιά και τα έκανε πεταλούδα το ένα και ψαράκι το άλλο. Έκανε, ευτυχώς τα δικά της ξόρκια, τα εμπιστεύτηκε στη μητέρα σου, την κυρά Φανή, και περιμέναμε όλοι να μεγαλώσεις για να λύσεις τα μάγια. Νάμαστε λοιπόν όλοι μαζεμένοι και ευτυχισμένοι.
Τα παιδιά πήραν από ένα χρυσό άλογο διότι ήθελαν να γνωρίσουν τον κόσμο. Πίσω τους άφησαν τον βασιλιά και την κυρά Φανή, οι οποίοι κάθονται στους μεγάλους κήπους του παλατιού και λένε ιστορίες περιμένοντας να γυρίσουν πίσω τα παιδιά τους να τα παντρέψουν.
Έμαθα πως ζούνε όλοι ευτυχισμένοι και είναι όλοι καλά, μα εμείς ζούμε ακόμα καλύτερα.

Γιαγιάκα Άννα

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Σε σενα που γιορταζεις

  

Απόψε στη γιορτή σου μόνος τα πίνω
αγάπη μου ξέρω πως  μόνος θα μείνω
γουλιά την γουλιά  φαρμάκι να με ποτίζω
ειναι το μόνο στη ζωή που  αξίζω

Γιορτάζεις και η μόνη ευχή μου
ειναι να ήσουν τώρα μαζί μου
όμως οι αποστάσεις μακρυά μας αφήνουν
 οι αποφάσεις   δυο ξένους να μας συστήνουν....

Ντρέπομαι που φοβάμαι και να στο πω
ακόμα εκείνο το σε ΑΓΑΠΩ
για αυτό μήνυμα σου στέλνω γραπτό
χωρίς κανένα νόημα και κανένα σκοπό

Μα  εσύ που απόψε που γιορτάζεις
φαρμάκι στην σκέψη μου στάζεις
σε ένα ποτήρι να πνίγω αγάπες
που κρίμα δεν ήταν καν σκάρτες

Skouliki 


Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΦΛΟΓΕΡΑ

   

Η μαγεμένη φλογέρα
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που τα παραμύθια κρατούσαν συντροφιά στα παιδάκια τα βράδια του χειμώνα, ένας βοσκός με την φλογέρα του έπαιζε μελωδικούς σκοπούς κι έτσι μάζευε τα πρόβατα στα χειμαδιά, όμως αυτή η φλογέρα δεν ήταν σας τις άλλες. Πέρναγε στη μελωδία τον κορυδαλλό και τ'αηδόνια, που μαγεμένα κούρνιαζαν στις φυλλωσιές να την ακούνε. Όλοι οι άνθρωποι του χωριού κάθε βράδυ μαζευόντουσαν στην πλατεία ν’ακούσουν τον αντίλαλό της διότι, έλεγαν, πως έστελνε μηνύματα, αλλά διαφορετικά στον καθένα.
Μια χειμωνιάτικη βραδιά με τσουχτερό κρύο κατέβηκε στο χωριό μια αλεπού να κλέψει κότες για να φάει διότι πεινούσε αρκετά. άκουσε την μελωδία της φλογέρας, ζαλίστηκε και έπεσε να κοιμηθεί. Πρωί πρωί, χαράματα, σηκώθηκε παίρνοντας τον δρόμο για την φωλιά της. Πριν φτάσει βλέπει κάτω από ένα δέντρο τον βοσκό με την φλογέρα. Τον πλησίασε και του είπε:
-Εχτές το βράδυ ο αντίλαλος της φλογέρας σου μου έστειλε ένα μήνυμα. Θέλεις να το μάθεις;
-Μετά χαράς, απάντησε εκείνος που σαστισμένος άκουσε την αλεπού να μιλά με ανθρώπινη φωνή.
- Η φλογέρα σου είναι μαγεμένη, είσαι τυχερός που την κρατάς στα χέρια σου, μα πρόσεχε ένα παράξενο αηδόνι με χρυσά φτερά και κόκκινο λοφίο στο κεφάλι, θα έρθει να κάτσει πάνω στη φλογέρα και θ’αρχίσει να τραγουδά τόσο όμορφα, που όμοιά του δεν θα έχεις ξανακούσει να τραγουδούν. Αυτό τ’ αηδόνι είναι η χρυσομαλλούσα του Βορρά, και κάποιος κακός Νάνος τη ζήλεψε για την ομορφιά της και την γλυκειά της φωνή και αποφάσισε να την μεταμορφώσει σε παράξενο αηδόνι, ώστε ποτέ κανείς να μην το κάνει παρέα. Όμως οι άνθρωποι του Βορρά αγαπούσαν την Χρυσομαλλούσα γι’αυτό φώναξαν το καλό πνεύμα της αγάπης και την συμπόνιας ζητώντας του να βρει μια λύση. Εκείνο τότε τους απάντησε πως το θαύμα θα το κάνει μια μαγεμένη φλογέρα όπου άθελά του κρατά ένα βοσκόπουλο και θα το καταλάβουν διότι αυτή η φλογέρα με τον αντίλαλό της στέλνει διάφορα μηνύματα στους ανθρώπους και στο ζωικό βασίλειο. Αυτό το αηδόνι λοιπόν κράτησέ το και μην το διώξεις και θα γίνει δάσκαλός σου ώστε να μάθει για σένα να τραγουδάς.
Αυτά είπε η αλεπού, άνοιξε την σακούλα με τις κότες κι έβγαλε από μέσα ένα φτερό, το έδωσε στον βοσκό λέγοντάς του:
«Στην ανάγκη σαν βρεθείς, το φτερό κάψε και θα δεις».
Χαιρέτησε τον βοσκό και τρέχοντας κρύφτηκε στην φωλιά της. Σε λίγους μήνες που ήλθε ξ άνοιξη , γέμισε το βουνό αηδόνια και λογής-λογής πουλιά με χιλιάδες χρώματα, περιτριγύριζαν τον βοσκό με την μαγεμένη φλογέρα. Μια μέρα ο βοσκός καθισμένος κάτω από μια ροδιά άρχιζε να παίζει τους μελωδικούς σκοπούς και ξαφνικά το παράξενο αηδόνι ήλθε και κάθισε πάνω στην φλογέρα αρχίζοντας ένα τραγούδι που μονομιάς στο βουνό τα πουλιά σώπασαν, ακούγοντας τον παράξενο τραγουδιστή. Αυτό γινόταν πολλές μέρες, έτσι ώστε έγινε ο δάσκαλος στο βοσκόπουλο, το αγάπησε κι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Μια νύχτα με φεγγάρι το βοσκόπουλο έπεσε να κοιμηθεί.
Προς μεγάλη του έκπληξη βλέπει την χρυσομαλλούσα να βγαίνει πίσω από τα πυκνά σχοίνα και να γλιστρά δίπλα στην γαλάζια λίμνη να πάρει το μπάνιο της.
Όνειρο βλέπω ή αληθινά συμβαίνουν όλα αυτά; Μονολογούσε το βοσκόπουλο. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι γίνεται, ένα δυνατό φτερούγισμα ακούστηκε και η χρυσομαλλούσα που είδε ξανάγινε αηδόνι. Το βοσκόπουλο έπεσε σε συλλογισμό για να βρει με τι τρόπο θα ξαναγινόταν άνθρωπος ο αγαπημένος και παράξενος φίλος του. Τότε θυμήθηκε το φτερό της αλεπούς. Το έκαψε κι αμέσως ένα άσπρο σύννεφο την έφερε κοντά του.
- Με ζήτησες φίλε μου;
Εκείνος εξήγησε τα όσα είχε δει παρακαλώντας της συγχρόνως να τον βοηθήσει ώστε να λυθούν τα μάγια του κακού Νάνου και η χρυσομαλλούσα μα ξαναγίνει άνθρωπος. Του έκανε νόημα να κάτσει και πήρε στα χέρια της την φλογέρα και του είπε:
- Για να λυθούν τα μάγια πρέπει να παίξω την φλογέρα για α ακούσεις εσύ το μήνυμα που θα σου στείλει κι έτσι να κάνεις ότι ακούσεις! Πρόσεχε όμως! Το μήνυμα δεν θα το πεις πουθενά. Σε κανέναν, θα το κρατήσεις για τον εαυτό σου. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι ,απάντησε το βοσκόπουλο.
Πράγματι η αλεπού ‘έπαιξε την φλογέρα κι έστειλε το μήνυμα στον βοσκό. Εκείνος το κράτησε μυστικό, ευχαρίστησε την αλεπού πήρε την φλογέρα του και ξεκίνησε να εκτελέσει το μήνυμα για να λυθούν τα μάγια. Έφτασε σε ένα πηγάδι κατέβηκε κάτω και βρήκε ένα χρυσό φτερό όμοιο σαν του αηδονιού, το πήρε και είπε:
«Γίνε σκάλα να ανεβώ όμορφο χρυσό φτερό και τα μάγια να σου λύσω την καλή μου να φιλήσω».
Αμέσως έγινε μια σκάλα, ανέβηκε ο βοσκός καίμε το χρυσό φτερό πήγε στην φωλιά της αλεπούς. Εκείνη μόλις τον είδε χαμογέλασε ευτυχισμένα, διότι έβλεπε ότι βρισκότανε σε καλό δρόμο, πήρε λοιπόν και την αλεπού μαζί του και αρχίζοντας να παίζει την μαγεμένη φλογέρα εκείνη τους πέταξε ψηλά στον ουρανό αρχίζοντας ένα μακρινό ταξίδι που τους έβγαλε στο Βορρά όπου ήταν το κάστρο της καλής μάγισσας Μαλιντούσας. Ζήτησαν την βοήθειά της και τότε εκείνη ξεπουπούλιασε το χρυσόφτερό, έπλεξε σε μια νύχτα την αραχνοΰφαντη μαντίλα με τα πούπουλα, την έδωσε στο βοσκό για να την φορέσει στο κεφάλι του αηδονιού, πήρε την φλογέρα, έπαιξε μια μουσική, έστειλε το μήνυμα στον κακό νάνο, εκείνος φοβήθηκε με αυτά που άκουσε και χάθηκε από το πρόσωπο της γης. Έτσι, ο βοσκός επέστρεψε στο βουνό που περίμενε το παράξενο αηδόνι, του έριξε την αραχνοΰφαντη μαντίλα στο κεφάλι, έπαιξε το κατάλληλο κομμάτι για την μελωδία της ευτυχίας και τότε ένα βουητό από χιλιάδες μελωδίες αηδονιών σκέπασαν την πλάση. Ένα δυνατό φως απλώθηκε και από μέσα ξεπρόβαλε η Χρυσομαλλούσα, χαμογελαστή. Τα μάγια είχαν λυθεί.
Εκείνη τη στιγμή παίρνει στα χέρια της την μαγεμένη φλογέρα, άρχισε να παίζει και με μάτια όλο απορία ο βοσκός έβλεπε την αλεπού να μεταμορφώνεται σ’ ένα πανέμορφο παλικάρι. Ήταν ο αδελφός της Χρυσομαλλούσας που και αυτόν τον είχε φτιάξει αλεπού ο κακός νάνος, επειδή τον παρακάλεσε να μην κάνει κακό στην αδελφή του . έτσι λοιπόν η μαγεμένη φλογέρα τους έκανε όλους ευτυχισμένους.
Ο βοσκός παντρεύτηκε την χρυσομαλλούσα , έφτιαξαν δικό τους σπίτι στο βουνό και με συντροφιά τον κορυδαλλό και τα αηδόνια τραγουδούσαν κάθε βράδυ την ομορφότερη μελωδία της ευτυχία, την αγάπη την δική τους και του βουνού που κατοικούσαν.
Από τότε ζούνε καλά, μα εμείς όλοι ακόμα καλύτερα

Γιαγιάκα Άννα

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η ΧΡΥΣΗ ΜΗΛΙΑ

 

Μια φορά κι ένα καιρό στο κέντρο του μεγάλου Δάσους βρισκόταν το φτωχικό σπιτάκι του ξυλοκόπου, όπου ζούσε με τις τρεις κόρες του. Φτωχοί αλλά αγαπημένοι έκαναν ότι μπορούσαν για να ζήσουν. Πριν πολλά χρόνια ο ξυλοκόπος είχε μείνει δίχως την καλή του γυναίκα γι’ αυτό φρόντιζε τα τρία του κορίτσια να περνάνε καλά. Μια μέρα οι τρεις αδελφούλες καθώς μάζευαν βατόμουρα, δίπλα στις φυλλωσιές βρήκαν ένα περιστέρι με πληγωμένες τις φτερούγες του. Η πιο μεγάλη που την έλεγαν Μυρτώ, έσκυψε το έπιασε στη αγκαλιά της και μαζί με τις αδελφές της γύρισαν στο σπιτάκι του Δάσους. Εκεί περιποιήθηκαν τις πληγές, το περιστέρι γρήγορα έγινε καλά, το τάιζαν κι από τότε έμενε μαζί τους.
Ένα πρωινό που οι τρεις αδελφές είχαν καθίσει στην αυλή να πλέξουν, ακούνε τα φτερουγίσματα του περιστεριού, σήκωσαν τα κεφάλια και τι να δουν! Το περιστέρι στο ράμφος του κρατούσε ένα χρυσό μήλο. Η Μυρτώ σηκώθηκε πλησίασε το πουλάκι, άνοιξε την αγκαλιά της και εκείνο έριξε το μήλο μέσα. Σε λίγο νάτο πάλι μ’ ένα χρυσό μήλο για την άλλη αδελφούλα την Φιλίτσα κι έπειτα άλλο ένα για την τρίτη που την έλεγαν Θάλεια. Τα τρία κορίτσια πήραν στα χέρια τα χρυσά μήλα κοίταξαν μ’ απορία το περιστέρι, το χάιδεψαν, το φίλησαν και τότε εκείνο με ανθρώπινη φωνή είπε: «Καλές πονετικές μου αδελφούλες, τα χρυσά μήλα να φάτε και πείτε τρεις ευχούλες».
Πράγματι έφαγαν τα μήλα και είπαν τρεις ευχούλες. Η Μυρτώ παρακάλεσε να έχουν υγεία και η τρίτη, η Θάλεια, παρακάλεσε να φανερωθεί ποιος κρύβεται στο περιστέρι με την ανθρώπινη φωνή. Μονομιάς οι ευχές πραγματοποιήθηκαν και στην θέση του πουλιού παρουσιάστηκε μια νεράιδα με ολόξανθα μαλλιά, όπου στα χέρια της κρατούσε ένα ασημένιο ραβδί τυλιγμένο με τρεις κόκκινες κορδέλες πλησίασε τα κορίτσια. Εκείνα φοβισμένα δεν πίστευαν στα μάτια τους και κάπως διστακτικά ρώτησαν, τι συμβαίνει. Η νεράιδα, τότε, σήκωσε το ραβδί της, έβγαλε τις κορδέλες, και της έδωσε στις αδελφούλες λέγοντας:
 - Να πάτε να της φυτέψετε στην αυλή και τότε θα δείτε τι πρόκειται να γίνει. Τα κοριτσάκια υπάκουσαν, μα τι να δουν! Από την μια κορδέλα φύτρωσε μια χρυσή μηλιά. Από τη δεύτερη κορδέλα φύτρωσε ένα όμορφο σπίτι και από την τρίτη κορδέλα φύτρωσε ένας μεγάλος κάμπος. Τα κοριτσάκια τρελά από χαρά ευχαρίστησαν την καλή νεράιδα κι εκείνη πριν φύγει τους είπε: 
- Με δάκρυα χαράς ή λύπης θα είμαι πάντα κοντά σας. Ύστερα ένα λευκό σύννεφο την πήρε στην αγκαλιά του και χάθηκαν στο βάθος του Ορίζοντα. Σας ήλθε ο πατέρας τους ο γερο-ξυλοκόπος, σάστισε με όσα είδε και τότε οι αγαπημένες κόρες του, του διηγήθηκαν ότι είχε συμβεί. Εκείνος έκανε τον σταυρό του κι ευχαρίστησε τον Θεό για τα καλά που γέμισε το σπιτικό του. Από τότε, κάθε μέρα η χρυσή μηλιά έκανε τρία χρυσά μήλα, τα μάζευαν κι ύστερα τα πουλούσαν στην αγορά. Με αυτόν τον τρόπο έγιναν πολύ πλούσιοι. Όλοι τριγύρω στην αγορά άρχισαν να υποψιάζονται πως κάτι περίεργο συμβαίνει και πως κάτι έκρυβαν. Γι’ αυτό συνεννοήθηκαν κι ένας από αυτούς πήρε στο κατόπι τον ξυλοκόπο με τις κόρες του. Σαν έφτασε και αντίκρισε όλα τα παράξενα, δεν πίστευε στα μάτια του ο χωρικός. Έτρεξε αμέσως πίσω στους υπόλοιπους να μαρτυρήσει τα μαντάτα και όλοι μαζί επέστρεψαν για να δουν και να πιστέψουν. Αμέσως τότε έτρεξαν στη χρυσή μηλιά, κάθισαν από κάτω και περίμεναν να βγουν τα μήλα να τα κλέψουν. Όμως η μηλιά, σαν έβγαλε τα χρυσά μήλα, κι αυτοί άπλωσαν τα χέρια τους να τα κόψουν, εκείνη άρχιζε να ανεβαίνει τόσο ψηλά, μέχρι που άγγιξε τον ουρανό. Βγήκε τότε το συννεφάκι της Νεράιδας και η μηλιά είπε στο συννεφάκι το μυστικό. Εκείνο τότε κάλεσε τους φίλους του, τα υπόλοιπα συννεφάκια άρχισαν να ρίχνουν όσο νερό είχαν μαζέψει. Μόλις άρχισαν οι χωρικοί να βρέχονται, το έβαλαν στα πόδια. Το νερό ήταν τόσο πολύ που στο τέλος έφυγαν κολυμπώντας! 
Από τότε το πάθημα τους έγινε μάθημα κι άφησαν τον συγχωριανό τους ήσυχο. Τα χρόνια πέρασαν, τα κορίτσια μεγάλωσαν, όταν κάποιο πρωινό που πήγαν να ψαρέψουν στο ποτάμι, άκουσαν μια φωνή να τραγουδά τόσο ,μελωδικά που σαν μαγεμένες στάθηκαν ν’ ακούσουν. Σε λίγο πλησίασαν και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τρία χρυσόψαρα με πρασινοκίτρινα λέπια καθισμένα σ’ ένα βράχο, έλεγαν τα μελωδικά τραγούδια. Τους έριξαν λίγο ψωμάκι. Εκείνα το έφαγαν και συνέχισαν το τραγούδι μέχρι που οι τρεις αδελφούλες δάκρυσαν. Τα δάκρυα έπεσαν πάνω στα χρυσόψαρα και μονομιάς εκείνα έγιναν τρία πανέμορφα βασιλόπουλα. 
Διηγήθηκαν την πονεμένη ιστορία τους για τα μάγια ενός κακού νάνου και πως μόνο σαν πέρναγαν τρεις αγαπημένες αδελφές και το μελωδικό τραγούδι τους της συγκινούσε και δάκρυζαν και πως αν τα δάκρυα έπεφταν πάνω στα χρυσόψαρα, μόνο τότε θα γινόταν το θαύμα, να λυθούν τα μάγια ώστε να πάρουν την ανθρώπινη μορφή τους. Στην μεγάλη αυτή χαρά παρουσιάστηκε και η καλή νεράιδα, συνόδεψε τις αδελφούλες με τα βασιλόπουλα στο σπίτι τους, είπαν τα καλά νέα στον πατέρα τους και σε λίγες μέρες έγιναν οι γάμοι με τιμές και δόξες.
Έζησαν με πλούτη και αγάπη στους πύργους των συζύγων τους, πάντα αγαπημένοι όλοι μαζί, με συντροφιά την Νεράιδα που της προστάτευε. Από τότε ζούνε αυτοί καλά μα εμείς ζούμε καλύτερα.

Γιαγιάκα Αννα

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΗΠΟΥ

     

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μεγάλο κήπο ακούστηκε μια φασαρία. Δυο μικρές φίλες η Θάλεια και η Πηνελόπη είχαν πάρει τα ψάθινα πανεράκια τους πηγαίνοντας να κόψουν διάφορα λουλούδια για τα βάζα. Ήθελαν να το στολίσουν διότι θα έκαναν γιορτή. Η Πηνελόπη είχε τα γενέθλιά της. Ξαφνικά πιάστηκαν από το χέρι, κοντοστάθηκαν, κοιτάχτηκαν μ’ απορία γι’ αυτό που άκουγαν.
- Δεν είναι δυνατόν, είπε η Θάλεια. Μαλώνουν τα τριαντάφυλλα.
- Πάμε κοντά, είπε και η Πηνελόπη, τραβώντας την μικρή της φίλη.
Σε λίγο έφτασαν στον καβγά, για το πιο τριαντάφυλλα. Είχανε στήσει ένα καβγά, για το πιο τριαντάφυλλο θα πήγαινε στη γιορτή. Τα δύο κοριτσάκια άπλωναν τα χέρια να χαϊδέψουν τα όμορφα λουλούδια, λέγοντάς τους, ότι όλα θα ρθουν στο πάρτι των γενεθλίων της Πηνελόπης. Εκείνα τότε καμαρωτά-καμαρωτά ίσιωσαν το κορμάκι τους, ανοιγόκλεισαν τα χρωματιστά πέταλα και φραπ, μπήκαν στα ψάθινα πανεράκια των κοριτσιών. Τι χαρά έκαναν! ¶άρχισαν το τραγούδι μαζί με τα άλλα λουλούδια που έκοψαν η Θάλεια και η Πηνελόπη. Μια ορτανσία βογκούσε η καψερή, την είχαν καταπλακώσει κάτι γιασεμιά και δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει, ούτε να τραγουδήσει.
- Βοήθεια! Φώναζε, μα κανείς δεν την άκουγε.
Ο ήχος από τα τραγούδια σκέπαζε την φωνούλα της. Ευτυχώς δίπλα της ήτανε ένα χρυσάνθεμο, έσπρωξε το γιασεμί, κι έτσι ελευθέρωσε την ορτανσία. Κάποια στιγμή οι μικρές φίλες έφτασαν στο σπίτι της Πηνελόπης, τοποθέτησαν τα λουλούδια στα βάζα, στόλισαν τα τραπέζια με πολύχρωμα παιχνίδια, χρυσές γιρλάντες και άναψαν χρωματιστά λαμπιόνια. Σε λίγες ώρες το πάρτυ θα άρχιζε. Πράγματι φωνούλες γέμισαν στα δωμάτια και άρχισαν οι μικροί μπόμπιρες τα παιχνίδια.
Μα ξαφνικά έγινε απόλυτη σιωπή.
Ένα μεγάλο κλωνί γιασεμιού γεμάτο από κατάλευκα μικρά λουλουδάκια, άπλωσε τα χέρια του κάνοντάς τους νόημα να ησυχάσουν. Εκείνα σώπασαν, κοιτάζοντας παράξενα το καταπράσινο κλωνάρι.
Τότε έγινε κάτι πολύ παραμυθένιο. Το μεγάλο γιασεμί τίναξε τα κλωνάρια του, άστραψε το δωμάτιο από φως, και στην κορυφή του παρουσιάστηκε το ανθρώπινο κεφαλάκι ενός μικρού αγοριού, όπου στα δύο χεράκια του κρατούσε μια κρυστάλλινη μπάλα που ήταν μαγεμένη. Πλησίασαν οι δυο φίλες, η Θάλεια και η Πηνελόπη, και τον ρώτησαν το όνομά του. Εκείνο τότε απάντησε πως το όνομά του είναι Γιασεμάκι του Χρυσού ήλιου, και πως τους πει μια γλυκιά ιστορία αγάπης ενός κήπου. Τα κοριτσάκια αναφώνησαν πως με χαρά θα της ακούσουν την ιστορία του.
Τότε το Γιασεμάκι έδωσε με δύναμη πέντε στροφές στην κρυστάλλινη μπάλα κι εκείνη άρχισε να γυρίζει. Μέσα από ένα γαλάζιο σύννεφο, είδανε έκπληκτοι το αγόρι να κάθεται σε ένα θρόνο γεμάτο από χρυσάφι και φως, αρχίζοντας συγχρόνως να διηγείται την όμορφη ιστορία.
«Μια φορά σ’έναν κήπο με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια τότε που υπήρχε αγάπη ανάμεσά τους, ένα γιασεμί και μια τριανταφυλλιά ερωτεύτηκαν πολύ. Κάθε μέρα τα πράσινα φυλλαράκια τους γέμιζαν τα κλαδάκια, σιγοψιθύριζαν την αγάπη τους, ανοιγόκλειναν τα πέταλά τους όταν τα άλλα λουλούδια του κήπου πήγαιναν να κοιμηθούν, εκείνα πιασμένα χέρι-χέρι, έκαναν ατέλειωτους περιπάτους κάτω από τα ασημένιο φως του φεγγαριού.
Τα χρόνια περνούσαν και το γιασεμί και η τριανταφυλλιά μεγάλωσαν. Ο κήπος γέμισε, ώσπου ο ιδιοκτήτης του κήπου, ο μπάρμπα Φάνης, κλάδεψε το γιασεμί, ξερίζωσε την τριανταφυλλιά και την μεταφύτεψε στον κήπο του εξοχικού του σπιτιού.
Ένα πρωινό που ο χρυσός ήλιος, ζέσταινε με τις ακτίνες του τον κήπο του μπάρμπα Φάνη, είδε την καμαρωτή φουντωμένη τριανταφυλλιά και θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την παντρεύτηκε. Τι κρίμα!
Η καημένη κάθε μέρα έκλαιγε , πότιζαν τα δάκρυα το χώμα παρακαλώντας να φυτρώσει γιασεμί, να το έχει παρηγοριά, μια και το αγαπημένο δικό της γιασεμί είχε πάρει απόφαση πως δεν θα το ξανάβλεπε. Το θαύμα όμως το έκανε και πάλι ο καλός μας Θεός. ¶άκουσε τα παρακάλια της άτυχης τριανταφυλλιάς και όπου πέφτανε τα δάκρυά της μαλάκωνε το χώμα και μια μέρα φύτρωσε ένα τόσο δα μικρό κλαράκι γιασεμιού. Από την χαρά της η τριανταφυλλιά άρχιζε να βγάζει χιλιάδες κλαδιά και τριαντάφυλλα ώσπου σκέπασε το γιασεμί κι ‘έτσι νόμισε πως θα έμενε μικρό και δεν θα μεγάλωνε. Όμως ο άντρας της ο Χρυσός Ήλιος έστελνε μέχρι εκεί τις ακτίνες του. Εκείνο μεγάλωσε, πέρασε την τριανταφυλλιά και ο μπάρμπα Φάνης το κλάδεψε. Ύστερα το ξερίζωσε και το πέταξε στο χωράφι με τα ξερόκλαδα. Η τριανταφυλλιά από την λύπη της αρρώστησε, μαράθηκε και πήγε στον Παράδεισο να ξεκουραστεί. Όμως ο καλός Θεός δεν άφησε το γιασεμίνα μαραθεί. Έστειλε τον Χρυσό Ήλιο και εκείνος το υιοθέτησε. Του έδωσε την μαγεμένη κρυστάλλινη μπάλα για να λέει παντοτινά την γλυκιά ιστορία αγάπης του κήπου που σημάδεψε την ζωή του. Ήξερε, βλέπετε, πως ήτανε το παιδάκι της τριανταφυλλιάς και του γιασεμιού.
Από τότε σε όλους τους κήπους, όπου ανθίζει ένα γιασεμί, δίπλα του φυτρώνει πάντα μια τριανταφυλλιά για να θυμίζει την αγάπη που κάποτε χάθηκε.
Αυτά είπε το μικρό αγόρι και μονομιάς η κρυστάλλινη μπάλα σταμάτησε και ξανάγινε κλωνάρι γιασεμιού με μικρά λευκά λουλουδάκια. Οι δύο μικρές φίλες , η Θάλεια και ή Πηνελόπη δάκρυσαν με την παρέα τους. Φύτεψαν το γιασεμί και εκείνο μέσα σε μια νύχτα θέριεψε και γέμισε μοσχοβολιά ο τόπος. Ξαφνικά τα λαμπιόνια έσβησαν. Η Πηνελόπη πήγε να τα ανάψει.
- Μπα! Είμαι στο κρεβατάκι μου, σιγοψιθύρισε. Τι καλά! Ήταν όλα ένα όνειρο. Ένα όμορφο γαλάζιο όνειρο. Σαν εκείνα τα όνειρα που θα λένε παντοτινά τα παραμύθια.

Γιαγιάκα Άννα

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Περνούν τα χρόνια

   

Περνούν τα χρόνια

Περνούν τα χρόνια γρήγορα ,
Και Πίσω δεν γυρνούνε
Μεσα στη σκέψει μένουνε
Για να μας Τυραννούνε ,

Για άλλους ήταν όμορφα
Τα χρονια που περάσαν
Για άλλους ειναι Δύσκολα
Τα χείλη δεν γέλασαν ,,

Χρηστο μου έτσι ειναι η ζωη ,
Φευγη και δεν Γυρίζει,
Μα η Ρυτίδα της ψυχής
Παντα θα μας αγγίζει ,,

Της αναμνήσεις θα εχουμε
Παντα μες στο μυαλό μας
Για να περνά η Θλίψη μας
Και το παράπονο μας ,,,
Γιωτα  Ξένου