Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2015

Ο Φάρος Τουρλίτης στην Άνδρο.

Ο φάρος ένα στολίδι της Χώρας Άνδρου, χτισμένος πάνω σε έναν βράχο μέσα στα κύματα, ένα μοναδικό μνημειο...


    

Ο Φάρος Τουρλίτης βρίσκεται στη Χώρα της Άνδρου.Αυτός ο πανέμορφος φάρος χτίστηκε το 1887 και είναι ένα από τα πιο παραδοσιακά ναυτικά μνημεία της Άνδρου. Το ύψος του κυλινδρικού πύργου ανέρχεται στα 7 μέτρα και το εστιακό ύψος στα 36 μέτρα. Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Ενετικό κάστρο στη Χώρα. Ο φάρος αυτός είναι μοναδικός διότι είναι χτισμένος πάνω σε βράχο μέσα στη θάλασσα. Κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου βομβαδίστηκε και καταστράφηκε.

Το 1990 ο Αλέξανδρος και η Μαριεττα Γουλανδρή, επισκεύασαν και αποκατάστησαν το φάρο στη μνήμη της αποθανούσας κόρης τους, Βιολάντας Γουλανδρή.
Πρόσφατα ο Φάρος Τουρλίτης, αποτελεί κομμάτι της αναμνηστικής συλλογής γραμματοσήμων που είναι αφιερωμένη στους Φάρους της Ελλάδος. Χάρη στον πανέμορφο αυτό φάρο, το νησί της Άνδρου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε γραμματόσημο.

Ακόμα και σήμερα με μελτέμι είναι πανέμορφος ο Φάρος!!!

Πηγη: http://www.faroi.com/

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Πάντα μου έλεγες....: Αντύπας

στίχοι:
μουσική:
εκτέλεση: Αντύπας


Φεύγω προτού σε βαρεθώ
και στην ανάγκη να βρεθώ
να πω τελειώσαμε.
Έτσι κι αλλιώς απ΄ την αρχή
εγώ καπνός κι εσύ βροχή
δεν ανταμώσαμε...

Πάντα μου έλεγες
πως ειναι λίγα αυτά που έλεγα
από καιρό
μπροστά στα λάθη σου
τον ήλιο πήγα
μα για να αντέξω πια δεν μπορώ.(δις)


Βαθύ σαν τον ωκεανό
ανάμεσα μας το κενό
στάθηκε άτυχο
κουράστηκα να σε αγαπώ
και φεύγω πριν να πληγωθώ
από το αύριο

Πάντα μου έλεγες
πως ειναι λίγα αυτά που έλεγα
από καιρό
μπροστά στα λάθη σου
τον ήλιο πήγα
μα για να αντέξω πια δεν μπορώ.(δις)

Μέσα από το κάστρο στην Άνδρο.



Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Τα έρημα μαγκανοπήγαδα...

Κάποτε τα καλοκαίρια δεν ήταν τόσο ήρεμη η εξοχή...
Απο κάθε γωνιά ακουγόταν το ρυθμικό τρίξιμο του μάγγανου, στην προσπάθεια να ποτίσουν την γη.
Πάνω στο νερό την γη και το μάγκανο είχε στηριχτεί και επιτευχθεί  η ελληνική ανάπτυξη...


Τώρα όλα χάθηκαν, η γη γέμισε μόνιμα με αγριόχορτα, και τα μάγκανα εκεί σιωπηρά  αφού ξεχάστηκε η χρήση τους...
Το μαγκανοπήγαδο έμεινε τώρα ένα άχρηστο σημείο αναφοράς  μέσα στη ερημιά των κήπων!!!!

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Νερόμυλοι στα Διποτάματα της Άνδρου

Στα Διποτάματα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός νερόμυλων. 
Σώζονται σε οποιαδήποτε μορφή από ακέραιοι, μέχρι ερείπια, 22 νερόμυλοι σε ολόκληρη τη χαράδρα.  
Ας  δούμε όμως μερικές φώτο   από την περιοχή  και έναν νερόμυλο.








Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Έτσι απλά αρχίζουν οι αμφιβολίες...χαχαχαχαχαχ

   
Ένας καλόγερος σε κάποια επίσκεψη στην Αθήνα, γυρίζει, γυρίζει και στο τέλος, κουρασμένος, κάθεται σ` ένα καφενείο.
Μια κυρία στο διπλανό τραπέζι τον ρωτάει:
- Είσαστε αληθινός καλόγερος;
- Να σου πω, ράσα φοράω, σε μοναστήρι μένω, σε όλες τις αγρύπνιες και τις ακολουθίες πάω, νηστεύω, προσεύχομαι, έχω γέροντα. Νομίζω ότι είμαι κανονικός καλόγερος... Εσύ τι είσαι;
- Εγώ, είμαι λεσβία.... Από το πρωί που θα σηκωθώ μέχρι το βράδυ που θα πάω για ύπνο όλο γυναίκες σκέφτομαι. Και στον ύπνο μου όλο γυναίκες ονειρεύομαι.Και για σεξ, μόνο γυναίκες θέλω....
Μετά από λίγο φεύγει η κυρία και αδειάζει το διπλανό τραπέζι.
Ο καλόγερος έχει πέσει σε σκέψεις.
Ένα ζευγάρι έρχεται και κάθεται διπλα του.
Κι αυτοί σε λίγο, τον ξαναρωτούν:
- Είστε πραγματικός καλόγερος;
Και ο καλογερος:
- Δεν ξέρω. Έτσι νόμιζα. Όμως τώρα σκέφτομαι μήπως είμαι λεσβία...

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Η βρύση στον Πιτροφό Άνδρου

Πάνω στον δρόμο ειναι η Βρύση του Πιτροφού που τρέχει δροσερό νεράκι χειμώνα καλοκαίρι αδιάκοπα για να ξεδιψάσουν οι διαβάτες και οι περαστικοί!!
Μια μαρμάρινη επιγραφή μας λέει και το όνομα της : ΠΗΓΗ ΚΑΛΑΜΟΥ



Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Δεν ξέρω να αγαπώ: απόσπασμα από το βιβλίο της Ζωής Κυροπούλου

     
Το φέρετρο ήταν από απλό ξύλο. Η νεκρή θάφτηκε χωρίς νυφικό και η κηδεία άργησε να γίνει γιατί η μαμά Αντιγόνη επιθυμούσε τη φτηνότερη τελετή. Γυναίκες μοιρολογούσα- νε, κορίτσια κλαίγανε και οι γριές της γειτονιάς, σκιές στο απογευματινό μούχρωμα, σαν δέντρα ξερά σκυμμένα στη γη, βυθίζονταν σ’ ένα πένθιμο βουητό. Ο πατέρας θύμιζε φάντασμα, από θεούς κι ανθρώπους ξεχασμένο. Καθηλω- μένος στην ίδια καρέκλα για ώρες, καμπουριασμένος και με ένα χρώμα κίτρινο, δεν έβγαλε ούτε λέξη. Δεν έκλαψε καν. Παρατημένος στην κόλασή του, άκουγε χωρίς να ακούει και έβλεπε χωρίς να βλέπει. Η μάνα μου στεκόταν στα πόδια της με χάπια. Έκλαιγε γοερά, ούρλιαζε και λιποθύμησε τόσες φορές που κανείς δε θυμότανε πια. Εγώ απλώς υπήρχα στον αδυσώπητο χώρο. Περιφερόμουν και δεν άντεχα κανέναν τους. Ο μεγαλύτερος εχθρός μου ήταν ο χρόνος. Ο χρόνος που μετρούσε την απουσία της. Που συνέχιζε να υπάρχει χωρίς εκείνη και να μετράει ανενόχλητος. Μπακάλης κι αυτός. Μάζευε λεπτό το λεπτό, χωρίς να κάνει μια στάση για τη γλυκιά μου αδερ- φούλα. Το καλό μου ρομαντικό κορίτσι. Είχα μια ανάγκη να γελάσω, να ειρωνευτώ, όσο παράξενο κι αν ακούγεται. Ήθελα να χλευάσω. Να διώξω τις καρακάξες και ν’ αρπά- ξω το όμορφο πρόσωπό της στα χέρια μου. Να της ζητήσω συγχώρεση. Να τη φιλάω μέχρι να παγώσουν τα χείλη μου. Κάποια στιγμή έπεσα πάνω στο άψυχο κορμάκι της και φώναζα δυνατά το όνομα της.
 «Αχ! Άννα, Αννούλα μου! Αννούλα μου!» Και η φωνή μου με διέγειρε. Με σπάραζε ακόμη περισσότερο. 
«Άννα μου. Αννούλα μου!» επαναλάμβανα συνεχώς. Είχα γίνει ολόκληρη μια λέξη. Είχα σκεπαστεί από αυτή τη λέξη. Από το όνομα της Άννας. Με έγδερνε και με χάιδευε το όνομά της. Στο ίδιο λεπτό. Στην ίδια απελπισμένη κάθετη ώρα. Ήθελα την Άννα. Την ήθελα. Κάποιος να μου την έφερνε πίσω. Κάποιος για να της πω: 
«Ξέρεις τι έγινε, Άννα μου; Πέθανες! Πέθανες, Άννα μου». Κι εκείνη να γυρίσει, να με δει και να μου πει: 
«Πότε, αγάπη μου; Πότε; Πονάς;»
Ήρθαν κάποιες γυναίκες και μου χάιδευαν το κεφάλι, άλλες το μέτωπο. Κάποιες έριχναν στην παλάμη τους νερό και με έβρεχαν στο πρόσωπο. Οι ίδιες εκείνες γυναίκες που μας έβλεπαν κρυφά πίσω από τις κουρτίνες να μας δέρνει η μάνα μας χρόνια τώρα.
 «Γιατί δε μας προστάτευαν; Γιατί δε μας βοήθησαν ποτέ;» Μόνο κανάκευαν τους γιους τους. Τις κό- ρες τους. Τα μονάκριβα παιδάκια τους. Και τα απογεύματα τα παίνευαν. Έλεγαν για κείνα πως ήταν καλοί μαθητές και άριστα παιδιά. Κι εμείς ακούγαμε τη μάνα μας να λέει πως ήταν άτυχη. Κι εκείνες οι ίδιες γειτόνισσες κουνούσαν το κεφάλι γεμάτες κατανόηση. Κι εγώ κοίταζα την αδερφή μου. Την Άννα μου. Τη δεύτερη μητέρα μου. Κι η Άννα κοίταζε με τη σειρά της τη μάνα μας, μ’ εκείνο το παράξενο βλέμμα που είναι στραμμένο προς τα μέσα, μ’ εκείνο το βλέμμα που δεν ψάχνει και δε ρωτάει τίποτα, παρά μόνο στρέφεται στο «είναι». Στο βαθύ του πηγάδι, χωρίς καμιά απάντηση να περιμένει. Ατενίζει ασάλευτο το ίδιο του το βάθος και δεν καταλαβαίνει τίποτε. Και όταν είσαι παιδί, είναι ο βαθύτερος τόπος εκείνος, κάπου βαθιά μέσα στα σπλάχνα, τόσο ξένος! Είναι την ίδια στιγμή τόσος ο πόνος της απόρριψης, που το μυαλό δε νιώθει το αίσθημα. Το δέχεται. Κι έβλεπα το βλέμμα της αδερφής μου και καταλάβαινα πως δεν έπρεπε να περιμένω τίποτα. Εκείνη το αποδεχόταν ξερά, ακατανόητα. Και με πονούσε που πονούσε. Κι ύστερα αποκαθηλωνόμουν από τον πόνο. Έβρισκε το μέτρο του. Αλλά αυτός ο πόνος που ένιωθα τώρα, ήταν κάτι άγριο, κάτι πρωτόγονο. Του γύριζα την πλάτη, ήθελα να τον ξεχάσω ή να τον αγνοήσω, όμως αυτός βρισκόταν πάντα εκεί. Είχε να κάνει με την αποδοχή της ανθρώπινης μοναξιάς. Είχα την αίσθηση ότι έπεφτα από χαράδρα. Ένα φοβερό κενό. Είμαστε μόνοι μας! Πόσο μόνοι μας είμαστε! συνειδητοποίησα με απογοήτευση. Ούτε η ίδια μας η μάνα δεν μπορεί να μπει μέσα μας. Ερχόμαστε, γεννιόμαστε και, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε. Η ζωή δεν είναι υποδοχή. Είναι απλώς μια εγκατάλειψη. Με το πρώτο μας κλάμα, το σύμπαν μας εγκαταλείπει στο ίδιο του το στόμα. Θέλει να μας αφομοιώσει με αδιαφορία. Μας ξερνάει συνεχώς στο παρόν και μας προκαλεί να επιβιώσουμε, με σκοπό να πεθάνουμε έτσι κι αλλιώς. Είναι μάταιο. Είναι φοβερό. Η ζωή είναι ένα μεγάλο οριστικό «δε σ’ αγα πώ» από τον άλλον. Και ο άλλος είναι ο ξένος. Κι εγώ που μιλάω έτσι, ούτε εγώ διαφέρω. Οριστικοποιώ αυτό το ανελέητο συναίσθημα στους άλλους. Έπρεπε να είχα αντιληφθεί αυτή την ανελέητη μοναξιά στην αδελφή μου. Έπρεπε να την προλάβω. Ύστερα, χωρίς να το συνειδητοποιώ, έβλεπα τον εαυτό μου από ένα παράξενα δυσανάλογο ύψος. Το εγώ μου δεν ήταν περιορισμένο. Το εγώ μου ήταν η μικρογραφία όλων των άλλων. Μέσα μου περιείχα όλα τα εγώ του κόσμου. Ήμουν ένα χαρτογράφημα ψυχών. Ω! Θεέ μου! Δε θέλω να παλέψω να ζήσω. Δεν τον θέλω αυτό τον αγώνα για να φτάσω ως το τέρμα. Ένα τέρμα που ποτέ μου δεν επιδίωξα και ποτέ μου δε θα θελήσω: το θάνατο. Και με πονούσε που η αδερφή μου έφυγε έτσι, μ’ αυτό το φόβο, με αυτή τη βεβαιότητα ότι κανείς δεν μπορεί να τη νιώσει και να την καταλάβει. Κανείς ποτέ δε θα μπει κάτω από το δέρμα της. Και το δέρμα της, ήδη είχε αρχίσει να κάνει τον κύκλο του στο σύμπαν. Γινόταν φως και έτρεχε ήδη σε μια αέναη επανάληψη προς τα αστέρια. Όλα αυτά, τα ένιωθα χωρίς να το ξέρω. Ερχόντουσαν στο μυαλό μου και τα κλοτσούσα. Ήμουν μικρή, πολύ μικρή και μόνη. Απόλυτα μόνη. Μπορούσα να ζωγραφίσω τη μοναξιά με τα κατάλληλα χρώματα. Ήξερα τα χρώματα. Ήμουν τα χρώματα. Και οι σκιές. 

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Η έξοδος κινδύνου: απο την Αλκυόνη Παπαδάκη

   

“Να ονειρεύεσαι…” μου ‘λεγε ένας φίλος που μ’ αγαπούσε και με ήξερε καλά…
Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν…
Παραπλανούν…
Καμιά φορά και σκοτώνουν…
Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι…
Δεν έχει νόημα…
Δεν έχει ουσία…
Να ονειρεύεσαι!
Κοίτα μόνο να ‘χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου…
Τότε σώζεσαι…
Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;
Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!
Έχει και παρακάτω…
Έχει κι άλλο…
Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!
Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!


Αλκυόνη Παπαδάκη

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Η μικρή αλλα ωραία παραλία Ξύγκια στην Ζάκυνθο





Σκοπός μου : Mário Coelho Pinto de Andrade



«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ό,τι έχω ζήσει μέχρι τώρα... Έχω περισσότερο παρελθόν από ό,τι μέλλον.
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που του έδωσαν ένα γεμάτο μπολ με κεράσια: τα πρώτα τα καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγα, άρχισε να τα γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο να ασχοληθώ με τις μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να καταστρέψουν εκείνους που θαυμάζουν, να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και την τύχη τους.
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Δεν έχω χρόνο για ατέλειωτες φλυαρίες, για άχρηστες συζητήσεις θεμάτων που σχετίζονται με τις ζωές των άλλων που δεν αποτελούν μέρος της ζωής τους.
Δεν έχω πια χρόνο για να διαχειριστώ τις ευαισθησίες των ανθρώπων που παρά τη χρονολογική τους ηλικία είναι ανώριμοι.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται πράγματα που γνωρίζω από πριν ότι δε θα καταλήξουν πουθενά.
Δεν μπορώ να δεχτώ και να ανεχτώ τους καιροσκόπους.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο, μετά βίας κάνουν λόγο απλά για τις ετικέτες. Ο χρόνος μου είναι σπάνιος για να συζητώ για τους τίτλους, τις ετικέτες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται...
Δεν υπάρχουν πια πολλά κεράσια στο μπολ...
Θέλω να ζήσω δίπλα σε ανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι. Που ξέρουν να γελούν με τα λάθη τους. Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους. Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων... Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένο κανένα από τα κεράσια που μου απομένουν... Είμαι σίγουρος ότι ορισμένα θα είναι πιο νόστιμα απ' όσα έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...»

Ο Mário Coelho Pinto de Andrade γεννήθηκε στο Golungo Alto της Αγκόλα στις 21 Αυγούστου του 1928. Γνωστότερος ως Mário Pinto de Andrade, υπήρξε δοκιμιογράφος και πολιτικός ακτιβιστής στη χώρα του.
Τελειώνοντας τις δευτεροβάθμιες σπουδές του στη Λουάντα το 1948 γράφτηκε στο Τμήμα Κλασικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Λισαβόνας. Μαζί με άλλους φοιτητές και διανοούμενους δημιούργησε το Κέντρο Αφρικανικών Σπουδών το 1951, με στόχο τον προβληματισμό σχετικά με ζητήματα που είναι σημαντικά για την Αφρική.
Το 1954 εξορίστηκε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με άτομα από άλλες αφρικανικές χώρες όπως ο Léopold Senghor και ο Nelson Mandela. Διετέλεσε μεταξύ των ετών 1951 – 1958 αρχισυντάκτης του διάσημου περιοδικού ''Presence Africaine'', ενώ συμμετείχε και στα δύο πρώτα συνέδρια των Μαύρων Συγγραφέων και Καλλιτεχνών, το 1956 και το 1959.
Στη δεκαετία του '60, έγινε πολιτικός ακτιβιστής. Από το 1959 έως και το 1962 διετέλεσε Πρόεδρος του Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Αγκόλας (MPLA) και Γενικός Γραμματέας του κινήματος αργότερα (1963 – 1972).
Παράλληλα μελέτησε κοινωνιολογία και δημοσίευσε μεταξύ πολλών άλλων τα έργα «Ανθολογία της ποίησης των Μαύρων Πορτογαλόφωνων» (1958), «La Poésie anglaise Africaine d' Presence» (1969), «Amilcar Cabral: Essai de Biographie Politique» (1980), «Η προέλευση του αφρικανικού εθνικισμού» (1997).
Θεωρείται ως ένα από τους πιο σημαντικούς δοκιμιογράφους της Αγκόλας κατά τον 20ό αιώνα. Προς τιμήν του το Υπουργείο Πολιτισμού της Αγκόλας αποφάσισε να θεσμοθετήσει το Βραβείο Λογοτεχνίας ''Mário Pinto de Andrade''.
Ο Mário Coelho Pinto de Andrade πέθανε το 1990 στο Λονδίνο.