Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Θα ρθει ο Άγιος Βασίλης και για μένα;

   

Βαλε ένα ξύλο στη φωτιά
κάψου στο τζάκι μοναξιά
μόνος εκεί να καρτερώ
Αγιοβασιλη φέτο δεν θα δω;;;

Στέκω στο τζάκι μου εμπρός
και βλέπω όνειρα σκυφτός
άδικα μου χες πει πως καρτερώ
κάποια σου λέξη για να πιαστώ

Πως πάγωσαν καρδιές με μιας
πως χάθηκαν οι αγάπες για εμάς
δυο ξένοι γίναμε πια σιγά σιγά
δώσε λοιπόν μια ακόμα μαχαιριά:

Ρίξε ένα ξύλο στην φωτιά
να φωτιστούνε τα μουντά
ζέστη καμιά δεν ακουμπά
την παγωμένη μου καρδιά.

και φτάνουν μέρες γιορτινές
πιασαν τα κρύα κι οι βροχές
ο Άγιος Βασίλης λες θα έρθει,
ή κι αυτός με έχει αρνηθεί;
skouliki


Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Ο δικός μου «κυρ Βασίλης» του Παναγιώτη Μαυρόπουλου / Σταυριώτη

Από τον Παναγιώτη  Μαυρόπουλο  / Σταυριώτη
Zωγράφος  – Συγγραφέας 


Τώρα που είναι Πρωτοχρονιά, όπως και κάθε Πρωτοχρονιά, είναι συνήθεια (από τα αρχαία χρόνια), οι άνθρωποι να κάθονται γύρο στο τζάκι (ή από την ξύλοσόμπα τους) και να λένε (οι μεγαλύτεροι στους μικρότερους) παλιές ιστορίες. Ιστορίες που μπορεί, όταν τις διηγούνται τις άλλες ημέρες του χρόνου, να μη μας συγκινούν πολύ αλλά πάντα όταν ακούγονται τέτοιες εορταστικές ημέρες, ακουμπούν ΟΛΩΝ τις καρδιές.
Έτσι και εγώ, τώρα θα σας διηγηθώ την ιστορία του «κυρ Βασίλη».
Σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, σε κάθε γειτονιά και ρούγα, υπάρχει πάντα ένας «κυρ Βασίλης»! Ακόμα και αν δεν τον λένε «Βασίλη» πάντα υπάρχει ένας «κυρ Βασίλης»! Σας ακούγεται λίγο παράξενο αυτό αλλά είναι αλήθεια, παντού και πάντα υπάρχει ένας «κύριος Βασίλης» ή για να ήμαστε πιο ακριβείς παντού και πάντα μπορεί να υπάρξει ένας «κυρ Βασίλης»!
Τώρα, θα σας παρακαλέσω να κάνετε για λίγο ησυχία και να δώσετε προσοχή στην ιστορία που θα σας διηγηθώ Θα σας μιλήσω για το δικό μου «κυρ Βασίλη».

Και ο δικός μου «κυρ Βασίλης», όπως άλλωστε όλοι οι «κυρ Βασίληδες», κάποτε ήταν μικρό παιδί σαν και εσάς. Bέβαια αυτό συνέβενε πριν πολλά – πολλά χρόνια.
Αυτός ο «κυρ Βασίλης», όταν ήταν παιδί, δεν πίστευε καθόλου στο συνονόματό του. Ξέρετε ποιόν εννοώ. Το γνωστό μας τον «Aϊ Βασίλη».
Όταν άκουγε τους συνομηλίκους του να μιλούν για τον «Aϊ Βασίλη», αυτός κρυφογελούσε και μάλιστα, θεωρούσε τουλάχιστον ανόητους, όσους πίστευαν ότι υπάρχει «Άγιος» που φέρνει δώρα στα παιδιά. Και όταν κάποιος μεγαλύτερος τον ρωτούσε. «Τι θέλεις Bασιλάκη να σου φέρει ο Aϊ Βασίλης την Πρωτοχρονιά?» αυτός εκνευρίζονταν, γιατί καταλάβαινε πως του έλεγαν ψέματα για την ύπαρξη ενός τέτοιου «Αγίου».
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» γνώριζε ότι, όλα τα δώρα την Πρωτοχρονιά, τα φέρνουν οι γονείς στα παιδιά τους, ή κάποιοι κοντινοί συγγενείς.
Γι’ αυτόν, δεν υπήρχαν εκκεντρικοί χοντροί άγιοι, ντυμένοι στα κόκκινα, με λευκές γενειάδες ούτε έλκηθρα, ούτε τάρανδοι. Ήξερε πολύ καλά ότι, στα κεραμίδια των σπιτιών και στις καπνοδόχους, δεν ανέβαινε κανείς το χειμώνα, με τέτοιο κρύο ούτε καν οι κεραμιδόγατοι. Aλλά δεν έλεγε και πολλά γιατί όλοι οι συνομήλικοι του (είτε από αφέλεια, είτε από σκοπιμότητα) πίστευαν στον «άγιο των δώρων». Δεν ήθελε λοιπόν, να τους χαλάσει το όνειρο.
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» μας, μπορεί να μην πίστευε στην ύπαρξη του «Aϊ Βασίλη» όμως ήταν παιδί με ευαισθησίες και με καλή καρδιά.
Αυτός ήταν τυχερός, γιατί (ξέχασα να σας το πω) ο πατέρας του ήταν κάτι σαν Δήμαρχος στο χωριό και σαν «κεφαλή» που ήταν, είχε έναν πολύ καλό μισθό, πρόσφερε τα πάντα στην οικογένεια του και φυσικά ποτέ δεν έλειπαν από τον «μικρό κυρ Βασίλη» τα δώρα. Κάθε Πρωτοχρονιά (και όχι μόνο) ο πατέρας του, του χάριζε ένα σορό παιχνίδια και ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά από που έρχονταν όλα αυτά.
Τέρμα λοιπόν, τα παραμύθια για τον «άγιο των δώρων»
Όπως είπαμε όμως, ο «μικρός κυρ Βασίλης» είχε καλή καρδιά και ήξερε πολύ καλά πως όλοι οι συνομήλικοι του δεν ήταν το ίδιο τυχεροί με αυτόν. Κάποιοι μάλιστα (και δεν ήταν λίγοι αυτοί) περνούσαν στο σπίτι τους πολύ φτωχικά και γνώριζε πως έρχονταν ημέρες που δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Σε αυτά τα παιδιά οι φτωχοί γονείς τους φυσικά, δεν μπορούσαν να αγοράσουν δώρα… πολύ περισσότερο, κανένας ασπρογένης κόκκινοντυμένος «Aϊ Βασίλης» δεν τα θυμόταν.
Παρ’ όλα αυτά, πάντα τα φτωχά παιδιά, (όπως όλα τα φτωχά παιδιά του κόσμου), πίστευαν (άδικα) και ήλπιζαν (μάταια) πως ο «άγιος των δώρων», αυτή τη φορά θα τα θυμόταν και αυτά και πως θα τα επισκέπτονταν, φέρνοντας τους κάτι όμορφο.
Αυτή η αδικία στενοχωρούσε πολύ το «μικρό κυρ Βασίλη».
Από τι μία, αυτός είχε τόσα πολλά παιχνίδια αλλά δεν πίστευε καθόλου – μα καθόλου στην ύπαρξη του «Αγίου των δώρων»… και από την άλλη, οι φίλοι του – τα φτωχά παιδιά του χωριού – πάρ’ όλο που πίστευαν στο Aϊ Βασίλη σχεδόν ποτέ τους δεν έπαιρναν δώρα.
Kάποια Πρωτοχρονιά λοιπόν, κάτι του πέρασε από το μυαλό. Yπήρχαν τόσα παιχνίδια στο πατάρι του! Δε θα ήταν άσχημη ιδέα να μοιράσει μερικά από αυτά! Πήρε γρήγορα την απόφασή του. Θα χάριζε, στα φτωχά παιδιά του χωριού, μερικά από τα παιχνίδια του!
Nωρίς την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ανέβηκε στο πατάρι του και ξεχώρισε μερικά παιχνίδια, που από καιρό βρίσκονταν ξεχασμένα εκεί. Ανάμεσα σε αυτά και ένα πανέμορφο μικρό, σκαλισμένο σε ξύλο, αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Ήταν τόσο όμορφο που, για κάποια στιγμή, σκέφτηκε αυτό να μην το χαρίσει όμως η καλή του καρδιά, του είπε ότι δεν είναι σωστό να κρατά για τον εαυτό του τα καλά παιχνίδια και να χαρίζει μόνο αυτά που δεν του αρέσουν. Έτσι λοιπόν πίρε και το όμορφο ξύλινο κίτρινο αλογάκι, μαζί με τα άλλα παιχνίδια που διάλεξε και τα έβαλε σε ένα κόκκινο σακούλι που βρήκε παρά πεταμένο. Μια χαρά έκανε αυτό το σακούλι για τη δουλειά που το χρειάζονταν.

Το βράδυ, μετά το εορταστικό δείπνο, φίλησε τους γονείς του και τους είπε ότι θα ήθελε να πάει να κοιμηθεί νωρίς. Περίμενε στο δωμάτιο του και όταν μετά από ώρα κατάλαβε πως και οι γονείς του κοιμήθηκαν αυτός πήδηξε, με το σακούλι του, από το παράθυρό του, έξω. Eυτυχώς η ώρα ήταν προχωρημένη και έκανε τόσο κρύο που ακόμα και τα σκυλιά του χωριού δεν είχαν καμία διάθεση να βγουν από την τρύπα τους για να το γαυγίσουν.
Ο «μικρός κυρ Bασίλης» έφτασε έξω από το πρώτο σπίτι, όπου έμενε το πιο φτωχό παιδί του χωριού. Γλίστρησε σαν σκιά και στάθηκε εμπρός στην ξύλινη πόρτα, έχωσε το χέρι του στο κόκκινο σακούλι, έβγαλε το μικρό σκαλιστό κίτρινο αλογάκι και το ακούμπησε στο σκαλοπάτι ύστερα, κτύπησε με δύναμη το μάνταλο και προτού οι αγουροξυπνημένοι ένοικοι ανοίξουν εξαφανίσθηκε τρέχοντας!
Αυτό το έκανε μερικές φορές ακόμα, σε διαφορετικά σπίτια και όταν ο σάκος του άδειασε από τα δώρα που είχε διαλέξει για να μοιράσει γύρισε ήσυχα στο σπίτι του. Eυτυχώς κανείς από τους γονείς του δεν κατάλαβε τίποτα από τη βραδινή εξόρμησή του!
Η άλλη ημέρα στο χωριό ήταν κάπως διαφορετική από τις προηγούμενες.
Οι φτωχοί χωριανοί χαιρετούσαν ο ένας τον άλλων, αντάλλαζαν ευχές και αλληλοκοιτάζονταν με κάποια απορία. Τα φτωχά παιδιά ήταν ιδιαίτερα χαρούμενα και όλοι (οι καθώς πρέπει νοικοκύρηδες) παραξενεύονταν να τα βλέπουν να επιδεικνύουν τα δώρα, που έλεγαν ότι τους έφερε ο Aϊ Βασίλης!!!
Μάλιστα, όσο περνούσε η ημέρα άρχισαν και συζητήσεις ακούγονταν αφηγήσεις και γίνονταν και περιγραφές για το παράδοξο που είχε συμβεί στο χωριό τους.
Το περίεργο είναι ότι, όλοι όσοι δέχτηκαν «επίσκεψη» από τον «άγιο των δώρων» στο σπίτι τους συμφωνούσαν!
Όλοι τους μιλούσαν για έναν ψιλό, παχουλό, ασπρογένη, καλόκαρδο γέροντα, που έκανε πολλά χαρωπά «χωπ – χωπ – χωπ» που κρατούσε στους ώμους του ένα μεγάλο κόκκινο σακούλι γεμάτο με δώρα και που οδηγούσε ένα ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν τάρανδοι. Aυτός ο κόκκινοντυμένος ροδαλός χοντρούλης, σταμάτησε (όπως αφηγούνταν) στην αυλή τους, ‘άφησε τα δώρα του, κτύπησε την πόρτα και εξαφανίσθηκε! Όμως (και εδώ είναι το περίεργο) όλοι όταν άνοιξαν την πόρτα τους πρόλαβαν και τον είδαν! και όλοι βεβαίωναν ότι είδαν ακριβός την ίδια φιγούρα που περιέγραφαν!
Φυσικά, ο «μικρός κυρ Βασίλης» πολύ ευχαριστήθηκε με όλα αυτά.
Διασκέδασε αλλά και καμάρωσε που ήταν υπαίτιος για να λέγονται αυτές η ιστορίες! Ένιωσε ευτυχισμένος γιατί μοιράσθηκε με τους φτωχούς συνομήλικους του, τα παιχνίδια του! Μια απεριόριστη ικανοποίηση τον πλημμύρησε όταν είδε τα «δώρα» του, στα χέρια των φίλων του! Τα φτωχά παιδιά του χωριού ήταν ίσος για πρώτη φορά, (τόσο μα τόσο) ευτυχισμένα, γιατί επιτέλους (όπως πίστευαν) τα θυμήθηκε και αυτά ο «άγιος των παιχνιδιών»!


Και την επόμενη χρονιά ο «μικρός κυρ Βασίλης» εφάρμοσε το ίδιο σχέδιο  μόνο που το προγραμμάτισε καλλίτερα. Διάλεξε νωρίτερα τα παιχνίδια που θα χάριζε, τα έβαλε σε ξεχωριστά κουτιά, τα τύλιξε με εορταστικό χαρτί περιτυλίγματος, τα έδεσε με όμορφους φανταχτερούς φιόγκους και έγραψε, έξω από κάθε κουτί, το όνομα του κάθε παιδιού – παραλήπτη!
Και πάλι τα μοίρασε κρυφά. και πάλι την επόμενη ημέρα οι φτωχοί συχωριανοί του έλεγαν παρόμοιες ιστορίες, για την επίσκεψη που δέχτηκαν από τον ίδιο καλοκάγαθο κόκκινο ντυμένο χοντρομπαλά «άγιο των δώρων»!
Και την επόμενη χρονιά, πάλι ο «μικρός κυρ Βασίλης» έκαμε το ίδιο. Και την επόμενη. Και την επόμενη. Και πάντα ένιωθε την ίδια ικανοποίηση και έπαιρνε πάντα την ίδια χαρά! Ο φίλος μας είχε βρει το νόημα της ζωής του. Ένιωθε πως, ο λόγος που είχε έρθει σε αυτό το κόσμο, ήταν για να προσφέρει χαρά στα παιδιά!
Αυτή η γιορταστική μυστική αποστολή, που οικιοθελώς είχε αποδεχτεί, του διαμόρφωσε κατάλληλα σταδιακά και τον χαρακτήρα του. Ο «μικρός κυρ Βασίλης», χρόνο με το χρόνο, συνειδητοποιούσε ότι, εκτός από παιχνίδια είχε και άλλα πράγματα να μοιρασθεί με τους συχωριανούς του! Έτσι, πάντα εύρισκε τρόπο να μοιράζει (π.χ) τα ρούχα που του περίσσευαν, σε αυτούς που δεν είχαν να ντυθούν να μοιράσει τα βιβλία του, σε όσους που δεν είχαν να αγοράσουν να μοιράσει τα φρούτα που του περίσσευαν, από τα δέντρα του κήπου του. Ο «μικρός κυρ Βασίλης», έδινε κάθε τί, που αυτός είχε σε αφθονία και η άλλοι δεν είχαν.
Πρωτοχρονιά με Πρωτοχρονιά, τα χρόνια περνούσαν και ο «μικρός κυρ Βασίλης» όπως είναι φυσικό, κάποια στιγμή έπαυσε να είναι «μικρός». Έγινε νεαρός και μετά, πραγματικός άντρας και μετά έγινε ώριμος μεσήλικας.
Ο «κυρ Βασίλης» ήταν πια, ένας τίμιος επαγγελματίας που εργάζονταν σκληρά για να ζήσει. Από τα χρήματα που κέρδιζε με τη δουλειά του, πάντα ένα ποσό το έβαζε στην άκρη και το προόριζε για αγορά παιχνιδιών, που τα μοίραζε πάντα (τώρα πια) σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του χωριού Aλλά πάντα κρυφά, όπως και την πρώτη φορά, την Παραμονή κάθε Πρωτοχρονιάς!
Και ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος με την «μυστική αποστολή» του!
Και ας μην πίστευε ο ίδιος, ότι υπάρχει «Aϊ Βασίλης»!
Μάλιστα είχε πληροφορηθεί, από τα ιερά βιβλία μας, ότι ο δικός μας «Άγιος Bασίλειος» ήταν πραγματικά ένας σεβάσμιος φιλάνθρωπος ιεράρχης, που πριν από πολλά πολλά χρόνια είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να βοηθά τους φτωχούς κτίζοντας νοσοκομεία γηροκομεία και ένα σορό άλλα ιδρύματα. Γνώριζε πως, αυτός ο πραγματικά δικός μας Άγιος Bασίλειος καμία σχέση δεν είχε με τον ξενόφερτο χοντρομπαλά «άγιο» που ξεπήδησε (σαν σχεδίασμα) μέσα από την διαφήμιση ενός πολύ γνωστού αναψυκτικού. Αλλά τί σημασία είχε πια. Ο «άγιος Nικόλαος» τον Καθολικών, ο άγιος Bασίλειος των Ορθοδόξων και ο «άγιος» των αναψυκτικών με το πέρασμα των χρόνων, είχαν γίνει ένα και είχε αγαπηθεί από όλα τα παιδιά του κόσμου σαν «άγιος» των δώρων και των παιχνιδιών! «Άλλοι καιροί, άλλα πουλιά, άλλα τραγούδια»!
Ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια ) «κυρ Βασίλης», δεν έκανε ποτέ οικογένεια και δεν απέκτησε ποτέ δικά του παιδιά, γιατί δεν είχε χρόνο για τον εαυτό του Τώρα πια, τον είχαν πάρει και τα χρόνια και ήταν χρόνια δύσκολα γιατί μια «οικονομική κρίση» εμφανίσθηκε και έκανε τους πιο πολλούς ανθρώπους να χάσουν την δουλειά τους. Οι φτωχοί έγιναν ακόμα πιο φτωχοί και ακόμα πιο πολλοί. Πρωτοχρονιά με την Πρωτοχρονιά τα φτωχά παιδιά του χωριού, πλήθαιναν και ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια ) κυρ Βασίλης» μας, (που σημειώτεον, λόγο της οικονομικής κρίσης, γίνονταν και αυτός ολοένα και φτωχότερος) έπρεπε να βρει ακόμα περισσότερα δώρα και πιστέψτε με, τα έβρισκε πια, πολύ δύσκολα αλλά αυτός πάντα εύρισκε χρήματα, από το υστέρημα του, τώρα πια και εξασφάλιζε τα δώρα που έπρεπε να μοιράσει κρυφά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Σαν αποτέλεσμα της «οικονομικής κρίσης» που όλο και μεγάλωνε, ο «κυρ Βασίλης» έχασε τελικά και τη δουλειά του αναγκάσθηκε να πουλήσει το κήπο του, τις ελιές του ακόμα και το πατρικό του σπίτι πούλησε προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα Πρωτοχρονιάτικα δώρα για τα φτωχά παιδιά του χωριού.
Ο φίλος μας, ήταν πια, παν φτωχός, ηλικιωμένος και άρρωστος.
Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα, ο «κυρ Βασίλης» μας, έγινε τόσο φτωχός που δεν είχε χρήματα ούτε στο γιατρό να πάει ούτε τα απαραίτητα φάρμακα του να αγοράσει (μια και ήταν άνεργος και ανασφάλιστος )
Αυτή τη παραμονή, ο «κυρ Βασίλης» μας, κάθονταν, ανήμπορος να σηκωθεί, στη γωνία μιας μικρής αποθήκης που είχε πια για σπίτι τουρτούριζε μέσα στο κρύο και την υγρασία, χωρίς φωτιά και χωρίς φαγητό. Ήταν πολύ στενοχωρημένος, όχι, γιατί αυτός είχε καταντήσει τόσο φτωχός αλλά γιατί, μετά από πολλά πολλά χρόνια δεν είχε τίποτα να χαρίσει στα φτωχά παιδιά του χωριού. Και ήταν και αυτός ο βήχας και αυτός ο πυρετός που τον ταλαιπωρούσε
«Δε θα έρθει ο Aϊ Βασίλης απόψε στο χωριό μας» έλεγε και ξανά έλεγε και τα δόντια του έτριζαν καθώς έτρεμε από το κρύο. «Aχ, να ήταν αλήθεια και να υπήρχε ο άγιος των δώρων και των παιχνιδιών» συνέχισε και έβυξε άσχημα «και τί, δε θα έδινα για να ήταν αληθινός» σιγοψιθύρισε άπνοα πια.
Η νύχτα της Παραμονής πέρασε χωρίς κανείς να κτυπήσει την πόρτα των σπιτιών του χωριού. Η επόμενη ημέρα, η Πρώτη του Νέου Χρόνου χάραξε και νοικοκύρηδες σηκώθηκαν γεμάτοι περιέργεια και άνοιξαν την πόρτα τους και.... Ώ, τι θαύμα! Εκεί, στο σκαλοπάτι του κάθε σπιτιού, βρίσκονταν από ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με όμορφο εορταστικό περιτυλίγματα και στολισμένο το κάθε ένα με ένα φανταχτερό φιόγκο! Τα παιδιά ξύπνησαν και αυτά και με χαρούμενε φωνές άνοιξαν το καθένα το κουτί του. Τι χαρά που ένιωσαν τρενάκια, κουκλίτσες, μπάλες, κιθάρες, ταμπούρλα, βιβλία, επιτραπέζια ηλεκτρονικά αλλά και γλυκά κουραμπιέδες, δίπλες, μελομακάρονα Ακόμα και όμορφα ρούχα για τους μεγάλους υπήρχαν μέσα στα κουτιά τί φορέματα για τις νοικοκυρές, τί κοσμήματα και αρώματα για τις κοπέλες, τί καπέλα, τι ρολόγια και τί όμορφα στολισμένα μπαστούνια για τους άντρες του κάθε σπιτιού για όλους υπήρχε μέσα στο κουτί από κάτι! Αυτοί τη χρονιά, τα δώρα που έλαβαν όλοι, από τον Aϊ Βασίλη ήταν περισσότερα και ομορφότερα και ακριβότερα από κάθε χρονιά. Μόνο που αυτή τη φορά το Άγιο δεν τον είδε κανένας τους και αυτό είναι αλήθεια πως τους φάνηκε πολύ περίεργο όμως μέσα στην πολύ χαρά τους, δεν έδωσαν και τόση σημασία.
Η πρώτη ημέρα του χρόνου στο χωριό (αν και πολύ κρύα) κύλισε ευχάριστα.Όλοι (φτωχοί και λιγότερο φτωχοί) ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τα δώρα που έλαβαν. Είχαν αποκτήσει ξανά τη χαμένη αισιοδοξία τους και έδειχνα να πιστεύουν πως ο Νέος χρόνος θα ήταν καλλίτερος από το παλιό. Το απόγευμα μάλιστα άρχισαν και τις επισκέψεις πήγαιναν από εδώ πήγαιναν από εκεί και αντάλλασσαν ευχές και φυσικά πρώτα από όλα τα παιδιά του χωριού παρ’ όλο το κρύο, με τα καινούρια παιχνίδια στο χέρια τους, το διασκέδαζαν αφάνταστα στους δρόμους του χωριού!
Aργά, λίγο προτού φύγει η πρώτη ημέρα και προτού έρθει η πρώτη νύχτα του νέου χρόνου μια παρέα χωριανών στάθηκαν έξω από την αποθήκη όπου έμενε, τον τελευταίο καιρό, ο «κυρ Βασίλης» τότε συνειδητοποίησαν ότι τον «κυρ Βασίλη» είχαν μέρες να τον δουν να περπατά στους δρόμους ήξεραν ότι ήταν άρρωστο και όμως μέσα στη φασαρία των ημερών των είχαν ξεχάσει. Πλησιάζοντας στην πόρτα της αποθήκης διέκρινα ένα εορταστικό κουτί. «Mπα έκανε δώρο και στον κυρ Βασίλη ο Άγιος?»  αναρωτήθηκαν και έσκυψαν να το σηκώσουν. Φώναξαν το όνομα του φίλου μας μα, απόκριση δεν πήραν. Έσπρωξαν την πόρτα της αποθήκης και μπήκαν στο στο εσωτερικό της στο μισοσκόταδο διέκρινα ξαπλωμένο τον «κυρ Βασίλη». Είχε τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμόταν, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ένα τεράστιο χαμόγελο στόλιζε το γαλήνιο πρόσωπο του ένα τριμμένο άδειο κόκκινο σακούλι βρίσκονταν διπλωμένο και ακουμπισμένο προσεκτικά δίπλα του
Ο κυρ Βασίλης είχε φύγει.............
Kάποιος άνοιξε το εορταστικό κουτί και έβγαλε από μέσα το Πρωτοχρονιάτικο δώρο που προφανώς του είχε αφήσει ο «άγιος των παιχνιδιών». Ήταν ένα πανέμορφο μικρό, σκαλιστό ξύλινο αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Το ξύλινο αλογάκι έλαμπε μυστηριακά καθώς το φώτιζε το λιγοστό φως του δειλινού, που έμπαινε από τη μισάνοιχτη πόρτα. Οι χωριανοί ακούμπησαν το ξύλινο κίτρινο αλογάκι στο στήθος του «κυρ Βασίλη» και σταυροκοπήθηκα, φεύγοντας για να πράξουν τα δέοντα.
Πιστέψτε με.
Δεν ήθελα να σας στεναχωρήσω, αλλά, να δεν έβρισκα καλλίτερο τρόπο για να σας πω ότι, Τελικά υπάρχει ο άγιος των φτωχών, ο άγιος των δώρων, των παιχνιδιών και των παιδιών! Yπάρχει ο Aϊ Bασίλης! και θα συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και αν δεν τον πιστεύουμε. Θα υπάρχει για πάντα όσο υπάρχουν «στις πόλης τα χωριά και τις γειτονιές μας «κυρ Βασίληδες» σαν αυτόν που μόλις σας διηγήθηκα την ιστορία του όποιο όνομα και να έχουν αυτοί! Όλοι μας μπορούμε να είμαστε, για τους άλλους, «Aϊ Bασίληδες»! ΌΛΟΙ μας!
Εσείς τί λέτε? Υπάρχει ο Aϊ Βασίλης?
Παναγιώτης Μαυρόπουλος / Σταυριώτης
Zωγράφος – Συγγραφέας
πηγη:http://kolobooks.wordpress.com

Βασίλισσα της νύχτας: Δημητρης Μητροπανος


Δημήτρης Μητροπάνος - Βασίλισσα της νύχτας
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Στίχοι: Άκος Δασκαλόπουλος


Απόψε με ζητάει κι άλλο ξενύχτι
στους δρόμους που μυρίζουν πανικό
που οι δυνατοί ξεσκίσανε το δίχτυ
και ταξιδεύουν σ' άλλο ουρανό.

Κι εγώ που σε γυρεύω μες την πόλη
σαν νυχτοπλάνο του Μαγιού, σαν ξωτικό
στριμώχνω τη ζωή μου όλη κι όλη
σ' αυτόν τον ήχο το ναρκωτικό.

Το σώμα σου ν' αγγίξω δε μ' αφήνεις
σ' αυτόν τον μεθυσμένο σου χορό,
βασίλισσα της νύχτας που με πίνεις
γουλιά γουλιά σαν αίμα και νερό.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Τα όνειρα σου πάτερα μου....

     

Ήταν μια μέρα σαν κι αυτή
που διάλεξες να φύγεις κι εσύ
από τούτη την άπονη ζωή
αχ, πόσα όνειρα πήρες μαζί.....

Μεγάλωνες αρμάδα από παιδιά
ξεκούραση δεν είδες, ούτε χαρά
μέσα στην φτωχή σου περηφάνια
έφυγες, κι ήρθε σε μας ορφάνια...

Όνειρα:
Να ζήσεις μόνο για να χαρείς
τους κόπους όλους μιας ζωής
στερήσεις ξενύχτια και δουλειά
τόπο πως πιάσαν στα παιδιά...

Αλήθεια:
Πόνο δεν δήλωσες ποτέ
με ένα τσιγάρο και καφέ
επνιγες μέσα σου το κάθε τι
που σε βασάνιζε μες την ζωή...

Κρίμα:
Λόγια όπως το σε αγαπώ
όσα δεν τόλμησα να πω
όταν σε είχα ζωντανό
τώρα να πνίγω στον λυγμό...


Ξέρω:
Είσαι εκεί κι με αγροικάς
χαίρεσαι μαζί μου και γελάς
και κάθε πόνο μου τρανό
να διώχνω με κάνεις ικανό

Στον ύπνο μου σαν μου μιλάς
στενάχωρα μην με φιλάς
εικόνα σου είμαι της ζωής
κοίτα τα όνειρά σου: θα χαρείς!

skouliki

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ο εορτασμός Του Αγίου Διονυσίου από την ένωση Ζακυνθίων Αθήνας

Ένας Γκρινιάρης Καλικάντζαρος

                   

Ο Φρέντι περνούσε την ώρα γκρινιάζοντας στο φίλο του το Λιουκ.
Ο Λιουκ ήθελε να γίνει καλικάντζαρος – γιατρός και σκέφτηκε πως, ακούγοντας υπομονετικά το Φρέντι να κλαψουρίζει για το παραμικρό χτυπηματάκι, μπορούσε να εξασκηθεί γιατρεύοντάς τον. Έτσι θα μάθαινε το επάγγελμά του.
Μια μέρα, ο Φρέντι ήρθε να τον βρει κλαψουρίζοντας, όμως χωρίς κανένα φανερό τραύμα, ούτε καν κακή όψη. Αντίθετα, ο Λιουκ τον είδε πολύ καλά, χαρούμενο, παρά την γκρίνια του, που, τώρα, έμοιαζε ψεύτικη.
- Πώς είσαι; ρώτησε ο Λιουκ. Έχεις υπέροχη όψη σήμερα.
- Βρίσκεις;… είπε ο Φρέντι. Ωστόσο, δε νιώθω πολύ καλά.
-Πονάει η κοιλιά σου; ρώτησε ο Λιουκ.
-Όχι και τόσο, είπε ο Φρέντι.
- Ναι ή όχι, πονάει η κοιλιά σου; είπε κοφτά ο Λιουκ.
- Όχι! Δε νομίζω.
- Λοιπόν! Τι τρέχει; ρώτησε ενοχλημένος ο Λιουκ.
-Δεν ξέρω, είπε ο Φρέντι. Δεν είμαι καλά.
Ο Λιουκ δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε το φίλο του, που χαμήλωσε το βλέμμα και δεν είπε τίποτα.
- Νομίζω πως ασχολιόμαστε υπερβολικά μαζί σου, φιλαράκο μου, είπε ο Λιουκ. Άλλωστε κι εσύ ασχολείσαι πολύ με τον εαυτό σου. Προσπάθησε να σκεφτείς λίγο και τους άλλους και θα νιώσεις καλύτερα, σε διαβεβαιώ.
-Μα κανείς δε με χρειάζεται, είπε ο Φρέντι.
Ο Φρέντι είχε δίκιο. Επειδή βογκούσε όλη μέρα και παραπονιόταν συνεχώς, όλοι τον απέφευγαν και κανείς δε θα σκεφτόταν ποτέ να του ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση. Τον ρωτούσαν απλώς αν ήταν καλά και ο Φρέντι δε απαντούσε ποτέ ναι.
-Δεν υπάρχει λύση για σένα, Φρέντι, είπε ο Λιουκ κάπως σκληρά. Είσαι χαμένη περίπτωση. Θα είσαι όλη σου τη ζωή ένας γκρινιάρης καλικάντζαρος. Στα καλικαντζαροχωριά, πάντα υπάρχουν ένας δυο τέτοιοι. Ε λοιπόν, εδώ, αυτός θα είσαι εσύ. Δεν πειράζει, έτσι είναι.
- Νομίζεις; ρώτησε ο Φρέντι αναστατωμένος.
Και γύρισε στο σπίτι του, ευχαριστημένος που ήταν επιτέλους κι αυτός ξεχωριστός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ο γκρινιάρης του χωριού!!!!
Πηγές: από το βιβλίο Χειμωνιάτικες Ιστορίες (Gregoire Solotareff)
http://www.paramithakia.gr/

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Αλλάζει ο κλειδάριθμος σας για την εφορία μετά την 31 Δεκ 2013;;

Επειδή ζούμε σε ένα κράτος....... με καλές αρχές και σωστή και συνεχής μηχανογράφηση, σύντομα πολλοί θα κλειθούν εκ νέου στις εφορίες για να βγάλουν νέο κλειδάριθμο για τις φορολογικές τους δηλώσεις, αλλά και υποχρεώσεις. (Ανοχή ή ενοχή έχουμε σε αυτά, πάντως μάλλον ζούμε σε μεγάλο οίκο ανοχής).
Για να δείτε αν είστε από τους τυχερούς που θα συνεχίσει να ισχύει ο κλειδάριθμος που έχετε και μετά την 31η Δεκεμβρίου 2013 πηγαίνετε στην ιστοσελίδα www.gsis.gr (ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ)
Πατώντας στον σύνδεσμο αυτό βλέπετε αυτήν την εικόνα....
                 

Πατήστε ΕΙΣΟΔΟΣ και γράψτε τον αριθμό φορολογικού σας μητρώου (ΑΦΜ)  και μετά  Αναζήτηση. Αν εμφανιστεί η   εικόνα που βλέπετε εδώ με  μαύρα γράμματα,  τότε ο κλειδάριθμος που έχετε θα ισχύει και μετά την 31  Δεκεμβρίου 2013. Αν ειναι με κόκκινο   χτυπήσατε Τζακ-ποτ και πρέπει να πιάσετε    ουρά στην εφορία  για  νέο κλειδάριθμο.....
Καλή σας επιτυχία!!


ΥΓ:
Το μήνυμα που βγάζει ειναι: Δεν είστε χρήστης TAXISnet ή είστε νέος χρήστης και έχετε ήδη πάρει κλειδάριθμο. Αν το έκανε τρίτος για εσάς, ζητήστε να σας τον παραδώσει και φυλάξτε τον σε ασφαλές μέρος ώστε να μην ξαναχρειαστεί να πάτε στη Δ.Ο.Υ. για αυτή τη διαδικασία. Οι κωδικοί σας θα ισχύουν και μετά τις 31/12/2013.


Τρέξε και πάλι για δουλειά!

               

Το να ξυπνάς κάθε πρωί
πρίχου λαλήσει καν πουλί
να τρέχεις πάλι για δουλειά
το βλέπεις εσύ σαν τεμπελιά;;

Είναι οι μέρες τούτες που περνάς
δύσκολο να τις κυβερνάς
σε όποια δουλειά κι αν βολευτείς
δύσκολο να καλοπληρωθείς

Με μεροκάματο φαιδρό
πες μου πως να πορευτώ;;
στο σπίτι τα έξοδα ένα σωρό
να τα πληρώσω όλα δεν μπορώ

Να φας να πιεις να ζεσταθείς
και από φόρους τι να πεις;
δεν μένει φράγκο για να πορευτείς
πες μου ποιος ειναι ο ληστής;;

Και σε φωνάζουν τα παιδιά
τα φροντιστήρια τους γιναν πολλά
χωρίς απόδειξη πάντα κι αυτά
σκόρπα κορόιδο παντού λεφτά!!

Και ύστερα πας μετά στην λαϊκή
να αγοράσεις φθηνό κανά βρακί
κορόιδο όμως πιάνεσαι κι εκεί
τρύπιο την άλλη μέρα θα σου βγει

Τρέχα αμπονώρα για δουλειά
σε περιμένουν τα αφεντικά
καν τους και κανα τεμενά
 μην τους ζητήσεις όμως λεφτά!!

Skouliki






Ο πολύ καλός φαρμακοποιός.........

   


Σ` ένα φαρμακείο πιάνει δουλειά ένας νεαρός. Μετά την πρώτη διανυκτέρευση ο φαρμακοποιός τον ρωτά πως πήγε η δουλειά;
- "Ήρθαν πελάτες χθες το βράδυ;"
- "Ναι. Ήρθε μια κυρία που την πονούσε πολύ το κεφάλι της."
- "Εσύ, τι έκανες παιδί μου;"
- "Της έδωσα ένα πακέτο ασπιρίνες!"
- "Μπράβο σου!"
- "Μετά ήρθε ένας κύριος με έντονους πόνους στη μέση του."
- "Εσύ, τι έκανες παιδί μου;"
- "Του έδωσα ένα έμπλαστρο!"
- "Μπράβο παιδί μου, θα γίνεις πολύ καλός φαρμακοποιός!"
- "Κατά τις 3 η ώρα ήρθε μια πανέμορφη γυναίκα. Ήταν ψηλή, ξανθιά και φορούσε μια γούνα."
Τη βγάζει και μένει ολόγυμνη μπροστά μου. Με πλησιάζει και μου ψιθυρίζει στο αυτί:
- "Έχω ένα μήνα να δω άνδρα, αγόρι μου!"
- "Και εσύ, εσύ τι έκανες παιδί μου;" ρωτά γεμάτος αγωνία ο φαρμακοποιός.
- "Της έδωσα κολλύριο..

αχχχααχχαχχαχαχχαχαχχαχχαχχαχχαχχαχαχαχαχαχαχχ

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Τι φτιάχνει ο κηπουρός όταν έχει κέφια.....

Δεν θέλει πολλά λουλούδια για να φτιάξεις κάτι όμορφο στον κήπο σου!

Ένα κυκλάμινο, κι ένα γεράνι με μερικές πέτρες γύρω τους άναρχα τοποθετημενες, αλλά ταυτόχρονα με καλλιτεχνικό τρόπο!
Μερικά κυκλάμινα, γεράνια, ρίγανη, λεβάντα πανσέδες και φυσικά: πέτρες και αν έχεις και πιθάρι σπασμένο ακόμα καλύτερα!
και παλιά τούβλα για να περιορίσεις το βραχόκηπο σου δίνουν καλύτερο αποτέλεσμα στην σύνθεση σου!!

και με βαμμένες πέτρες επιτυγχάνεις το ίδιο αποτέλεσμα όμως!!