Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Ένα μικρό χεράκι...


Κάποτε, στη χώρα των χεριών, ζούσε ένα μικροκαμωμένο χεράκι, που αγαπούσε πολύ να στέκεται δίπλα στη θάλασσα και να ψηλαφίζει τα κύματα. Το χεράκι, έμοιαζε σχεδόν παιδικό, με δάχτυλα λεπτά και μικρά, στρογγυλεμένες οι άκρες τους, και μια παλάμη τόσο μικροκαμωμένη , που θα'λεγε κανείς πως ξέμεινε για πάντα παιδικό, ξέχασε να μεγαλώσει, δε θέλησε να μεγαλώσει, ποιός ξέρει;
Το χεράκι, κάθε πρωΐ τραβούσε τις κουρτίνες και χαιρετούσε τις αχτίνες του ήλιου που έσκαγαν πάνω στις χαραμάδες. Άνοιγε την παλάμη και ένοιωθε το ζεστό χάδι του να γεμίζει το μέσα του κόσμο θαλπωρή και μια ελπίδα αδιόρατη για τη καινούργια μέρα που ξημέρωνε. Όλες τις εποχές τις αγαπούσε. Μα πιο πολύ αγαπούσε το φθινόπωρο και την άνοιξη, γιατί τότε μπορούσε να μιλήσει με την αγαπημένη του θάλασσα. Αυτές τις εποχές η θάλασσα είναι πιο καταδεχτική. Μιλάει αδιάκοπα, φουσκώνει, ξεφουσκώνει, κινείται μελωδικά, δίχως να σε τρομάζει με την αγριάδα της, όπως τον χειμώνα.
Όλες οι εποχές ήταν αγαπημένες για το χεράκι, μα το φθινόπωρο και την άνοιξη εκείνο ένοιωθε διπλά χαρούμενο, γιατί μπορούσε να κατέβει στην ακρογιαλιά, να ψηλαφίσει τα κύματα, να μιλήσει με τη γλυκιά θάλασσα, που έθρεφε τα όνειρά του. Με τις άκρες των δαχτύλων του ακουμπούσε ελαφρά, σχεδόν ιεροτελεστικά, με δέος, όπως αγγίζει κανείς κάτι ιερό, την υγρή επιφάνεια της θάλασσας, σταδιακά βυθιζόταν ολόκληρο μέσα στη δίνη των κυμάτων, και έμενε εκεί, να νοιώθει το θαλασσινό νερό να το αγκαλιάζει στοργικά, να το δροσίζει, να το ταξιδεύει και να το παρασέρνει μακριά, όσο πιο μακριά γίνεται, στον κόσμο των ονείρων του.
Και ήταν όμορφα εκεί, στον ονειρικό του κόσμο. Εκεί, το χεράκι έτρεχε στον άνεμο κουβαριασμένο και αξεδιάλυτο με ένα άλλο χεράκι. Εκεί τα δάχτυλά του μπλέκονταν με άλλα δάχτυλα στοργικά. Εκεί δεν ένοιωθε ποτέ φόβο, γιατί ήταν πια ενωμένο με ένα άλλο χέρι. Δεν ήταν πια κενά διαστήματα ανάμεσα σε μικροσκοπικά δάχτυλα. Εκεί ήταν πια μια γροθιά, εύρωστη και συμπαγής, και τίποτα δεν μπορούσε να το φοβίσει.
Έτσι κυλούσε η μέρα του, και το μικρό χεράκι ήταν ευτυχισμένο. Ένοιωθε ευγνωμοσύνη για τον ήλιο κάθε πρωι στο παράθυρό του, για το πέρασμα του αέρα στο ανάμεσο των δαχτύλων του, για τις κουβέντες του με τη θάλασσα κάθε δειλινό, για τα ταξίδια του στα όνειρά του.
Μια μέρα όμως, την ώρα που βυθιζόταν στην άμμο και την σκορπούσε στον αέρα ήρθε και κάθισε δίπλα του ένα άλλο χέρι. Το χέρι αυτό ήταν πολύ νευρικό και έμοιαζε τόσο ανυπόμονο και βιαστικό..! Το μικρό χεράκι, το πάντα παιδικό, άρχισε να περιεργάζεται τον απρόσμενο επισκέπτη, που ήρθε να συντροφέψει το παιχνίδι του στην άμμο. Το χέρι εκείνο ήταν τραχύ και άκαμπτο. Τα δάχτυλά του χοντροκαμωμένα και οι οι μικροί λοφίσκοι στις αρχές των δαχτύλων έμοιαζαν γδαρμένοι. Το μικρό χεράκι έστεκε και το κοίταζε στην κάθε του λεπτομέρεια και ένοιωθε να ξυπνά μέσα του κάτι άγνωστο, κάτι που το φόβιζε , αλλά και το γέμιζε με ένα αλλιώτικο συναίσθημα, εκείνο που σου δίνει την αίσθηση οτι έχεις την δύναμη να πετάξεις ψηλά, να αιωρηθείς πάνω απο τα κύματα..
Τότε, το χέρι εκείνο το τραχύ, το άκαμπτο, άρχισε να κινείται με τον άνεμο, να χορεύει ακανόνιστα και ρυθμικά συνάμα, να ξεχύνεται πάνω στα κύματα, και να επιστρέφει φέροντας δροσοσταλίδες και φύκια κρεμασμένα στα χάσματα των δαχτύλων.. Το μικρό χεράκι έμεινε μαγεμένο να κοιτάει, να δροσίζεται, να δέχεται πάνω του τα φύκια που τυλίγονταν στα δάχτυλά του.. Ένοιωσε τόση ανακούφιση, ανακαλύπτοντας πίσω απο την τραχύτητά εκείνου του χεριού την πρωτόγονη παιδικότητά του, που γλίστρησε κοντά του παίρνοντας την μεγάλη απόφαση: να μοιραστεί μαζί του το μεγάλο μυστικό... Το βύθισμά του στα κύματα και τα ταξίδια του στον κόσμο των ονείρων του. Ίσως ακόμη να το άφηνε να έρθει μαζί του.. Ίσως...
Η αρχή ήταν αρκετά δύσκολη. Η επιφάνεια εκείνου του χεριού ήταν τραχιά, σαν άγονο χωράφι, χέρσο, που διψά για νερό. Το μικρό χεράκι σκέφτηκε πως ίσως αν τυλιγόταν πάνω του, του έδινε λιγάκι απο την δροσάδα του, μα αυτό δεν αρκούσε. Ύστερα σκέφτηκε να το οδηγήσει στη θάλασσα, να το βουτήξει στην αγκαλιά της, στην άπλετη δροσιά της.. Μα το θαλασσινό νερό, άφηνε πάνω στο χέρσο χέρι αλάτι, και έκαιγε ακόμη πιο πολύ την διψασμένη του επιφάνεια, που γινόταν ακόμη πιο τραχιά και άνοιγε ρωγμές..
Τότε το χεράκι πήρε τη μεγάλη απόφαση: Θα πότιζε το χέρι εκείνο με το γλυκύ απόσταγμα απο τα ταξίδια που έκανε στα όνειρά του.. Και αυτό έκανε... Για πολύ καιρό... Με την ελπίδα οτι μια μέρα το νευρικό εκείνο χέρι θα έχανε την τραχύτητά του, θα λείαινε τις ρωγμές του, θα έβρισκε πάλι την ωμή και ανόθευτη παιδικότητά του.. Θα μπορούσαν να γίνουν μια γροθιά αξεδιάλυτη στου χρόνου το πέρασμα.. Εκείνο όμως, είχε πια αγαπήσει πιο πολύ την τραχύτητά του απο αυτό που υπήρχε κάτω απο αυτή.
Το μικρό χεράκι όμως, συνεχίζει τα ταξίδια του στο όνειρο. Τα ταξίδια του πάνω στην ράχη των κυμάτων. Και έχει όμορφους συνοδοιπόρους. και ελπίζει πάντα να βρει εκείνο το χεράκι που θα θελήσει να γίνει μαζί του μια γροθιά. Κάποιες φορές, γυρίζει στην αμμουδιά και ρίχνει σταγόνες δροσιάς σ'ενα μικρό λάκκο και τις σκεπάζει προσεχτικά. Ίσως κάποιο χέρι, άγονο και τραχύ τις χρειαστεί. Ίσως τις αναζητήσει... Και το μικρο χεράκι συνεχίζει να ταξιδεύει..

Σ.
Αναρτήθηκε από voulaki 

Σχολιο απο Skouliki:
Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω τον δημιουργό   της πραγματικά όμορφης παραμυθοιστορίας αυτής...


πηγη:  Αποστάγματα καρδιάς...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!