Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Έρημος τάφος σιωπηλός

Έρημος τάφος σιωπηλός

Χωρίς λιβάνι και κερί
έρημος τάφος , στην σιωπή
όλοι σε ξέχασαν γιατί;
που πήγε η αγάπη τους αυτή;

ξέρω: δεν έμεινε στην γη
πάρα μονάχα το κορμί
όμως πως να αναπαυθεί
χωρίς καντήλι μια ψυχή;

Έρημος τάφος στη σιωπή
σαν την ζωή που έζησες εσύ
πάντα μονάχος σιωπηλός
και συντροφιά σου ο καημός


Αυτός ο έρημος σταυρός
που σε σκεπάζει ειν΄ ο στερνούς
σαν ένα δείγμα από την ζωή
όπου σε είχε απαρνηθεί

Χωρίς λιβάνι και κεριά
στέκει εκεί στην ερημιά
να καρτερείς ένα λυγμό
βγαλμένο από φιλικό λαιμό...

Skouliki


Στο νησί μας λένε οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς...
Έτσι στα νεκροταφεία μας επικρατεί μια...... αβυσσαλέα σιωπή κι ερημιά!

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Ξανά μαζί ... πάντα μαζί!



Ξανά μαζί ... πάντα μαζί!

Είσαι καρδιά αμάραντη
γεμάτη με αγάπη
όσα βάσανα κι αν σε ζώσανε
μόνο αντοχή σου δώσανε

Με ένα χαμόγελο σπαστό
στα χείλη καρφωμένο
είδα πως δίπλα σου θα βρω
την αγάπη που προσμένω

Πως άφησα στα χρόνια μας
ξένους να μας λογιάζουν
μα ήρθαν ζεστά τα λόγια μας
το πάγο για να σπάσουν

Τώρα που ανταμώσαμε ξανά
σπάσαν τα μάγια τα σκληρά
κι ένα χαμόγελο ζεστό
με αγκαλιάζει κοντά σου σαν βρεθώ

Λες η καρδιά σου κλείδωσε
κι έδωσε ότι είχε για να δώσει
όμως μια χαραμάδα μου άφησε
μέσα για να με χώσει

Ψάχνω να βρω αντίδοτο
στην τόση σου αγάπη
μα ειναι τόσο ατελείωτο
της αγάπης σου το τσουναμι

Μέσα στην τρέλα μου γρικώ
δυο μάτια ζεσταμένα
κι ότι δεν μπόρεσα να πω
μέσα εκεί ήταν γραμμένα

Αυτόν τον κόμπο στο λαιμό
που κρύβεις χρόνια τον καημό
με βρήκε έτοιμο κι αυτό
μαζί σου να το μοιραστώ!

Skouliki
Αφιερωμένο  σε  σένα ξαδερφούλα μου που  νόμιζα χαμένη  αλλά βρέθηκες ξανά στον δρόμο μου μάλλον τυχαία και μου ξανάδωσες χαμόγελων κι αισιοδοξίας  χάπια.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ, Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ

 

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολιτεία υπήρχε ένα κόκκινο βουνό που στους πρόποδές του φύτρωναν πολλές ανεμώνες. Γι’ αυτές τις ανεμώνες κυκλοφορούσε μια φήμη. Αν κάποιος τις έκοβε και τις έβαζε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό και μετά από πέντε μέρες το έπινε, τότε θα αποκτούσε τόση μεγάλη δύναμη, που θα μπορούσε μέσα σε δέκα μέρες να κτίσει ένα παλάτι που όμοιό του δεν θα είχε ξαναγίνει.
Κοντά σε αυτό το βουνό υπήρχε ένα σπιτάκι. Το σπιτάκι του Νικόλα όπου ζούσε με τη μαμά του. Η μαμά του Νικόλα ήθελε οπωσδήποτε ο γιος της να αποκτήσει αυτή την μεγάλη δύναμη.
Τα χρόνια περνούσαν και ο Νικόλας γινόταν ένα όμορφο παλικάρι και μια μέρα η μητέρα του, η κυρά Φανή, τον κάλεσε και του είπε για την φήμη που κυκλοφορούσε με τις ανεμώνες. Τον ρώτησε λοιπόν:
-Θέλεις, γιε μου, να αποκτήσεις την δύναμη αυτή ώστε να κτίσεις το παλάτι;
-Αχ μάνα! Τόσοι και τόσοι τόλμησαν έως σήμερα μα κανείς μέχρι σήμερα δεν το κατόρθωσε. Λες να είμαι εγώ ο τυχερός;
-Φυσικά και θα είσαι ! φώναξε η κυρά Φανή χαρούμενη. Έλα μαζί μου, του είπε.
Η κυρά Φανή προχώρησε στο μεγάλο ερμάρι, άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε από μέσα μια πεταλούδα κι ένα ψαράκι βαλσαμωμένα.
-Τι είναι αυτά μάνα; Ρώτησε έκπληκτος ο Νικόλας.
-Η μεγάλη σου τύχη, γιόκα μου. ξεφώνησε ταραγμένη η κυρά Φανή. Μου τα χάρισε η καλή Μαλιντούσα με την υπόσχεση να σου τα φανερώσω μόνο σαν κλείσεις τα είκοσί σου χρόνια.
Ο Νικόλας άκουγε απορημένος την μάνα του και περιεργαζόταν στα χέρια του την πεταλούδα και το ψαράκι. Ξαφνικά εκείνα ζωντάνεψαν και μίλησαν με ανθρώπινη φωνή και είπαν:
-Νικόλα από σήμερα είμαστε στις διαταγές σου, αλλά εμένα την πεταλουδίτσα άσε με να πάω πίσω στα λουλουδάκια και το ψαράκι ρίξε το μέσα στη λιμνούλα με τα νούφαρα.
Πράγματι ο Νικόλας έκανε αυτό που του είπαν η πεταλούδα και το ψαράκι. Η πεταλούδα πετούσε όλη μέρα και μάζευε σπόρους τους οποίους τους κολλούσε έναν έναν με το σάλιο της ώσπου έφτιαξε μια τεράστια εντυπωσιακή μπάλα. Αυτή την μπάλα την έδωσε στον Νικόλα και του είπε ότι μέσα σε αυτήν την μπάλα κρύβονται χιλιάδες σπόροι μαγεμένοι που όταν την ανοίξει θα γίνουν χιλιάδες εργάτες που θα του κτίσουν το παλάτι. Ο Νικόλας πήρε την μπάλα, ευχαρίστησε την πεταλούδα και την φύλαξε σε ένα στρογγυλό καλαθάκι.
Τώρα το ψαράκι μέσα στη θάλασσα μάζευε βότσαλα, άμμο και νερό και τα ‘έριχνε μέσα σε μια μαγεμένη βαρκούλα και όταν κάποια μέρα την γέμισε, την πήγε στον Νικόλα και του είπε ότι όταν οι χιλιάδες εργάτες αρχίζουν να κτίζουν το παλάτι όλα αυτά θα γίνουν πέτρες, χώμα και νερό που θα χρησιμοποιήσουν για το κτίσιμο.
- Μια στιγμή σε παρακαλώ, φώναξε στο ψαράκι ο Νικόλας. Σας ευχαριστώ για το καλό που μου κάνετε, όμως πως θα τολμήσω να κόψω την ανεμώνη για να αποκτήσω τη δύναμη ώστε μετά να κτίσω το παλάτι;
- Και γι’ αυτό έχουμε προνοήσει, του απάντησε το ψαράκι. Έλα αύριο το πρωί, όταν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό, στην ρίζα της βελανιδιάς που είναι κοντά στο ξέφωτο του δάσους. Κόψε το μοναδικό βελανίδι, ύστερα πέταξέ το στη λιμνούλα και θα δεις.
Ο Νικόλας έκανε όπως του είπε το ψαράκι το οποίο μονομιάς έσπασε με τα δόντια του το βελανίδι και η πεταλούδα από πάνω τράβηξε ένα μεγάλο καλάμι με μια πολύ μακριά πετονιά. Τα έδωσαν στον Νικόλα, ο οποίος με τη σειρά του έκοψε την ανεμώνη διότι η πετονιά στη άκρη της είχε αντί για αγκίστρι ένα κοφτερό μαχαίρι. Έβαλε την ανεμώνη στο ποτήρι με το νερό, ήπιε το νερό που ήταν μαγεμένο, απόκτησε την δύναμη και με την βοήθεια που του είχαν δώσει η πεταλούδα και το ψαράκι έκτισε το παλάτι.
Εκείνη τη στιγμή στην μέση του Θρόνου ένας Βασιλιάς με φανταχτερά ρούχα χαμογελούσε στον Νικόλα, ο οποίος γονάτισε και προσκύνησε στον Βασιλιά. Δεν πρόλαβε να σηκωθεί και δεκάδες στρατιώτες είχαν παραταχθεί δίπλα του, με χρυσοκέντητες στολές και ασπίδες στα χέρια. Τότε ο βασιλιάς πλησίασε τον Νικόλα, του έπιασε τρυφερά το χέρι και του είπε:
-Από σήμερα σε ανακηρύσσω γιο μου, διότι έλυσες τα μάγια που είχαν εξαφανίσει το παλάτι μου και τα παιδιά μου.
-Τα παιδιά σου; Ρώτησε με απορία ο Νικόλας.
-Βεβαίως παιδί μου. Να κοίτα πίσω σου.
Ο Νικόλας γύρισε το κεφάλι του και είδε έναν πρίγκιπα και μια πριγκίπισσα να έχουν απλωμένα τα χέρια για να τον σφίξουν στην αγκαλιά τους. Δίπλα τους είχαν πέσει τα φτερά της πεταλούδας και τα λέπια με το δέρμα από το ψαράκι.
Τάχασε ο καλός και τυχερός Νικόλας και κοιτούσε με έκπληξη όλα όσα συνέβαιναν γύρω του.
Τότε ο βασιλιάς με τα πριγκιπόπουλα άρχισαν να του εξηγούν την ιστορία της κακιάς μάγισσας , και τον λόγο που είχε χαθεί το παλάτι.
-Ευτυχώς που ο Θεός πάντα ευλογεί το καλό, γι’ αυτό την κατάλληλη στιγμή έστειλε την καλή μάγισσα Μαλιντούσα. Πήρε τα δύο παιδιά και τα έκανε πεταλούδα το ένα και ψαράκι το άλλο. Έκανε, ευτυχώς τα δικά της ξόρκια, τα εμπιστεύτηκε στη μητέρα σου, την κυρά Φανή, και περιμέναμε όλοι να μεγαλώσεις για να λύσεις τα μάγια. Νάμαστε λοιπόν όλοι μαζεμένοι και ευτυχισμένοι.
Τα παιδιά πήραν από ένα χρυσό άλογο διότι ήθελαν να γνωρίσουν τον κόσμο. Πίσω τους άφησαν τον βασιλιά και την κυρά Φανή, οι οποίοι κάθονται στους μεγάλους κήπους του παλατιού και λένε ιστορίες περιμένοντας να γυρίσουν πίσω τα παιδιά τους να τα παντρέψουν.
Έμαθα πως ζούνε όλοι ευτυχισμένοι και είναι όλοι καλά, μα εμείς ζούμε ακόμα καλύτερα.

Γιαγιάκα Άννα

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Σε σενα που γιορταζεις

  

Απόψε στη γιορτή σου μόνος τα πίνω
αγάπη μου ξέρω πως  μόνος θα μείνω
γουλιά την γουλιά  φαρμάκι να με ποτίζω
ειναι το μόνο στη ζωή που  αξίζω

Γιορτάζεις και η μόνη ευχή μου
ειναι να ήσουν τώρα μαζί μου
όμως οι αποστάσεις μακρυά μας αφήνουν
 οι αποφάσεις   δυο ξένους να μας συστήνουν....

Ντρέπομαι που φοβάμαι και να στο πω
ακόμα εκείνο το σε ΑΓΑΠΩ
για αυτό μήνυμα σου στέλνω γραπτό
χωρίς κανένα νόημα και κανένα σκοπό

Μα  εσύ που απόψε που γιορτάζεις
φαρμάκι στην σκέψη μου στάζεις
σε ένα ποτήρι να πνίγω αγάπες
που κρίμα δεν ήταν καν σκάρτες

Skouliki 


Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΦΛΟΓΕΡΑ

   

Η μαγεμένη φλογέρα
Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που τα παραμύθια κρατούσαν συντροφιά στα παιδάκια τα βράδια του χειμώνα, ένας βοσκός με την φλογέρα του έπαιζε μελωδικούς σκοπούς κι έτσι μάζευε τα πρόβατα στα χειμαδιά, όμως αυτή η φλογέρα δεν ήταν σας τις άλλες. Πέρναγε στη μελωδία τον κορυδαλλό και τ'αηδόνια, που μαγεμένα κούρνιαζαν στις φυλλωσιές να την ακούνε. Όλοι οι άνθρωποι του χωριού κάθε βράδυ μαζευόντουσαν στην πλατεία ν’ακούσουν τον αντίλαλό της διότι, έλεγαν, πως έστελνε μηνύματα, αλλά διαφορετικά στον καθένα.
Μια χειμωνιάτικη βραδιά με τσουχτερό κρύο κατέβηκε στο χωριό μια αλεπού να κλέψει κότες για να φάει διότι πεινούσε αρκετά. άκουσε την μελωδία της φλογέρας, ζαλίστηκε και έπεσε να κοιμηθεί. Πρωί πρωί, χαράματα, σηκώθηκε παίρνοντας τον δρόμο για την φωλιά της. Πριν φτάσει βλέπει κάτω από ένα δέντρο τον βοσκό με την φλογέρα. Τον πλησίασε και του είπε:
-Εχτές το βράδυ ο αντίλαλος της φλογέρας σου μου έστειλε ένα μήνυμα. Θέλεις να το μάθεις;
-Μετά χαράς, απάντησε εκείνος που σαστισμένος άκουσε την αλεπού να μιλά με ανθρώπινη φωνή.
- Η φλογέρα σου είναι μαγεμένη, είσαι τυχερός που την κρατάς στα χέρια σου, μα πρόσεχε ένα παράξενο αηδόνι με χρυσά φτερά και κόκκινο λοφίο στο κεφάλι, θα έρθει να κάτσει πάνω στη φλογέρα και θ’αρχίσει να τραγουδά τόσο όμορφα, που όμοιά του δεν θα έχεις ξανακούσει να τραγουδούν. Αυτό τ’ αηδόνι είναι η χρυσομαλλούσα του Βορρά, και κάποιος κακός Νάνος τη ζήλεψε για την ομορφιά της και την γλυκειά της φωνή και αποφάσισε να την μεταμορφώσει σε παράξενο αηδόνι, ώστε ποτέ κανείς να μην το κάνει παρέα. Όμως οι άνθρωποι του Βορρά αγαπούσαν την Χρυσομαλλούσα γι’αυτό φώναξαν το καλό πνεύμα της αγάπης και την συμπόνιας ζητώντας του να βρει μια λύση. Εκείνο τότε τους απάντησε πως το θαύμα θα το κάνει μια μαγεμένη φλογέρα όπου άθελά του κρατά ένα βοσκόπουλο και θα το καταλάβουν διότι αυτή η φλογέρα με τον αντίλαλό της στέλνει διάφορα μηνύματα στους ανθρώπους και στο ζωικό βασίλειο. Αυτό το αηδόνι λοιπόν κράτησέ το και μην το διώξεις και θα γίνει δάσκαλός σου ώστε να μάθει για σένα να τραγουδάς.
Αυτά είπε η αλεπού, άνοιξε την σακούλα με τις κότες κι έβγαλε από μέσα ένα φτερό, το έδωσε στον βοσκό λέγοντάς του:
«Στην ανάγκη σαν βρεθείς, το φτερό κάψε και θα δεις».
Χαιρέτησε τον βοσκό και τρέχοντας κρύφτηκε στην φωλιά της. Σε λίγους μήνες που ήλθε ξ άνοιξη , γέμισε το βουνό αηδόνια και λογής-λογής πουλιά με χιλιάδες χρώματα, περιτριγύριζαν τον βοσκό με την μαγεμένη φλογέρα. Μια μέρα ο βοσκός καθισμένος κάτω από μια ροδιά άρχιζε να παίζει τους μελωδικούς σκοπούς και ξαφνικά το παράξενο αηδόνι ήλθε και κάθισε πάνω στην φλογέρα αρχίζοντας ένα τραγούδι που μονομιάς στο βουνό τα πουλιά σώπασαν, ακούγοντας τον παράξενο τραγουδιστή. Αυτό γινόταν πολλές μέρες, έτσι ώστε έγινε ο δάσκαλος στο βοσκόπουλο, το αγάπησε κι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. Μια νύχτα με φεγγάρι το βοσκόπουλο έπεσε να κοιμηθεί.
Προς μεγάλη του έκπληξη βλέπει την χρυσομαλλούσα να βγαίνει πίσω από τα πυκνά σχοίνα και να γλιστρά δίπλα στην γαλάζια λίμνη να πάρει το μπάνιο της.
Όνειρο βλέπω ή αληθινά συμβαίνουν όλα αυτά; Μονολογούσε το βοσκόπουλο. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι γίνεται, ένα δυνατό φτερούγισμα ακούστηκε και η χρυσομαλλούσα που είδε ξανάγινε αηδόνι. Το βοσκόπουλο έπεσε σε συλλογισμό για να βρει με τι τρόπο θα ξαναγινόταν άνθρωπος ο αγαπημένος και παράξενος φίλος του. Τότε θυμήθηκε το φτερό της αλεπούς. Το έκαψε κι αμέσως ένα άσπρο σύννεφο την έφερε κοντά του.
- Με ζήτησες φίλε μου;
Εκείνος εξήγησε τα όσα είχε δει παρακαλώντας της συγχρόνως να τον βοηθήσει ώστε να λυθούν τα μάγια του κακού Νάνου και η χρυσομαλλούσα μα ξαναγίνει άνθρωπος. Του έκανε νόημα να κάτσει και πήρε στα χέρια της την φλογέρα και του είπε:
- Για να λυθούν τα μάγια πρέπει να παίξω την φλογέρα για α ακούσεις εσύ το μήνυμα που θα σου στείλει κι έτσι να κάνεις ότι ακούσεις! Πρόσεχε όμως! Το μήνυμα δεν θα το πεις πουθενά. Σε κανέναν, θα το κρατήσεις για τον εαυτό σου. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι ,απάντησε το βοσκόπουλο.
Πράγματι η αλεπού ‘έπαιξε την φλογέρα κι έστειλε το μήνυμα στον βοσκό. Εκείνος το κράτησε μυστικό, ευχαρίστησε την αλεπού πήρε την φλογέρα του και ξεκίνησε να εκτελέσει το μήνυμα για να λυθούν τα μάγια. Έφτασε σε ένα πηγάδι κατέβηκε κάτω και βρήκε ένα χρυσό φτερό όμοιο σαν του αηδονιού, το πήρε και είπε:
«Γίνε σκάλα να ανεβώ όμορφο χρυσό φτερό και τα μάγια να σου λύσω την καλή μου να φιλήσω».
Αμέσως έγινε μια σκάλα, ανέβηκε ο βοσκός καίμε το χρυσό φτερό πήγε στην φωλιά της αλεπούς. Εκείνη μόλις τον είδε χαμογέλασε ευτυχισμένα, διότι έβλεπε ότι βρισκότανε σε καλό δρόμο, πήρε λοιπόν και την αλεπού μαζί του και αρχίζοντας να παίζει την μαγεμένη φλογέρα εκείνη τους πέταξε ψηλά στον ουρανό αρχίζοντας ένα μακρινό ταξίδι που τους έβγαλε στο Βορρά όπου ήταν το κάστρο της καλής μάγισσας Μαλιντούσας. Ζήτησαν την βοήθειά της και τότε εκείνη ξεπουπούλιασε το χρυσόφτερό, έπλεξε σε μια νύχτα την αραχνοΰφαντη μαντίλα με τα πούπουλα, την έδωσε στο βοσκό για να την φορέσει στο κεφάλι του αηδονιού, πήρε την φλογέρα, έπαιξε μια μουσική, έστειλε το μήνυμα στον κακό νάνο, εκείνος φοβήθηκε με αυτά που άκουσε και χάθηκε από το πρόσωπο της γης. Έτσι, ο βοσκός επέστρεψε στο βουνό που περίμενε το παράξενο αηδόνι, του έριξε την αραχνοΰφαντη μαντίλα στο κεφάλι, έπαιξε το κατάλληλο κομμάτι για την μελωδία της ευτυχίας και τότε ένα βουητό από χιλιάδες μελωδίες αηδονιών σκέπασαν την πλάση. Ένα δυνατό φως απλώθηκε και από μέσα ξεπρόβαλε η Χρυσομαλλούσα, χαμογελαστή. Τα μάγια είχαν λυθεί.
Εκείνη τη στιγμή παίρνει στα χέρια της την μαγεμένη φλογέρα, άρχισε να παίζει και με μάτια όλο απορία ο βοσκός έβλεπε την αλεπού να μεταμορφώνεται σ’ ένα πανέμορφο παλικάρι. Ήταν ο αδελφός της Χρυσομαλλούσας που και αυτόν τον είχε φτιάξει αλεπού ο κακός νάνος, επειδή τον παρακάλεσε να μην κάνει κακό στην αδελφή του . έτσι λοιπόν η μαγεμένη φλογέρα τους έκανε όλους ευτυχισμένους.
Ο βοσκός παντρεύτηκε την χρυσομαλλούσα , έφτιαξαν δικό τους σπίτι στο βουνό και με συντροφιά τον κορυδαλλό και τα αηδόνια τραγουδούσαν κάθε βράδυ την ομορφότερη μελωδία της ευτυχία, την αγάπη την δική τους και του βουνού που κατοικούσαν.
Από τότε ζούνε καλά, μα εμείς όλοι ακόμα καλύτερα

Γιαγιάκα Άννα

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η ΧΡΥΣΗ ΜΗΛΙΑ

 

Μια φορά κι ένα καιρό στο κέντρο του μεγάλου Δάσους βρισκόταν το φτωχικό σπιτάκι του ξυλοκόπου, όπου ζούσε με τις τρεις κόρες του. Φτωχοί αλλά αγαπημένοι έκαναν ότι μπορούσαν για να ζήσουν. Πριν πολλά χρόνια ο ξυλοκόπος είχε μείνει δίχως την καλή του γυναίκα γι’ αυτό φρόντιζε τα τρία του κορίτσια να περνάνε καλά. Μια μέρα οι τρεις αδελφούλες καθώς μάζευαν βατόμουρα, δίπλα στις φυλλωσιές βρήκαν ένα περιστέρι με πληγωμένες τις φτερούγες του. Η πιο μεγάλη που την έλεγαν Μυρτώ, έσκυψε το έπιασε στη αγκαλιά της και μαζί με τις αδελφές της γύρισαν στο σπιτάκι του Δάσους. Εκεί περιποιήθηκαν τις πληγές, το περιστέρι γρήγορα έγινε καλά, το τάιζαν κι από τότε έμενε μαζί τους.
Ένα πρωινό που οι τρεις αδελφές είχαν καθίσει στην αυλή να πλέξουν, ακούνε τα φτερουγίσματα του περιστεριού, σήκωσαν τα κεφάλια και τι να δουν! Το περιστέρι στο ράμφος του κρατούσε ένα χρυσό μήλο. Η Μυρτώ σηκώθηκε πλησίασε το πουλάκι, άνοιξε την αγκαλιά της και εκείνο έριξε το μήλο μέσα. Σε λίγο νάτο πάλι μ’ ένα χρυσό μήλο για την άλλη αδελφούλα την Φιλίτσα κι έπειτα άλλο ένα για την τρίτη που την έλεγαν Θάλεια. Τα τρία κορίτσια πήραν στα χέρια τα χρυσά μήλα κοίταξαν μ’ απορία το περιστέρι, το χάιδεψαν, το φίλησαν και τότε εκείνο με ανθρώπινη φωνή είπε: «Καλές πονετικές μου αδελφούλες, τα χρυσά μήλα να φάτε και πείτε τρεις ευχούλες».
Πράγματι έφαγαν τα μήλα και είπαν τρεις ευχούλες. Η Μυρτώ παρακάλεσε να έχουν υγεία και η τρίτη, η Θάλεια, παρακάλεσε να φανερωθεί ποιος κρύβεται στο περιστέρι με την ανθρώπινη φωνή. Μονομιάς οι ευχές πραγματοποιήθηκαν και στην θέση του πουλιού παρουσιάστηκε μια νεράιδα με ολόξανθα μαλλιά, όπου στα χέρια της κρατούσε ένα ασημένιο ραβδί τυλιγμένο με τρεις κόκκινες κορδέλες πλησίασε τα κορίτσια. Εκείνα φοβισμένα δεν πίστευαν στα μάτια τους και κάπως διστακτικά ρώτησαν, τι συμβαίνει. Η νεράιδα, τότε, σήκωσε το ραβδί της, έβγαλε τις κορδέλες, και της έδωσε στις αδελφούλες λέγοντας:
 - Να πάτε να της φυτέψετε στην αυλή και τότε θα δείτε τι πρόκειται να γίνει. Τα κοριτσάκια υπάκουσαν, μα τι να δουν! Από την μια κορδέλα φύτρωσε μια χρυσή μηλιά. Από τη δεύτερη κορδέλα φύτρωσε ένα όμορφο σπίτι και από την τρίτη κορδέλα φύτρωσε ένας μεγάλος κάμπος. Τα κοριτσάκια τρελά από χαρά ευχαρίστησαν την καλή νεράιδα κι εκείνη πριν φύγει τους είπε: 
- Με δάκρυα χαράς ή λύπης θα είμαι πάντα κοντά σας. Ύστερα ένα λευκό σύννεφο την πήρε στην αγκαλιά του και χάθηκαν στο βάθος του Ορίζοντα. Σας ήλθε ο πατέρας τους ο γερο-ξυλοκόπος, σάστισε με όσα είδε και τότε οι αγαπημένες κόρες του, του διηγήθηκαν ότι είχε συμβεί. Εκείνος έκανε τον σταυρό του κι ευχαρίστησε τον Θεό για τα καλά που γέμισε το σπιτικό του. Από τότε, κάθε μέρα η χρυσή μηλιά έκανε τρία χρυσά μήλα, τα μάζευαν κι ύστερα τα πουλούσαν στην αγορά. Με αυτόν τον τρόπο έγιναν πολύ πλούσιοι. Όλοι τριγύρω στην αγορά άρχισαν να υποψιάζονται πως κάτι περίεργο συμβαίνει και πως κάτι έκρυβαν. Γι’ αυτό συνεννοήθηκαν κι ένας από αυτούς πήρε στο κατόπι τον ξυλοκόπο με τις κόρες του. Σαν έφτασε και αντίκρισε όλα τα παράξενα, δεν πίστευε στα μάτια του ο χωρικός. Έτρεξε αμέσως πίσω στους υπόλοιπους να μαρτυρήσει τα μαντάτα και όλοι μαζί επέστρεψαν για να δουν και να πιστέψουν. Αμέσως τότε έτρεξαν στη χρυσή μηλιά, κάθισαν από κάτω και περίμεναν να βγουν τα μήλα να τα κλέψουν. Όμως η μηλιά, σαν έβγαλε τα χρυσά μήλα, κι αυτοί άπλωσαν τα χέρια τους να τα κόψουν, εκείνη άρχιζε να ανεβαίνει τόσο ψηλά, μέχρι που άγγιξε τον ουρανό. Βγήκε τότε το συννεφάκι της Νεράιδας και η μηλιά είπε στο συννεφάκι το μυστικό. Εκείνο τότε κάλεσε τους φίλους του, τα υπόλοιπα συννεφάκια άρχισαν να ρίχνουν όσο νερό είχαν μαζέψει. Μόλις άρχισαν οι χωρικοί να βρέχονται, το έβαλαν στα πόδια. Το νερό ήταν τόσο πολύ που στο τέλος έφυγαν κολυμπώντας! 
Από τότε το πάθημα τους έγινε μάθημα κι άφησαν τον συγχωριανό τους ήσυχο. Τα χρόνια πέρασαν, τα κορίτσια μεγάλωσαν, όταν κάποιο πρωινό που πήγαν να ψαρέψουν στο ποτάμι, άκουσαν μια φωνή να τραγουδά τόσο ,μελωδικά που σαν μαγεμένες στάθηκαν ν’ ακούσουν. Σε λίγο πλησίασαν και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τρία χρυσόψαρα με πρασινοκίτρινα λέπια καθισμένα σ’ ένα βράχο, έλεγαν τα μελωδικά τραγούδια. Τους έριξαν λίγο ψωμάκι. Εκείνα το έφαγαν και συνέχισαν το τραγούδι μέχρι που οι τρεις αδελφούλες δάκρυσαν. Τα δάκρυα έπεσαν πάνω στα χρυσόψαρα και μονομιάς εκείνα έγιναν τρία πανέμορφα βασιλόπουλα. 
Διηγήθηκαν την πονεμένη ιστορία τους για τα μάγια ενός κακού νάνου και πως μόνο σαν πέρναγαν τρεις αγαπημένες αδελφές και το μελωδικό τραγούδι τους της συγκινούσε και δάκρυζαν και πως αν τα δάκρυα έπεφταν πάνω στα χρυσόψαρα, μόνο τότε θα γινόταν το θαύμα, να λυθούν τα μάγια ώστε να πάρουν την ανθρώπινη μορφή τους. Στην μεγάλη αυτή χαρά παρουσιάστηκε και η καλή νεράιδα, συνόδεψε τις αδελφούλες με τα βασιλόπουλα στο σπίτι τους, είπαν τα καλά νέα στον πατέρα τους και σε λίγες μέρες έγιναν οι γάμοι με τιμές και δόξες.
Έζησαν με πλούτη και αγάπη στους πύργους των συζύγων τους, πάντα αγαπημένοι όλοι μαζί, με συντροφιά την Νεράιδα που της προστάτευε. Από τότε ζούνε αυτοί καλά μα εμείς ζούμε καλύτερα.

Γιαγιάκα Αννα

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΗΠΟΥ

     

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μεγάλο κήπο ακούστηκε μια φασαρία. Δυο μικρές φίλες η Θάλεια και η Πηνελόπη είχαν πάρει τα ψάθινα πανεράκια τους πηγαίνοντας να κόψουν διάφορα λουλούδια για τα βάζα. Ήθελαν να το στολίσουν διότι θα έκαναν γιορτή. Η Πηνελόπη είχε τα γενέθλιά της. Ξαφνικά πιάστηκαν από το χέρι, κοντοστάθηκαν, κοιτάχτηκαν μ’ απορία γι’ αυτό που άκουγαν.
- Δεν είναι δυνατόν, είπε η Θάλεια. Μαλώνουν τα τριαντάφυλλα.
- Πάμε κοντά, είπε και η Πηνελόπη, τραβώντας την μικρή της φίλη.
Σε λίγο έφτασαν στον καβγά, για το πιο τριαντάφυλλα. Είχανε στήσει ένα καβγά, για το πιο τριαντάφυλλο θα πήγαινε στη γιορτή. Τα δύο κοριτσάκια άπλωναν τα χέρια να χαϊδέψουν τα όμορφα λουλούδια, λέγοντάς τους, ότι όλα θα ρθουν στο πάρτι των γενεθλίων της Πηνελόπης. Εκείνα τότε καμαρωτά-καμαρωτά ίσιωσαν το κορμάκι τους, ανοιγόκλεισαν τα χρωματιστά πέταλα και φραπ, μπήκαν στα ψάθινα πανεράκια των κοριτσιών. Τι χαρά έκαναν! ¶άρχισαν το τραγούδι μαζί με τα άλλα λουλούδια που έκοψαν η Θάλεια και η Πηνελόπη. Μια ορτανσία βογκούσε η καψερή, την είχαν καταπλακώσει κάτι γιασεμιά και δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει, ούτε να τραγουδήσει.
- Βοήθεια! Φώναζε, μα κανείς δεν την άκουγε.
Ο ήχος από τα τραγούδια σκέπαζε την φωνούλα της. Ευτυχώς δίπλα της ήτανε ένα χρυσάνθεμο, έσπρωξε το γιασεμί, κι έτσι ελευθέρωσε την ορτανσία. Κάποια στιγμή οι μικρές φίλες έφτασαν στο σπίτι της Πηνελόπης, τοποθέτησαν τα λουλούδια στα βάζα, στόλισαν τα τραπέζια με πολύχρωμα παιχνίδια, χρυσές γιρλάντες και άναψαν χρωματιστά λαμπιόνια. Σε λίγες ώρες το πάρτυ θα άρχιζε. Πράγματι φωνούλες γέμισαν στα δωμάτια και άρχισαν οι μικροί μπόμπιρες τα παιχνίδια.
Μα ξαφνικά έγινε απόλυτη σιωπή.
Ένα μεγάλο κλωνί γιασεμιού γεμάτο από κατάλευκα μικρά λουλουδάκια, άπλωσε τα χέρια του κάνοντάς τους νόημα να ησυχάσουν. Εκείνα σώπασαν, κοιτάζοντας παράξενα το καταπράσινο κλωνάρι.
Τότε έγινε κάτι πολύ παραμυθένιο. Το μεγάλο γιασεμί τίναξε τα κλωνάρια του, άστραψε το δωμάτιο από φως, και στην κορυφή του παρουσιάστηκε το ανθρώπινο κεφαλάκι ενός μικρού αγοριού, όπου στα δύο χεράκια του κρατούσε μια κρυστάλλινη μπάλα που ήταν μαγεμένη. Πλησίασαν οι δυο φίλες, η Θάλεια και η Πηνελόπη, και τον ρώτησαν το όνομά του. Εκείνο τότε απάντησε πως το όνομά του είναι Γιασεμάκι του Χρυσού ήλιου, και πως τους πει μια γλυκιά ιστορία αγάπης ενός κήπου. Τα κοριτσάκια αναφώνησαν πως με χαρά θα της ακούσουν την ιστορία του.
Τότε το Γιασεμάκι έδωσε με δύναμη πέντε στροφές στην κρυστάλλινη μπάλα κι εκείνη άρχισε να γυρίζει. Μέσα από ένα γαλάζιο σύννεφο, είδανε έκπληκτοι το αγόρι να κάθεται σε ένα θρόνο γεμάτο από χρυσάφι και φως, αρχίζοντας συγχρόνως να διηγείται την όμορφη ιστορία.
«Μια φορά σ’έναν κήπο με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια τότε που υπήρχε αγάπη ανάμεσά τους, ένα γιασεμί και μια τριανταφυλλιά ερωτεύτηκαν πολύ. Κάθε μέρα τα πράσινα φυλλαράκια τους γέμιζαν τα κλαδάκια, σιγοψιθύριζαν την αγάπη τους, ανοιγόκλειναν τα πέταλά τους όταν τα άλλα λουλούδια του κήπου πήγαιναν να κοιμηθούν, εκείνα πιασμένα χέρι-χέρι, έκαναν ατέλειωτους περιπάτους κάτω από τα ασημένιο φως του φεγγαριού.
Τα χρόνια περνούσαν και το γιασεμί και η τριανταφυλλιά μεγάλωσαν. Ο κήπος γέμισε, ώσπου ο ιδιοκτήτης του κήπου, ο μπάρμπα Φάνης, κλάδεψε το γιασεμί, ξερίζωσε την τριανταφυλλιά και την μεταφύτεψε στον κήπο του εξοχικού του σπιτιού.
Ένα πρωινό που ο χρυσός ήλιος, ζέσταινε με τις ακτίνες του τον κήπο του μπάρμπα Φάνη, είδε την καμαρωτή φουντωμένη τριανταφυλλιά και θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την παντρεύτηκε. Τι κρίμα!
Η καημένη κάθε μέρα έκλαιγε , πότιζαν τα δάκρυα το χώμα παρακαλώντας να φυτρώσει γιασεμί, να το έχει παρηγοριά, μια και το αγαπημένο δικό της γιασεμί είχε πάρει απόφαση πως δεν θα το ξανάβλεπε. Το θαύμα όμως το έκανε και πάλι ο καλός μας Θεός. ¶άκουσε τα παρακάλια της άτυχης τριανταφυλλιάς και όπου πέφτανε τα δάκρυά της μαλάκωνε το χώμα και μια μέρα φύτρωσε ένα τόσο δα μικρό κλαράκι γιασεμιού. Από την χαρά της η τριανταφυλλιά άρχιζε να βγάζει χιλιάδες κλαδιά και τριαντάφυλλα ώσπου σκέπασε το γιασεμί κι ‘έτσι νόμισε πως θα έμενε μικρό και δεν θα μεγάλωνε. Όμως ο άντρας της ο Χρυσός Ήλιος έστελνε μέχρι εκεί τις ακτίνες του. Εκείνο μεγάλωσε, πέρασε την τριανταφυλλιά και ο μπάρμπα Φάνης το κλάδεψε. Ύστερα το ξερίζωσε και το πέταξε στο χωράφι με τα ξερόκλαδα. Η τριανταφυλλιά από την λύπη της αρρώστησε, μαράθηκε και πήγε στον Παράδεισο να ξεκουραστεί. Όμως ο καλός Θεός δεν άφησε το γιασεμίνα μαραθεί. Έστειλε τον Χρυσό Ήλιο και εκείνος το υιοθέτησε. Του έδωσε την μαγεμένη κρυστάλλινη μπάλα για να λέει παντοτινά την γλυκιά ιστορία αγάπης του κήπου που σημάδεψε την ζωή του. Ήξερε, βλέπετε, πως ήτανε το παιδάκι της τριανταφυλλιάς και του γιασεμιού.
Από τότε σε όλους τους κήπους, όπου ανθίζει ένα γιασεμί, δίπλα του φυτρώνει πάντα μια τριανταφυλλιά για να θυμίζει την αγάπη που κάποτε χάθηκε.
Αυτά είπε το μικρό αγόρι και μονομιάς η κρυστάλλινη μπάλα σταμάτησε και ξανάγινε κλωνάρι γιασεμιού με μικρά λευκά λουλουδάκια. Οι δύο μικρές φίλες , η Θάλεια και ή Πηνελόπη δάκρυσαν με την παρέα τους. Φύτεψαν το γιασεμί και εκείνο μέσα σε μια νύχτα θέριεψε και γέμισε μοσχοβολιά ο τόπος. Ξαφνικά τα λαμπιόνια έσβησαν. Η Πηνελόπη πήγε να τα ανάψει.
- Μπα! Είμαι στο κρεβατάκι μου, σιγοψιθύρισε. Τι καλά! Ήταν όλα ένα όνειρο. Ένα όμορφο γαλάζιο όνειρο. Σαν εκείνα τα όνειρα που θα λένε παντοτινά τα παραμύθια.

Γιαγιάκα Άννα

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Περνούν τα χρόνια

   

Περνούν τα χρόνια

Περνούν τα χρόνια γρήγορα ,
Και Πίσω δεν γυρνούνε
Μεσα στη σκέψει μένουνε
Για να μας Τυραννούνε ,

Για άλλους ήταν όμορφα
Τα χρονια που περάσαν
Για άλλους ειναι Δύσκολα
Τα χείλη δεν γέλασαν ,,

Χρηστο μου έτσι ειναι η ζωη ,
Φευγη και δεν Γυρίζει,
Μα η Ρυτίδα της ψυχής
Παντα θα μας αγγίζει ,,

Της αναμνήσεις θα εχουμε
Παντα μες στο μυαλό μας
Για να περνά η Θλίψη μας
Και το παράπονο μας ,,,
Γιωτα  Ξένου

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΣΠΑΘΙ


Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν μέσα σε ένα μεγάλο κόκκινο κουτί δέκα μολυβένια στρατιωτάκια. Όλα, κρατούσαν από ένα σπαθί στον ώμο τους και μόνο το ένα από αυτά κρατούσε ένα ξύλινο.
Κοιτούσαν μπροστά και καμάρωναν περήφανα για την όμορφη στολή τους με τα κίτρινα σιρίτια.
- Τι όμορφα που είναι! Έλεγε και ξανάλεγε ο Νικόλας βάζοντας ένα- ένα τα μολυβένια στρατιωτάκια στη σειρά.
Τριγύρω υπήρχαν κι άλλα παιχνίδια μ μα το πιο ωραίο ήταν ένα χάρτινο παλάτι που είχε τριγύρω πρασινάδες, δέντρα και άσπρα άλογα. Στο κέντρο παλατιού υπήρχε ένας κρυστάλλινος καθρέπτης όπου αντιφέγγιζε μια ήσυχη λιμνούλα μέσα στην οποία κολυμπούσαν δέκα κατάλευκοι κύκνοι.
Το βράδυ, μόλις σήμαναν μεσάνυχτα, ο μολυβένιος στρατιώτης με το ξύλινο σπαθί άνοιξε το κουτί και πήγε κατευθείαν στο παλάτι. Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια και έφτασε μπροστά στον καθρέφτη κοιτάζοντας με απορία τους δέκα κύκνους. Κατέβασε το σπαθί του για να ξεκουραστεί και μονομιάς ο καθρέφτης χάθηκε και στη θέση των δέκα κύκνων παρουσιάστηκαν δέκα πανέμορφες βασιλοπούλες.
Τα έχασε ο μολυβένιος στρατιώτης, καθώς οι βασιλοπούλες τον πλησίασαν. Μια από αυτές του είπε:
- Γενναίε στρατιώτη, το ξύλινο σπαθί σου είναι μαγεμένο. Όταν το κρατάς στον ώμο σου γινόμαστε κύκνοι, μα όταν το κατεβάζεις γινόμαστε και πάλι άνθρωποι.
- Μα…τι πρέπει να κάνω; Ρώτησε ο στρατιώτης.
- Πρέπει να πάρεις αυτήν την βαρκούλα και να περάσεις απέναντι μέσα από την λιμνούλα. Μόλις φτάσεις στην αντίπερα όχθη, εκεί θα περιμένει ένας ζητιάνος. Δώσε του το ξύλινο σπαθί και μετά θα δεις εκεί τι θα γίνει.
Πράγματι, ο στρατιώτης μπήκε μέσα στην βαρκούλα, που χοροπήδαγε στα φουσκωμένα νερά της λίμνης και απέναντι συνάντησε τον ζητιάνο. Του έδωσε το σπαθί και με αυτό ο ζητιάνος άρχισε να κόβει την πρασινάδα και τα δέντρα. Όπου πέρναγε το ξύλινο σπαθί, γινότανε πολιτεία με κόσμο, γέφυρες και αυτοκίνητα. Η λιμνούλα χάθηκε και περπατώντας ο ζητιάνος έφτασε στο χάρτινο παλάτι. Τότε, δίνει μια…και χρατς, έσπασε τον καθρέφτη.
Το ξύλινο σπαθί πέταξε φωτιές. Ο τόπος γέμισε καπνούς και σιγά σιγά άρχισε να φαίνεται στη θέση του ζητιάνου ένας βασιλιάς. Τρέξανε κι οι βασιλοπούλες και τον αγκάλιασαν. Ήταν ο βασιλιάς πατέρας τους.
Η μεγαλύτερη από τις βασιλοπούλες έπιασε τον μολυβένιο στρατιώτη, τον φίλησε και αμέσως έγινε δυνατό φως. Ο στρατιώτης μεταμορφώθηκε σε βασιλόπουλο. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιπες εννέα βασιλοπούλες με τους άλλους μολυβένιους στρατιώτες. Μια φωτεινή ανταύγεια γέμισε το δωμάτιο, χαρούμενα πρόσωπα για την μεγάλη ευτυχία που λύθηκαν τα μάγια.
- Ε! Νικόλα ξύπνα, η ώρα πέρασε, φώναξε η μανούλα, πρέπει να ετοιμαστείς για το σχολείο.
- Πω! Πω! Τι όνειρο είδα; Τα μολυβένια στρατιωτάκια μου που είναι;
- Πάνω στο τραπέζι, απάντησε η μανούλα του
Ο Νικόλας ηρέμησε σαν είδε το κόκκινο κουτί με τα μολυβένια στρατιωτάκια, άνοιξε το κουτί και τα μέτρησε. Ήταν ακριβώς δέκα.

Γιαγιάκα Άννα

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Μια αγκαλιά και για μένα...


Μια αγκαλιά και για μένα...

Σε αγαπώ σου λέω φιλικά
και αναζητώ μια αγκαλιά
μέσα της να τρυπώσω
ήρεμα για να νιώσω

Για πες μου σε παρακαλώ
πόσο είναι εγωιστικό
μιαν αγκαλιά να αναζητώ
ψήγματα αγάπης που να βρω;

Εσύ όμως που θαρρείς
έρωτα δίπλα μου θα βρεις
κοντά μου είσαι χωρίς ελπίδα
το ξέρω από τι στιγμή που σε είδα

Για πες μου τώρα εσύ
γιατί η αγάπη σου τόσο πονεί
πως έμαθες έτσι να αγαπάς
και σε αλλά επίπεδα το πας...

Σε αγαπώ σου λέω φιλικά
Και θέλω στη δική σου αγκαλιά
να νιώσω λίγη σιγουριά
τα πολλα λόγια είναι περιττά...
skouliki

Είμαι καλά ευχαριστώ : Αναστασία-Βενιζέλος- Ξένου



ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΤΑ ΞΕΝΟΥ

ΜΟΥΣΙΚΗ..ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ : ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Ειμαι καλά ευχαριστω 

Με ρωτούν τι κάνω ,και τους λεω καλά
 Και ομως στη ψυχη μου γίνονται πολλα 
Με ρωτούν τι κανω λεω ευχαριστω 
Μα φευγω μακριά τους  με βήμα βιαστικό 

Ειμαι καλα ευχαριστω λεω σε εκείνους που ρωτάνε 
Μα φεύγω ομως να μη δουν ,τα δάκρυα μου να κυλανε
 Ειμαι καλα ευχαριστω τους λεω και άχρωμα γελάω
 Τους προσπερνώ για να μη δουν ,πως μεσα μου πονάω 

Ειμαι καλά ευχαριστω ,
τους λεω με χειλη παγωμένα 
Και περπατώ χωρίς σκοπό 
με δυο ματια δακρυσμένα 

Με ρωτούν τι κάνω ,και τους λεω καλά 
Ομως στην ζωη μου γίνονται ,πολλα
 Ονειρα που φεύγουν σαν τα περιστέρια 
Και χαρες που χάνω απ τα δυο μου χερια , 

Με ρωτούν τι κάνω και τους λεω καλά 
Και ομως η καρδια μου εχει συννεφιά
 Μέρες που περνάνε διχως συντροφιά
 Νυχτες παγωμένες διχως αγκαλιά

ΓΙΩΤΑ ΞΕΝΟΥ


Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΑ, ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΥΦΑΡΟ

                 


Μια φορά στον όμορφο κόσμο των παραμυθιών, σ’ ένα μεγάλο καταπράσινο δάσος, με χιλιάδες πανέμορφα δέντρα, υπήρχε ένα μικρό πέτρινο σπιτάκι όπου κατοικούσε μια πανέμορφη κοπέλα που την έλεγαν Μελισσούλα. Η Νονά της η καλή Νεράιδα του δάσους την προστάτευε. Μαζί φρόντιζαν τον κήπο και τα δέντρα που περιστοίχιζαν το πέτρινο σπιτάκι της Μελισσούλας. Είχε δώσει στην Μελισσούλα πολλά χαρίσματα η καλή της νονά. Εκτός από την ομορφιά την είχε προικίσει και με μια γλυκιά φωνή, που στο άκουσμά της σώπαιναν τα αηδόνια πετώντας δίπλα της για να την ακούσουν.
Κάποιο πρωινό που το κορίτσι πότιζε τα χρωματιστά λουλούδια του κήπου, άκουσε κάτι τιτιβίσματα. Γύρισε το κεφαλάκι της αντικρίζοντας μια φωλιά χελιδονιών. Ήταν, βλέπετε, άνοιξη και είχαν αρχίσει να έρχονται τα χελιδόνια. Έβαλε λοιπόν, η Μελισσούλα μια σκάλα, έφτασε την φωλιά και περίεργη κοίταξε μέσα. Πω πω! Ένα νεογέννητο χελιδονάκι που ανοιγόκλεινε το τοσοδούλι στοματάκι του, στις φροντίδες την καλής χελιδονομαμάς. ¶άπλωσε το χέρι της να το πάρει και εκείνη τη στιγμή άκουσε μια γλυκειά φωνούλα να της λέει:
Μελισσούλα μου καλή
άσε με μες την αυλή
φρόντισε να μεγαλώσω
τα φτερά μου να σου δώσω
και η τύχη η καλή
μες το σπίτι σου θα μπει.

Παραξενεμένη η Μελισσούλα, τράβηξε έξω από τη φωλιά το χεράκι της, κατέβηκε από τη σκάλα, πήγε στη κουζίνα, ζέστανε το γάλα και το έβαλε σε ένα σταγονόμετρο. Το πήγε αμέσως στο χελιδονάκι και με αυτό σιγά σιγά, σταλιά σταλιά, το τάισε. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και μέρα με την ημέρα το χελιδονάκι μεγάλωνε.
Κάποιο απριλιάτικο πρωινό καθώς η Μελισσούλα άπλωσε το χεράκι της μέσα στη φωλιά για να πιάσει το χελιδονάκι να το ταΐσει, παρατήρησε ότι η φωλίτσα ήταν άδεια.
Η Μελισσούλα τρόμαξε και άρχισε να κλαίει για τον αγαπημένο της φίλο που έφυγε δίχως να της αποχαιρετήσει. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται η καλή της η νονά αρχίζοντας να παρηγορεί την μικρή προστατευόμενη της και της λέει:
- Μην κλαις καλή μου! Το χελιδόνι σου, δεν σε εγκατέλειψε. Απλά μεγάλωσε και πέταξε μόνο του για να βρει την τροφή του.
- Μα εγώ το συνήθισα και μου λείπει η συντροφιά του. Έλεγε μέσα σε αναφιλητά η Μελισσούλα.
- Να, κοίταξε εκεί στη μεγάλη λίμνη! Το βλέπεις εκείνο το άσπρο νούφαρο;
- Ναι, το βλέπω, απάντησε το κοριτσάκι.
- Ωραία. Πήγαινε εκεί και παρακάλεσέ το να σε πάει στο χελιδόνι σου, συνέχισε η νονά.
Πράγματι η Μελισσούλα πλησίασε το νούφαρο κι έκανε όπως της είχε πει η καλή νεράιδα του δάσους. Το νούφαρο ανοιγόκλεισε τα πέταλα του, άνοιξε τα χεράκια του, τα έκανε κουπιά γλιστρώντας απαλά πάνω στα νερά της γαλάζιας λίμνης. «Φλαπ-Φλουπ» έκαναν τα κύματα, μα το νούφαρο ταξίδευε την Μελισσούλα., κρατώντας της γερά στην αγκαλιά του. Πω! Πω! Τι ομορφιά! Τι υπέροχο ταξίδι! Τέτοια ομορφιά, όμοιά της δεν είχε ξαναδεί η Μελισσούλα. Είχε πολύ ωραία ιδέα η νονά της. Σε λίγο το υπέροχο ταξίδι τελείωσε. Φτάσανε στην άκρη της λίμνης, πλεύρισε στην ακτή, κατέβηκε η Μελισσούλα νιώθοντας τόσο μεγάλη χαρά που άρχισε να γλυκοτραγουδά μαζί με τα πουλάκια του δάσους, που φτερουγίζοντας ήλθαν κι έκατσαν πάνω στους ώμους του κοριτσιού, κουνώντας τις ουρίτσες τους.
Ευτυχώς ήταν καλοκαίρι πια. Ο λαμπερός ήλιος έστελνε τις ακτίνες του ζεστές στο δάσος κι έτσι η Μελισσούλα δεν κρύωνε. Κάποια στιγμή έφτασε σ’ένα ξέφωτο, αντίκρισε ένα πέτρινο σπιτάκι, όμοιο με το δικό της μόνο που αυτό ήταν κοντά στη γαλάζια λίμνη και είχε γύρω-γύρω καλαμιές. Πλησίασε, χτύπησε την πόρτα και άκουσε από μέσα μια φωνή που την καλούσε να περάσει μέσα. Η Μελισσούλα την άνοιξε και βρέθηκε μπροστά στον αγαπημένο την φίλο το Χελιδόνι.
Εκείνο μόλις αντίκρισε την Μελισσούλα τίναξε τα φτερά του, αυτά έπεσαν καταγής και μέσα από ένα κατάλευκο σύννεφο, πλημμυρισμένο φως ξεπρόβαλλε ο πρίγκιπας της γαλάζιας λίμνης. Το κοριτσάκι τα έχασε…άνοιξε διάπλατα τα ματάκια της, απ’ όσα έβλεπε και ο καλός πρίγκιπας την πλησίασε και της εξήγησε για τα μάγια της κακιάς μάγισσας και πως εκείνη η ίδια με την υπομονή της και με την καλή της την καρδιά τα έλυσε ακριβώς την στιγμή που είχε έλθει το πλήρωμα του χρόνου.
Πάρε τα φτερά μου και κάψε τα, της είπε, και την στάχτη πέταξέ την στην λίμνη για να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια.
Η Μελισσούλα έκανε ακριβώς ότι της είπε ο πρίγκιπας. Μονομιάς η λίμνη χάθηκε. Στην θέση της υψώθηκε ένα πέτρινο κάστρο, χιλιάδες νούφαρα πέταξαν τα πέταλά τους, και γινόντουσαν στρατιώτες με χρυσοκόκκινες στολές. Ένα νούφαρο είχε απομείνει μοναχό του. Η Μελισσούλα το έπιασε, χάιδεψε τα λευκά του πεταλάκια και αρχίζοντας να σιγοτραγουδά έναν γλυκό σκοπό, που εκείνο δάκρυσε. Τα δάκρυα του έπεσαν στο σημείο που ήταν άλλοτε η γαλάζια λίμνη. Πανέμορφα δέντρα με δροσερά φρούτα γέμισαν το σημείο που έπεσαν τα δάκρυα.
Ξαφνικά τα φώτα άναψαν στο κάστρο και ξανάρχισε η ζωή, με χαρούμενες φωνές και χαμογελαστά πρόσωπα. Εκείνη τη στιγμή η Μελισσούλα έσκυψε και φίλησε το νούφαρο. Η αγάπη της του έδωσε ανθρώπινη μορφή. Ήταν η γυναίκα του πρίγκιπα της γαλάζιας λίμνης. Ευτυχισμένη για το καλό που έκανε η μικρή μας φίλη, ζήτησε από την νονά της να της βάλει χρυσά φτερά για να μπορεί να πετάξει στο σπίτι της. Εκείνη εκπλήρωσε την επιθυμία της, μα σαν έφτασε εκεί, είδε χιλιάδες κυψέλες φορτωμένες χιλιάδες μέλισσες. Η Μελισσούλα από τότε είναι η Βασίλισσά τους και με τα χρυσά της τα φτερά κάθε άνοιξη πετά στο κάστρο της γαλάζιας λίμνης. Εκεί έχει φτιάξει μια φωλιά και διηγείται χρόνια τώρα την ίδια ιστορία, για την ευτυχία που έζησε μ’ ένα χελιδόνι και ένα κατάλευκο νούφαρο.

Γιαγιάκα Άννα

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Πως παγώσαν οι καρδιές


Πως παγώσαν οι καρδιές

Πως παγώσαν έτσι οι ώρες
πως  μαγκώσαν  οι καρδιάς
πως στέρεψαν οι φορές
που ζητούσαμε αγκαλιές

Κι αν πίστεψα για λίγο
απ τη μοναξιά πως θα ξεφύγω
με την παγωνιά σου αυτή
με την μοναξιά έχω σκεπαστεί

Πως παγώνουν οι καρδιές
πόσο εύκολα , μου λες;
πως ξεχνιούνται υποσχέσεις
και σε κάνουνε να κλαις;

Γύρνα πάλι μοναξιά μου
να καλύψεις τα κενά μου
που άφησε μια αγάπη απατηλή
εσυ την αφησες να μπει;
Skouliki

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ... ΠΟΣΕΣ ΜΝΗΜΕΣ..ΠΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ...ΚΙ ΟΜΩΣ ΝΙΩΘΩ ΑΚΟΜΑ ΕΦΗΒΗ..

Από την Αννα Μπιθικώτση:
Αφιερωμένο το γράμμα μου αυτό σε εσάς τα αγαπημένα φιλαράκια μου για να θυμόσαστε το πέρασμα μου από τη γυάλινη μας γειτονιά...
Με αγάπη παντοτινή
Η φίλη σας Αννα


ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ... ΠΟΣΕΣ ΜΝΗΜΕΣ..ΠΟΣΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ...ΚΙ ΟΜΩΣ ΝΙΩΘΩ ΑΚΟΜΑ ΕΦΗΒΗ...

"Είπα να σας γράψω λόγια της ψυχής μου
με φτερά αγγέλου, δρόμους της ζωής μου,
έτσι για να δείτε πίσω από τα φώτα
πώς κυλούν τα βράδια σε κλεισμένη πόρτα,
όταν όλα μοιάζουν κρίνα, γιασεμιά.

Δε θα γράψω ποίημα μα θα έχει ρίμα,
κάθε μου ανάσα θα ‘χει κι ένα βήμα
απ’ το χθες, το τώρα και τ’ όνειρό μου,
που ποτέ δεν ήταν ολόκληρο δικό μου,
αφού πάντοτε για μένα τα λίγα ήταν πολλά.

Είχα χελιδόνια στο δωμάτιο μου
και μια τρύπια στέγη πάντα ουρανό μου,
να μετρώ τα άστρα που ήταν φωτεινά,
τότε που κεντούσα χάδια και φιλιά.

Ζέσταινα τα χέρια σε παλιά γκαζιέρα,
κι είχα απλωμένα όνειρα αστέρια,
ήμουν σπουργιτάκι σε μικρή φωλιά.

Άκουγα τραγούδια που ήταν αγιασμένα
κείνα μου τα χρόνια τα χρωματισμένα,
που είχανε αηδόνια και ανασαιμιά.

Μου έλεγε ο πατέρας, αντί για παραμύθια,
όνειρα δικά του που όλα άπλωναν δίχτυα
κι είχε μουσική κάθε μου βραδιά
κι η γλυκιά μου μάνα ήτανε μπαλάντα,
φως και ζεστασιά!

Πέρασαν τα χρόνια, πήρα τη ζωή μου,
δίχως χελιδόνια κι άστρα η φυγή μου.
Έφτιαξα μπαλκόνια παλάτια για τα αηδόνια,
μα πάντοτε ζητούσε στέγη η καρδιά.

Είχα όλα τα αστέρια και τον ουρανό μου,
μα ποτέ δεν είχα τ’ άστρο το δικό μου,
κι έκλαψα σε νύχτες που είχαν μοναξιά.

Έγραφα στιχάκια να’ χω παρεούλα
και έλεγα την Άννα πάντοτε Αννούλα
κι έμεινα παιδί, μη μου χαθεί και της χαθώ ξανά.

Και εσύ καρδιά μου που είχες ματώσει,
έψαχνες κάτι, κάτι να σε σώσει
κι έφτιαξες «γυάλινο ανάγκης σπίτι»,
που’ χε φεγγίτη άστρα πουλιά...

Να ‘ρχονται φίλοι αγαπημένοι
και της ζωής οι προδομένοι
για να’ χουν «στέγη» μια αγκαλιά.

Πριν σφραγίσω, φίλοι μου, τούτο το γράμμα,
θέλω να σας κλείσω σ’ ένα θαύμα
που θα ‘χει μόνο καρδιάς κλειδιά.

Πριν χαθώ μια νύχτα απ’ τη ζωή μου,
σας αφήνω κάτι απ’ την ψυχή μου,
για να’ χει ήλιο η δική μας γειτονιά.

Όνειρα θα ζουν ζωγραφισμένα,
μύριες εμπειρίες, χρόνια ερωτευμένα,
χρώματα καρδιάς.

Πάντα θα υπάρχω μέσα από εσένα,
φίλη και φίλε, φως μου και αίμα,
αφού θα ζω νυν και αεί
σ ‘ αυτήν τη δική μας γειτονιά!

ποίηση : Αννα Μπιθικώτση




ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ....

Σεβασμός γιατί: εκεί που είσαι ήμουν και εδώ που είμαι θα έρθεις



Κάποτε ήμουν στήριγμα , τώρα είμαι βάρος

Κάποτε έτρεχα για όλους, τώρα αδιαφορούν

Κάποτε περίμενα την οικογένεια να φάμε μαζί.

Τώρα με βάζουν σε μια γωνιά να φάω μόνη μου.

Άραγε θυμούνται πως υπάρχω;

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Σικέ παιχνίδι...



Μουσική : Χρήστος Ιακώβου 
Στίχοι :Νίκος Ορφανίδης
Ερμηνευτης: Στέλλα Στυλιανού

 Μες στης σιωπής την μοναξιά. 
και η χαρά μου μια πρωταπριλιά,
 βαρύ φορτίο είναι μου θαμπό 
και που να ψάξω όνειρο να μπω.

 Σικέ παιχνίδι η ζωή 
κι εμείς μικροί, θνητοί ,περαστικοί 
κουπιά σπασμένα στον νοτιά πανιά 
σκισμένα στην καταχνιά.

Φτηνές αγάπες της στιγμής 
στο γιουσουρούμ θα βρεις μισοτιμής. 
Κορμιά σπασμένα και νεκρά
 για να ξεχάσεις ότι σε πονά.

 Σικέ παιχνίδι η ζωή
 κι εμείς μικροί, θνητοί ,περαστικοί
 κουπιά σπασμένα στον νοτιά
 πανιά σκισμένα στην καταχνιά.

Νίκος Ορφανίδης

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Αρχόντισσα της καρδιάς μας...

 

Αρχόντισσα της καρδιάς μας...
από την
Λουκία Μεταξά Αρμόδωρου

Αρχόντισσα ήσουν για εμάς
τώρα κοιτάς από ψηλά
πρέπει να βλέπεις σιωπηλά
τον πόνο που άφησες σε μας..

Καθόσουν στο μπαλκόνι σου
και αγνάντευες τα πλοία
μέρα και νύχτα ευχόσουνα
να έχουν καλή πορεία...

Βαθιές ρυτίδες χάραζαν
το κουρασμένο πρόσωπο σου
πάντα περίμενες να δεις
και κάποιονε δικό σου.

Ποτέ σου δεν εζήτησες
τίποτα από κανέναν
μόνο αγάπη ήξερες
να δίνεις στον καθένα....

Το φως σκορπούσες γύρω μας
αγάπη απ' την ψυχή σου
σκοτείνιασαν όλα γύρω μας
στην αποχώρηση σου.

Βαρύς ο πόνος της ψυχής
εύκολα δεν περνάει
είναι πόνος αγιάτρευτος
και πάντα θα πονάει..

Πως να μπορέσω να δεχτώ
πως έφυγες μακριά μου
πως να μπορέσω να διαχειριστώ
τον πόνο της καρδιάς μου;

Τύψεις πολλές με πνιγούνε
που δεν ήμουνα κοντά σου
να πέσω στην αγκάλη σου
και να σου πω
εδώ είμαι μανούλα μου
εδώ είμαι κοντά σου..

Λουκία Μεταξά Αρμόδωρου

Σχόλιο από Skouliki
Πολλοί άνθρωποι στην θλίψη τους εκφράζονται ποιητικά, έτσι και η καλή μου φίλη Λουκία , μπροστά στην απώλεια της μάνα της σκάρωσε αυτό το υπέροχο ποίημα καρδιάς. Ευχαριστώ πολύ καλή μου φίλη για την άδεια να φιλοξενήσω εδώ αυτό το ποίημα σου, το αποτέλεσμα της πονεμένης σου καρδιάς.
Ο θεός να αναπαύσει την ψυχούλα της μητέρας σου 

Θυμάμαι τότε ,,,, από την Γιώτα ξένου

Skouliki:
Μια κατάθεση ψυχής από την ξενιτεμένη φίλη μου Γιώτα Ξένου με θέμα την Γερμανική κατοχή στην Ελλάδα....
Μην κουραστείς να το διαβασεις, ειναι μια μόνο περιγραφή την βιαιοτήτων των Γερμανών στην χώρα μας! 
         
Αυτο το ποίημα Ίσως να βαρεθείτε να το διαβάσετε ειναι λίγο μεγάλο ,
Ομως ειναι μια ιστορία, ,μου την διηγήθηκε μια χαριτωμένη γιαγιούλα σε ενα γηροκομείο ,προσπαθώντας να μου
εξηγήςει λίγα από εκείνα που της είχαν απομείνει στη μνήμη από το 1940 ,,την άκουσα και από τα λιγα λόγια που μου ειπε Κλαίγοντας,έβγαλα τα Συμπεράσματα μου γράφοντας αυτο το ποίημα ,,
Στο ορφανοτροφείο παντρεύτηκε ενα από τα παιδιά που διώχτηκαν και Κακοποίησαν οι φίλοι μας οι Γερμανοί ,,,
Ακόμα όμως δεν Βαρέθηκαν να μας χτυπούν !!! και εμεις σιωπηλοί Δίχως να αντιδρούμε περιμένουμε την απόφαση που έχουν πάρει,,,,, Δηλαδή την χαριστική βολή,,,,,,

Θυμάμαι τότε ,,,,,,,,

Άρχισε η σειρήνα να ουρλιάζει
Και παντζούρια έχουν κλείσει από νωρίς,
Ειναι η φοβέρα απλωμένη στο σκοτάδι
Και μες το σπίτι δεν υπάρχει πια θα κάνεις,

Έξω η μπότα του εχθρού κυκλοφοράει
Κσι δεν το αφήνει το παιδί να κοιμηθεί,
Κλείνει τα μάτια από φόβο και ρωτάει
Μανα για πες μου τι συμβαίνει στην αυλή;;

Μάνα για πες μου γιατί καίγονται τα σπίτια ,
Γιατι ο πατέρας μου δεν φάνηκε ακόμα;
Γιατι εσυ δεν μου μιλάς
Και αίμα τρεχει από το ωραίο σου το στόμα;;,

Μανα για πες μου !! τωρα που έφυγες και συ,
Που να να κρυφτώ που να κουρνιάσω
Αφού δεν θα 'χω άλλο πια,
Το αγαπημένο σου το χέρι, πια να πιάσω ,

Κρύβομαι κάτω από το κρεβάτι το δικό σου
Εκει που κάποτε κρυβόμουνα να παίξω,
Κρατιέμαι από την κουβέρτα την Φλοκάτη
Και ξέρω πως με δάκρυα θα την βρεξω ,,

Κοιτάζω το τραπέζι και θυμάμαι
Μια οικογένεια να κάνει το σταυρό της,
Που μεσα την Φτωχή μου την καρδούλα
θαμένο ειναι το ωραίο όνειρο της ,

Μανα δεν ξερω που να πάω, πώς να φύγω;
Το παγωμένο σου το σώμα με φοβίζει,
Προσπάθησα να ακούσω τη καρδια σου ,
Μα η φοβισμένη σου ψυχή πια δεν γυρίζει,

Πιάνο τα χείλη σου δεν Θέλουν να μιλήσουν
Για να μου πουν, πόσο πολύ με αγαπούν,
Άδικα μάνα περιμένω να ξυπνήσεις
Τι κρίμα που δεν εχουνε τραγούδια να μου πουν ,,,

Παίρνω μια κούκλα που μου αγόρασες θυμάμαι
και την κρατώ με φόβο, μες την αγκαλιά μου ,
Αλλά εκείνη δεν δακρύζει σαν κι εμένα
Σκουπίζει όμως τα πικρά το δάκρυα μου,

Κοιτάζω έξω μήπως δω κανένα φίλο
Να του μιλήσω, να ρωτήσω! τι συμβαίνει,
Μα βλεπω άγνωστους εχθρούς ,
Στην Πόρτα της Αυλής μας την σπασμένη,,

Σκέπτομαι έξω για να βγώ ,να τους παρακαλέσω,
Θελω να φύγω να σωθώ, με δύναμη να τρέξω,
Mα η καρδιά στα στήθια μου τρέχει με αγωνία,
Ώσπου μ´αφήνει η λογική τα χείλη μου φωνάζουν,
Και δυο μάτια ξαφνικά, Βλέπω να με κοιτάζουν,

Ειναι τα μάτια του εχθρού,
Σαν κάρβουνα αναμμένα
Δίχως να ξέρω το γιατί
Κοιτούσαν θυμωμένα,

Ενιωσα χέρι δυνατό
Απάνω στο κορμί μου
Σαν να μου Κόβαν ξαφνηκα
Την παιδική ψυχή μου,

Τον κοιτάζα με απόγνωση
Πόνο και ικεσία,
Εκείνος τότε άρχισε
Να με χτυπά με βία ,,

Οταν συνήλθα Αργότερα
Βρέθηκα σε ενα τρένο,
Νόμιζα πως σταμάτησε
Της μνήμης μου το φρένο,

Μεσα στο τραίνο αντίκρυσα ,
Και αλλα παιδιά θλιμμένα,
Ολα τους με κοιτούσανε
Με μάτια δακρυσμένα,

Σύρθηκα δίπλα τους και εγώ
Τους έπιασα το χέρι,
Ενα από εκείνα τα παιδιά
Μου ειπε πως με ξέρει ,

Δεν Γνώρισα πιο ήτανε
Γιατι ήταν ματωμένο ,
Έκλαιγε με αναστεναγμό,
Βαριά τραυματισμένο,

Εκλαιγε και φοβότανε,
Το χέρι μου κρατούσε
Και κάπου κάπου γύριζε
Και μου χαμογελούσε ,,

Αγκαλιαστήκαμε τα δύο
Με φόβο και γωνία
Μιλούσαμε για το άδικο
Αυτής της κοινωνίας,

Οπως το τρένο έτρεχε
Με λύσσα και μανία,
Κλαίγαμε για το άδικο
Το φθόνο και τη βία ,,

Με ρώτησε για να του πω
Που τάχα μας πηγαίνουν;
Μα της ορφάνιας τα παιδιά
Την μοίρα τους την ξέρουν ,

Εμεις θα μεγαλώσουμε
Σε ορφανοτροφείο
Αυτό θα είναι η μάνα μας,
Το σπίτι το σχολείο,

Εκει με τα άλλα τα παιδιά,
Θα κλαίμε κάθε μέρα,
Γιατί δεν θα 'χουμε στοργή
Μανουλα και πατέρα,

Γιώτα ξένου ,,

Μου είχε πει η γιαγιά πως είχαν παρει οι Γερμανοί τον πατέρα της εκείνο το βράδυ,
Και είχαν Σκοτώσει πριν φύγουν τη μάνα της,,ήταν μόνο επτά ετών ,, Κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι,,,

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Λαέ μου γιατί πάγωσες από την ξενιτεμένη φίλη μου Γιώτα ξένου

Μια κατάθεση ψυχής από την ξενιτεμένη φίλη μου Γιώτα ξένου, το παραθέτω ακριβώς όπως το δημοσίευσε στο FB με σκοπό να παροτρύνει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες να μην φεύγουν από την Ελλάδα, αλλά και οι ξενιτεμένοι να επιστρέψουν πίσω...

Σας στέλνω το λόγο της ψυχής μου , μη το διαβάσετε σαν ποίημα .
Να τον διαβάσετε σαν Μοιρολόι Βγαλμένο μέσα από την καρδιά μου , εχω φυγή από την πατρίδα μας πάνω από 40 χρόνια, σας Άφησα εκεί την ψυχή μου, Αυτή δεν μετανάστευσε πότε , Το σώμα μου όμως είχε πολλά εμπόδια και δεν τα κατάφερε να γυρίσει, ένα σώμα Κουρασμένο από τις ξενιτιάς τα Άγρια μονοπάτια,
Γι' αυτό και θα πω !!!!!!!!!!!! 
Εσείς που φύγετε τώρα ,πριν κάνετε οικογένειες πηγαίνετε να χτίσετε τη φωλιά σας στην πατρίδα μας!!!!!!!
 Όχι μη την χτίσετε τη φωλιά σας σε ξένους τόπους γιατί θα είναι πολύ δύσκολο να Γυρίσετε...
Γιατι μια μερα οταν τα χρονια περάσουν δεν θα Υπάρχει γυρισμός,,,,
Μένουμε Ελλάδα, γυρίζουμε στην Ελλάδα, ζούμε για την Ελλάδα , αγωνιζόμαστε για την Ελλάδα.
Αν χρειαστεί πρέπει να πεθαίνουμε και για την Ελλάδα!!!!!!!

Λαέ μου γιατί πάγωσες

Λαέ μου γιατί πάγωσες
Γιατι πονά η ψυχή σου ,
Που ειναι εκείνη η δύναμη
Που είχες στη ζωη σου ,

Γιατι Άφησες τους Άδικους
Να σε Πυροβολούνε
Και με ενα βλεμα εχθρικό
Έτσι να σε Κοιτούνε ,

Γιατι δεν σήκωσες κορμί
Που´ναι το ανάστημα σου,
Γιατι άφησες και σκότωσαν
Ελπίδες και όνειρα σου ,

Λαε μου γιατι άφησες ,
Τη γη σου να μαυρίσουν ,
Η δύναμη πού´χε η ψυχή
Να στην υποτιμήσουν ,,

Γιατι δεν πήρες το σπαθί
Που φύλαγε η καρδια σου ,
Να προστατέψεις στη ζωη
Πατρίδα και παιδιά σου ,,

Δεν σκέφτηκες τους ήρωες ,
Που είχανε ματώσει ,
Για την δίκη σου Ελευθέρια
Τα νιάτα τους σκοτώσει ,

Γιατι Λαε μου Όμορφε
Το δακρυ σου Κυλάει ,
Γιατι το στόμα σφράγισε
Δεν θέλει να Μιλάει,,

Γιατι Λαε μου δεν ξυπνάς ,
Τον ήλιο ν´ Αντικρίσεις,
Παρ´την Σημαία σου αγκαλιά
Στους δρόμους να γυρησεις ,

Να φοβηθούνε οι εχθροί
Να τρέξουν να Κρυφτούνε ,
Και τη ψυχή του έλληνα
Μπρός τους ,να ξαναδούνε ,,

Εσυ λαε μου εχεις ψυχή ,
Τη δόξα σου Λυπήσου
Το χώμα σου το άγιο
Ειναι η δύναμη σου ,

Οι ρίζες σου Αντέχουνε
Αρκεί να της Ποτίσεις,
Κί´αν άλλοι της Πολιορκούν
Πίσω να τις γυρίσεις,

Ξύπνα και κοίτα γύρω σου
Τις ομορφιές που έχεις
Ξυπνά λαε μου να Χαρείς
Εσύ τον πόνο αντέχεις,,

Εσύ γεννήθηκες αετός ,
Στα ύψη να γυρίζεις,
Πάνω στο Ολύμπου την κορφή
Εκεί φωλιές να χτίζεις,,,

Γιώτα ξένου

25 Οκτωβρίου :Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου του Μαστού


Η σημερινή ημέρα είναι αφιερωμένη στην πρόληψη, στη σωστή ενημέρωση και στην ευαισθητοποίηση. Υπολογίζεται ότι 1 στις 8 γυναίκες παγκοσμίως θα εκδηλώσει καρκίνο του μαστού σε κάποια φάση της ζωής της. Παρά τη συχνότητά του, εάν διαγνωστεί έγκαιρα, μπορεί να θεραπευτεί. 
Γι’ αυτό και η ενημέρωση είναι απαραίτητη...
Η έγκαιρη διάγνωση επιτυγχάνεται με την αυτοεξέταση, τη μαστογραφία και την κλινική εξέταση από ειδικό γιατρό.
Η νίκη της μάχης κατά του καρκίνου του μαστού μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ιατρική έρευνα, την ενημέρωση και κυρίως την πρόληψη.
 Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πρόληψη σώζει ζωές! Το οφείλουμε στον εαυτό μας…
     

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Αγορασμένη αγάπη



Αγορασμένη αγάπη

Αγορασμένες μου αγάπες
στην ψυχή μου κάναν στάμπες
με πληγώσανε οικτρά
για μιας απόλαυσης νυχτιά

Συχνά πουλιέται μια ψυχή
όταν η μοναξιά την κυριαρχεί
και ψάχνει τον έρωτα να βρει
αγορασμένη από σάρκας λαϊκή

Με τα λεφτά δεν αποκτάς
όσα στην καρδιά σου λαχταράς
νομίζεις όμορφα ότι περνάς
μα το κενό σου το αφήνουν να πονάς

Αγορασμένες μου αγάπες
πληρωμένες αυταπάτες
ξεγελάω το κορμί μου
τάχα πως είσαι δική μου

Skouliki

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Το βλέμμα σου το παγερό


Το βλέμμα σου το παγερό

Αυτό το βλέμμα σου το παγερό
να με κοιτάζει δεν μπορώ,
πως να σε αντικρίσω φιλικά
μέσα από αυτή σου τη μάτια;

Γιατί η ματιά σου η ζεστή
έριξε πάγο και σιωπή
άραγε τι σου χει συμβεί
κι ήρθε αυτή η ανατροπή;

Είμαι η αιτία τωρα εγώ
που έγινε τώρα τόσο ψυχρό
κι αντί για βλέμμα φιλικό
να με αντικρίζεις σαν εχθρό

Στο παγωμένο βλέμμα σου
πεθαίνει κάθε ψέμα σου
πως κάτι ένιωθες για μας
αλήθεια ειναι πως δε με αγαπάς

Και συνεχίζω να κοιτώ
στα μάτια σου ψάχνω να βρω
μια ηλιαχτίδα από παλιά
σαν αυτή που είχα αγκαλιά...

Skouliki

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Η σκιά της φωνής σου


Η σκιά της φωνής σου

Όταν το τηλέφωνο χτυπά
από την δική σου την μεριά
τα καρδιοχτύπια μου πολλά
από μια αγάπη που δεν γερνά

Ένα σου μήνυμα χαρά
μου φέρνει μόνο στην καρδιά
δεν έπαψα μάθε πότε
να σε αγαπώ δικέ μου θησαυρέ

Μα ακούω την φωνή σου
ακόμα κι όταν δεν είμαι μαζί σου
παντού η σκιά της με ακολουθεί
αλλά σε τίποτα δεν φταις εσύ

Είναι η σκιά από μια φωνή
που στα αυτιά τώρα ηχεί
από μια αγάπη περασμένη
αλλά ποτέ της ξεχασμένη!
Skouliki

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Οι πραγματικοί έρωτες δεν κοιμήθηκαν ποτέ σε άλλες αγκαλιές

   

Λένε πως οι μεγάλοι έρωτες χωρίζουν για σοβαρούς λόγους και πως η ζωή δεν τους θέλει πραγματικά μαζί. Κάποιοι άλλοι λένε, πως χωρίζονται και κοιμούνται σε ξένες αγκαλιές αλλά παράλληλα νοσταλγούν την παλιά αγάπη. Πουστιές τους έπαιξε η μοίρα αλλά τόσο θεοί, όσο και δαίμονες συνωμότησαν, για να μην είναι τώρα πια μαζί.
Μαλακίες!
Οι πραγματικοί έρωτες δεν κοιμήθηκαν ποτέ σε ξένες αγκαλιές. Δεν πρόδωσαν ποτέ τον σύντροφο τους, ακόμα κι όταν τʾ έσπασαν για λίγο. Ποτέ δεν πίστεψαν στο πεπρωμένο και πάντα έπαιρναν ευθύνη για τις πράξεις τους.
Οι πραγματικοί έρωτες τσακώνονται για βλακείες και μένουν χώρια για λίγο, κυρίως λόγω ξεροκεφαλιάς. Γιατί τέτοια παιχνίδια κυριαρχίας, θέλουν δυνατούς παίχτες. Ανθρώπους που δεν μασούν τα λόγια τους και που θα πουν αυτό που σκέφτονται, ακόμα κι αν πληγώσουν τον άλλον.
Άνθρωποι δυνατοί κι επιτυχημένοι, συνήθως, που ξέρουν τι ζητάνε, μόνο που καμιά φορά μπερδεύονται και διεκδικούν αυτό που θέλουν από το σύντροφό τους με λάθος τρόπο. Κάποιες φορές πιστεύουν, πως μιλούν σε υπάλληλο και πως αυτό που λένε, είναι και το απόλυτα σωστό. Έτσι καταφέρνουν να τσακώνονται για μικροπράγματα, που θεωρούν σοβαρά αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι.
Μπορούν να λογοφέρουν για το τελειωμένο αφρόλουτρο στο μπάνιο. Για την ακαταστασία στο δωμάτιο ή για την ώρα που ξυπνάει και κοιμάται ο άλλος. Μπορούν να σηκώσουν τη γειτονιά στο πόδι, μες στα χαράματα, επειδή ο ένας απʾ τους δυο έφαγε το τελευταίο κομμάτι σουφλέ σοκολάτας-που είχε ξεμείνει στο ταψί- και νʾ ανταλλάξουν βαριές κουβέντες μεταξύ τους.
Θα το φτάσουν στʾ άκρα απειλώντας με χωρισμό, χωρίς όμως πραγματικά να το εννοούν. Ίσως και να κάνουν μέρες να μιλήσουν στο τηλέφωνο. Οι φίλοι το μαθαίνουν και ταράσσονται, βάζοντας στο νου τους τα χειρότερα. Ρωτούν αν παίχτηκε κέρατο κι αυτοί απαντούν καθησυχαστικά «καμία σχέση».
Συνήθως η καλύτερη απάντηση που δίνεται στους φίλους είναι το «ε να, για μαλακίες μωρέ».
Πραγματικά οι λόγοι είναι γελοίοι. Κανένα ζευγάρι που καψουρεύτηκε κι αγαπήθηκε στʾ αλήθεια, δε χώρισε ποτέ για σοβαρούς λόγους. Γιατί στα δύσκολα ο ένας ήταν πάντα εκεί, να στηρίζει τον άλλον. Κανένα ζευγάρι που ερωτεύτηκε παράφορα δεν έβαλε τίτλους τέλους, όταν συνάντησε αναποδιές.
Πεισματάρηδες κι οι δυο τους τα καταφέρνουν κόντρα σʾ ό,τι κι αν συναντήσουν. Εξίσου πεισματάρηδες και ξεροκέφαλοι, όμως, που μπορούν να πνιγούν σε μια κουταλιά νερό. Περιμένουν απʾ τον σύντροφό τους να κάνει το πρώτο βήμα, γιατί τις περισσότερες φορές νιώθουν αμήχανα και δεν έχουν τι να πουν. Έτσι κρατούν αρνητική στάση, ενώ κατά βάθος καίγονται να τα ξαναβρούν.
Είναι θέμα κακής διαχείρισης λόγου. Όσο καλά κι αν γράφουν, όσο ορθά κι αν σκέφτονται σʾ άλλους τομείς. Μπροστά σʾ αυτόν τον έναν και μοναδικό άνθρωπο δεν έχουν λόγια να πουν κι αν έχουν, σίγουρα δεν τα εκφράζουν σωστά.
Γιʾ αυτό ποτέ δεν τα βρίσκουν με τις λέξεις. Απλά ο ένας ορμάει στον άλλον και του κλείνει το στόμα μʾ ένα φιλί. Τον τραβάει πάνω του και τον αγκαλιάζει, όσο πιο σφιχτά μπορεί, ψιθυρίζοντάς του «ξεκόλλα επιτέλους». Έπειτα θα ηρεμήσουν και θʾ αρχίσουν να λένε, πόσο λάθος είχαν και πόσο χαζά συμπεριφέρθηκαν. Θα ξενυχτήσουν μιλώντας για θέματα που τους απασχολούν και θα κοιμηθούν χαράματα.
Δεν υπάρχουν καταραμένα, καρμικά ζευγάρια. Αυτά είναι παπαριές που εφηύραν φυγόπονοι, για να κατηγορούν οτιδήποτε άλλο, εκτός βέβαια απʾ τους ίδιους τους εαυτούς τους. Οι πραγματικοί μεγάλοι έρωτες κλείνουν τα προβλήματα στο σπίτι. Δεν τα συζητούν μʾ άσχετους και δε δίνουν δικαίωμα σε κανέναν, να πει κακιά κουβέντα για το ταίρι τους. Ό,τι κι αν γίνει.
Θα αφήσουν ελάχιστους να μάθουν τι πραγματικά συμβαίνει και δε θα βγουν παρέα με τη χορωδία του δήμου, να διατυμπανίσουν τα προβλήματα τους, γιατί δεν έχουν μάθει να τους λυπούνται.
Διαπληκτίζονται εύκολα και τα βρίσκουν μεταξύ τους δύσκολα. Όμως κάθε φορά που γίνεται αυτό, δένονται όλο και πιο πολύ, γιατί λύνουν τα θέματά τους ένα προς ένα και δεν τʾ αφήνουν να μαζεύονται.
Τα ζευγάρια αυτά υπάρχουν ανάμεσα μας και σου επιτρέπουν να δεις μόνο την καλή πλευρά της σχέσης τους. Κάθε καβγάς είναι γι’ αυτούς ένα οριστικό τέλος και κάθε συμφιλίωση μία ακόμα πιο δυνατή αρχή. Μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να λένε πως αγαπάνε. Μπορεί να χωρίζουν για μαλακίες, όμως βαθιά μέσα τους γνωρίζουν, πως θα τα ξαναβρούν.
Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να τη βγάλουν με ταινίες του Ξανθόπουλου και της Μάρθας Βούρτση. Να κλαίγονται και να πονούν για πρώην, μιας και δεν είχαν τʾ αρχίδια να τους διεκδικήσουν.
Μια φράση μόνο γιʾ εσάς. Καλά να πάθετε.

Συντάκτης: Γιάννης Καλαμπούκας

πηγη: http://www.pillowfights.gr/alitheia-i-tharros/

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Η μουσική παράσταση " ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ... ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ 1922- 2005" στην Ζάκυνθο!

" ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ... ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ 1922- 2005"
ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ   ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΤΟ ΟΜΟΤΙΤΛΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ 17η ΣΥΝΕΧΗ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΘΑ ΛΑΒΕΙ ΧΩΡΑ ΜΕ ΕΙΣΟΔΟ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ "ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ" ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΟΥ ΣΤΙΣ 7.30 Μ.Μ 

Μερικά  άπω τα λόγια της  δημιουργού ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ για το μουσικό αυτό αφιέρωμα:
Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του βιβλίου μου με το τίτλο " Από το ημερολόγιό μου... Γρηγόρης Μπιθικωτσης 1922- 2005" για τις δράσεις και τους σκοπούς του Συλλόγου Ζακύνθου "Το όνειρο του παιδιού" τη Κυριακή 22 Νοεμβρίου στο πολιτιστικό Κέντρο Σαρακινάδου στις 7.30 μ.μ, θα ταξιδέψω μέσα απο τις αφηγήσεις μου νοητά το Ζακυνθινό κοινό,μνήμη τη μνήμη, τραγούδι το τραγούδι, στη ζωή και το έργο του ακριβού μου πατέρα Γρηγόρη,του μύθου Μπιθικωτση έτσι όπως τη βίωσα, μου την αφηγήθηκε ο ίδιος και τη κατέγραψα στο ημερολόγιο μου που έγινε βιβλίο και κυκλοφόρησε το 2006 από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΆ ΓΡΆΜΜΑΤΑ αποτελώντας πνευματικό μου έργο. Ο σκοπός ιερός. Η είσοδος ελεύθερη και το ευχαριστώ μου μεγάλο στον πρόεδρο του Συλλόγου υπέροχο ερμηνευτή και μαέστρο Δημήτρη Κάνδηλα ,τα εξαίρετα μέλη του Συλλόγου, τους διακεκριμένους μουσικούς και την εξαίρετη χορωδία "Το όνειρο του παιδιού" που φιλικά θα συμμετέχουν μαζί με τους καταξιωμένους συνεργάτες μου, τον ερμηνευτή Σωτήρη Δογάνη στο τραγούδι και την Κατερίνα Μεγάλου στο τραγούδι και στο πιάνο . Ευχαριστώ ολοθερμα όλους τους ευγενικούς υποστηρικτές της μουσικής μου παράστασης που για 17η χρονιά παρουσιάζω με μεγάλη επιτυχία σε Ελλάδα και εξωτερικό έχοντας ξεπεράσει τις 500 και πλέον παραστάσεις. Τέλος κι αρχή η μνήμη εδώ δεν έχει.!
ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ




ΑΝΝΑ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ- ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΑΞΕΧΑΣΤΟΥ SER ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ....

Μαρία Ιστορία έκτη: από την Αγγελική Δ. Παπασταύρου

Γι α να δείτε την Πρώτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Δεύτερη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Τρίτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Τέταρτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Πέμπτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
   
Έργο του Martin Hudáček,
Μαρία Ιστορία έκτη
Με λένε Μαρία … και όπως μου αρέσει να μου λένε όλοι είμαι μεγάλη και όχι μωρό.
Μου είπε η μαμά μου σήμερα ότι θα μου μάθει να λέω που μένω ώστε αν ξαναχαθώ να μπορώ να το πω και να με βρούνε πιο εύκολα αν και δεν θέλω να ξανανιώσω το φόβο αυτόν, αλλά όπως είπε και ο παππούλης μου, τελικά είμαι ακόμη μωρό.
Μου έμαθε η μαμά μου σήμερα πως με λένε Μαρία και είμαι τεσσάρων , σε μερικούς μήνες βέβαια μου είπε, δεν ξέρω πόσο είναι αυτό αλλά είμαι σίγουρη πως θα μου πουν, γιατί τότε θα μου κάνουν αυτό που λένε πάρτι γενεθλίων με μια μεγάλη τούρτα και κεριά για να τα κάνω φου φου και να τα σβήσω, το ξέρω , το θυμάμαι και μου άρεσε πολύ.
Μου είπε επίσης ότι αν τύχει και ξαναχαθώ να προσπαθήσω να βρω μια καλή κυρία να της τα πω και πως μένω εδώ στο σπίτι μου στην Μελάς οδό,στον αριθμό 14, στον Κορυδαλλό. Τα είπαμε πολλές φορές για να τα θυμάμαι,αχρείαστα να είναι μου είπε και μου είπε πως πολύ με αγαπά και μου έφτιαξε και κέικ σοκολάτας η γιαγιά και έκλαιγε με λυγμούς ο μπαμπάς στο μπάνιο μα είπε πως πλένονταν και δεν ήταν δάκρυα αυτά αλλά τελικά δεν είμαι και τόσο μωρό.
Το βράδυ με έβαλε η μαμά μου για ύπνο, με πήρε αγκαλιά και μου είπε γλυκά πόσο πολύ με αγαπά και πόσο πολύ φοβήθηκε σήμερα που με έχασε για λίγο αλλά δεν με μάλωσε πολύ όπως περίμενα . Τελικά είναι πολύ καλή η μαμά μου και την στεναχώρησα σήμερα δεν το ήθελα όμως ήταν τελείως τυχαίο, είμαι μεγάλη και καλό παιδί.
Μετά ήρθε ο μπαμπάς μου και με φίλησε για καληνύχτα και η γιαγιά με τον παππού με κοίταξαν με τα μεγάλα κατακόκκινα μάτια τους και με χάιδεψαν γλυκά . Τότε δεν ξέρω γιατί αλλά υποσχέθηκα όπως κάνουν οι μεγάλοι,ότι δεν θα το ξανακάνω και χάρηκαν πολύ.
Το φως μου σβήσανε και έμεινα μόνη μου να σκέφτομαι το σοκ της σημερινής μέρας που στα αλήθεια δεν θέλω να ξανά συμβεί. Μικρό παιδάκι είμαι και εγώ και φοβήθηκα πάρα πολύ, μα δεν ήθελα να τους το πω να μην τους στεναχωρήσω ακόμη πιο πολύ,άλλωστε εγώ έφταιγα και όχι αυτοί.
Είχαμε πάει το πρωί στο μεγάλο εμπορικό κατάστημα στην μεγάλη την πόλη εκεί που τόσο μου αρέσει να παίζω και στην μαμά μου τόσο της αρέσει να πιάνει τα πράγματα εκεί και μετά να διαλέγει πιο θα αγοράσει.
Εμένα μου αρέσει στον πρώτο τον όροφο που έχει τα παιχνίδια που βλέπω στην τηλεόραση και τα βιβλία και τα CD με των ζουζουνιών την μουσική.
Μόλις περάσουμε από κει στους υπόλοιπους ορόφους η μαμά μου κάνει σαν μικρή , όλα θέλει να τα δει και για όλα με χαρά κάτι καλό έχει να πει, όμως εγώ βαριέμαι εκεί πολύ.
Έτσι τις κυλιόμενες κατέβηκα για να πάω στα παιχνίδια μιας και η μαμά μου κουβέντιαζε με τον πωλητή για ένα μεγάλο που ήθελε να πάρει καφέ χαλί.
Στον κάτω όροφο ήθελα να πάω να παίξω με τα παιχνίδια που ήταν μπόλικα χύμα εκεί για δοκιμή. Όμως αν πήγαινα και λίγο παρακάτω δεν θα ήταν και τόσο κακό να κάνω έναν όροφο μετά παραπάνω για να ανέβω με τις κυλιόμενες σκάλες που μου άρεσαν πολύ για παιχνίδι.
Βγήκα έτσι στην καφετέρια και μου μύρισε το ζεστό το κέικ της σοκολάτας που τόσο νόστιμο φαινόταν ακριβώς ίδιο με την γιαγιάς μου και η κοιλίτσα μου γουργούριζε πολύ.
Είχα χρήματα από τα ρέστα που πήρα το πρωί από τα εισιτήρια του λεωφορείο που μου τα έδωσε η μαμά γιατί το λεωφορείο έφευγε και δεν προλάβαινε να ανοίξει την μεγάλη τσάντα και μετά το μικρό τσαντάκι που βάζει τα ψιλά. Στην τσέπη μου τα έβαλε και μου είπε πως είμαι μεγάλη και μπορώ να τα φυλάξω για να πάρουμε κάτι νόστιμο να φάμε μετά.
Τώρα όμως εγώ ήθελα να φάω το κέικ έτσι πήγα στην καλή κυρίαπου το μαγείρεψε και της ζήτησα ένα κομμάτι .
Με κοίταξε καλά και με ρώτησε που είναι η μαμά μου και αν έχω λεφτά.
Έχω της είπα, η μαμά μου τα έδωσε γιατί είμαι μεγάλη τώρα και πρέπει να πάρω αυτή την λιχουδιά. Σκεπτική ήταν για λίγο, το βλέμμα της με τρόμαξε δεν ήθελε να μου δώσει το γλυκό, όμως είχε πολύ κόσμο που περίμενε και έτσι μου το έδωσε το κέικ και πήρε τα λεφτά μου.
Στο καρεκλάκι δυσκολεύτηκα να κάτσω όμως το έβαλα πείσμα και ήθελα πολύ να φάω το γλυκό μου και τα κατάφερα να ανέβω και τώρα σαν μεγάλη το κέικ μου τρώω.
Σκεφτόμουνα πως θα πάω στην μαμά μου σε λίγο και θα τις πως τι έκανα και με καμάρι θα με αγκαλιάσει και θα πει και στον παππού να μη με ξαναπεί μωρό.
Να μη ξεχάσω να της πω και τι παιχνίδι θα ήθελα να μου πάρει στα γενέθλιά μου και τα Χριστούγεννα και στην γιορτή μου αλλά και το Πάσχα έτσι γιατί είναι ευτυχώς πολλές οι γιορτές που μας παίρνουν δώρα και μου αρέσει πολύ.
Με αυτές τις σκέψεις η ώρα πέρασε και νύσταξα.
Έπρεπε να πάω στον όροφο πάνω από τον πρώτο που ήταν τα παιχνίδια να βρω την μαμά που ήθελε να αγοράσει αυτό το καφέ χαλί να φύγουμε γιατί κουράστηκα πήγε μεσημέρι και θα μας περιμένει η γιαγιάκα μου η καλή.
Στις κυλιόμενες τις σκάλες πήγα μα αυτές μόνο κατέβαιναν που να ήταν αυτές που ανέβαιναν ; Έψαξα πολύ όλο το μαγαζί μα δεν τις έβλεπα και έτσι ρώτησα ένα μεγαλύτερο παιδί που μου είπε πως πρέπει να βγω έξω από το μαγαζί και μετά να πάω στο δίπλα το στενό και να μπω από την άλλη πόρτα για να ξανά ανέβω στο πάνω το μαγαζί με τα παιχνίδια.
Τον ευχαρίστησα απορημένη, μα δεν κατάλαβε πως ήμουνα μόνο ένα μωρό και μου ήταν δύσκολο όλο το δρομολόγιο αυτό;
Την εξώπορτα πέρασα και στον μεγάλο δρόμο βρέθηκα , κόσμος πολύς πάνω κάτω πήγαινε και πολλά αυτοκίνητα και λεωφορεία και εγώ μόνη εκεί στην γωνία.
Μα τι μου είπε το μεγάλο το παιδί , δεν θυμόμουν ακριβώς όμως κάτι για το δίπλα το στενό μα να ήταν άραγε αυτό το σωστό ;
Τώρα φοβόμουνα πάρα πολύ, άλλο με την μαμά και άλλο μόνη μέσα στην τόση φασαρία και στον ξένο κόσμο που βιαστικός τρέχει πέρα δώθε.
Στην αρχή ο φόβος με έκανε να μη μπορώ ούτε να κουνηθώ, μετά όμως ένα δάκρυ άρχισε να με γαργαλάει στο μάγουλο και μετά άλλο και άλλο …. Δεν μπορούσα να δω από τα δάκρυα και φοβόμουνα πολύ στο τοίχο πίσω μου κόλλησα την πλάτη και περίμενα, δεν ξέρω τι.
Η κυρία η καλή που μου έδωσε το κέικ από το μαγαζί περνάει μπροστά μου βιαστική. Την πιάνω δειλά μετο χέρι μου και ευτυχώς με βλέπει, τρομάζει που μόνη μου είμαι κει και με παίρνει αγκαλιά και γρήγορα με ξαναβάζει μέσα στο μαγαζί.
Με ρωτάει γλυκά πως με λένε, που είναι η μαμά, πως βρέθηκα εκεί.
Ξέρω μόνο να της πως πως με λένε Μαρία και η μαμά μου ψωνίζει ένα μεγάλο καφέ χαλί.
Μου δίνει μια πορτοκαλάδα και ένα ακόμη πιο μεγάλο κομμάτι κέικ και μάλιστα δεν μου ζήτησε λεφτά γιαυτά, στιγμή δεν με αφήνει από τα μάτια της και μετά από λίγο έρχεται η μαμά μου δακρυσμένη και σαστισμένη και με βουτάει στην αγκαλιά της και με φιλά.
Τι μου έκανες παιδάκι μου, τι, με ρωτάει, Δεν με νοιάζει που μέσα στο κλάμα της μου φωνάζει με νοιάζει μόνο που με έχει αγκαλιά και δεν θέλωνα βγω από κει, μόνο εκεί νοιώθω σιγουριά.
Ευχαρίστησε την καλή μαγείρισσα και εκείνη με φίλησε γλυκά και με αποχαιρέτησε.
Στο σπίτι η μαμά ο μπαμπάς ο παππούς και η γιαγιά είχαν συμβούλιο σήμερα το απόγευμα για τα καμώματά μου όπως μου είπαν και η απόφαση βγήκε να μου μάθουν καταρχήν πως δεν φεύγουμε ποτέ από το χέρι τους ή μακριά τους και πως πρέπει να ξέρω πως με λένε που μένω και το τηλέφωνό μας,
Ξέχασα μέσα στην σαστιμάρα μου απόψε να κάνω την προσευχήμου ,Χριστούλη μου σε παρακαλώ κάνε με γρήγορα μεγάλη, βοήθησέ με να μη ξανάξεχαστώ και χαθώ και να μη τους ξαναστεναχωρήσω αλλά προπάντων να μη ξανά φοβηθώ, η φίλη σου Μαρία.
Συγγραφέας
Αγγελική Δ. Παπασταύρου

ΣΧΟΛΙΑ
Σχόλιο 1ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου

" ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ."

Σχολιο 2ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου

ΚΑΠΟΤΕ ΕΓΡΑΦΑ . ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΟΥ ΠΗΡΕ ΒΡΑΒΕΙΟ . ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΧΑ ΟΝΕΙΡΟ ΝΑ ΕΚΔΟΣΩ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΧΑ ΒΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ "ΜΑΡΙΑ" (ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ) ΕΝΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΦΟΥ ΜΟΥ ΠΑΙΝΕΨΕ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ,ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΦΟΡΟ ΝΑ ΕΚΔΩΣΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝΤΕ ΠΛΕΟΝ ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑ ΜΟΥ ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΘΑΦΤΗΚΕ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ....

Σχόλιο Απο Skouliki:
Ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αγγελική Δ. Παπασταύρου που μου επέτρεψε να δημοσιεύσω μερικές από τις ιστορίες αυτές!

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Μαρία Ιστορία πέμπτη: από την Αγγελική Δ. Παπασταύρου

Γι α να δείτε την Πρώτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Δεύτερη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Τρίτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Τέταρτη  Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
   

  Μαρία Ιστορία πέμπτη
Με λένε Μαρία… δεν θυμάμαι όμως ηλικία, ούτε επίθετο, οδό και αριθμό.Στον κόσμο τούτο δεν ξέρω τι κάνω, που πάω, τι ζητάω.
Είμαι απλά η Μαρία και αυτό μου φαίνεται αρκετό.
Κοιτάζω τηλεόραση , το κουτί του διαβόλου , που πολλοί έτσι το χαρακτήρισαν με τις κεραίες του σαν κέρατα που στις ταράτσες των σπιτιών καλά κρατούν.
Νέα πολλά, νέα άσχημα με βομβαρδίζουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, νέα που με τρομοκρατούν, νέα που με καθηλώνουν και με υποτάσσουν στις ιδέες των ισχυρών, αυτών που με το ζόρι με βάζουν να θέλω όλο και πιο πολλά από τα υλικά αγαθά, που τι κι αν μου είναι άχρηστα, χρήσιμα μου τα δείχνουν.
Ο κόσμος όλος με ένα πάτημα του κουμπιού στο σαλόνι μου,πίσω από το γυαλί. Άλλος πεινάει , άλλος πονάει, άλλος γελάει, μα εγώ ακόμηεκεί.
Δεν αντέχω άλλο και θέλω να ξεφύγω , να ρίξω μια αληθινήματιά στην ζωή.
Την πόρτα μου επιτέλους ανοίγω , το σπίτι και την πολυθρόνα μου αφήνω, τον ήλιο ζητάω να δω, όπως έκανα κάποτε κάθε πρωινό.
Έτσι βγαίνω στον ήλιο να με λούσει η ζεστασιά του, μα δενκάνει μου λένε .
Τον ήλιο τον ευεργέτη τον χάλασαν και τώρα σκορπά τον τρόμο και δεν τον κοιτάνε κατάματα πια. Η σάρκα αρρωσταίνει από το χάδι του πια.Κρύβομαι στα ρούχα μου και αν και κατακαλόκαιρο μακρυμάνικο με ανάγκασαν να φορώ, με σκούφο και με γάντια μέσα από το μαύρο το πλαστικό ότι μπορώ να δω ,αλλιώς πρέπει να πάω πίσω σπίτι να του κρυφτώ.
Στον καθαρό αέρα επιθυμώ τώρα να βρεθώ να γεμίσω τα πνευμόνια μου , να αναζωογονηθώ. Απαγορεύεται μου λένε και αυτό. Διοξείδιο του άνθρακα πολύ που δεν είναι πια φυσιολογικό μου απαγορεύει να αναπνεύσω. Θαρρώ πως είδα κάποιον να πουλά το οξυγόνο με το κιλό. Στο κουτί του διαβόλου το εντόπισα και αυτό .
Νερό αποφάσισα να πιω καθάριο να τρέχει από την πηγή. Το θυμάμαι καλά αυτό , άφθονο, κρυστάλλινο και δροσερό σε κάθε γωνιά υπήρχε μια πηγή αργότερα της έβαλαν και βρύση. Όχι μου λένε απαγορεύεται και αυτό.Μολύνθηκε και βρώμισε, απέκτησε και οσμή και χρώμα. Άσε που λιγόστεψε μα υπάρχει μόνο καθαρό στο διαφανές το πλαστικό και το πληρώνεις αρκετά, στην τηλεόραση το έμαθα καλά και αυτό.
Λέω απλά να περπατήσω μόνη μου στον έξω κόσμο, μα μήπως είχα πολύ καιρό να βγω;
Ο δρόμος γεμάτος με κόσμο και με σπρώχνει η λαοθάλασσα μαζί της στο κάτω κόσμο, εκεί στο μετρό.Παλεύω στην επιφάνεια της γης επιτέλους να μείνω, προσπαθώ πολύ να τους αντισταθώ. Δεν θέλω μέσα στη γη ζωντανή να θαφτώ.
Θέλω να ξεφύγω από όλα αυτά , μα δε θέλω να γυρίσω στο σπίτι πίσω, θέλω και άλλα να δω, όπως τα πουλιά που πετούν ελεύθερα ψηλά στον καθαρό τον ουρανό. Μα το μόνο που βλέπω είναι ένα γκρίζο να τον καλύπτει και τα πουλάκια στο σιδερένιο το κλουβί στο μαγαζί.
Α ναι το είχα ξεχάσει, απαγορεύτηκε και αυτό, τώρα είναι είδος προς εξαφάνιση τα πτηνά και διατίθενται μόνο σε μεταλλικό κουτί για την προστασία τους,, από τους ανθρώπους φυσικά.
Την θάλασσα πεθύμησα , τα κύματα να σκάνε χαλαρά στην ακτή,παιχνίδια με την άμμο τα παιδάκια να παίζουν στην αμμουδιά την καθαρή. Να κολυμπήσω μου ήρθε μια λαχτάρα, να αφεθώ απλά στην γλυκιά της αγκαλιά, ακριβώς όπως έκανα παλιά. Μια πινακίδα με αποτρέπει σιωπηλά. Είναι μολυσμένα μου λέει τα νερά.
Κοιτάζω το ρολόι μου και είναι ήδη πολύ αργά, μα η νυχτιά δεν φαίνεται πια πουθενά. Τα φώτα της πόλης εκτυφλωτικά, μέρα συνεχόμενη και αυτή, καλά μου τα είπαν στην τιβί.
Περιμένω να δω τα αστέρια στον ουρανό όπως έκανα με τους φίλους μου παλιά μα τι κι αν η ώρα είναι κοντά στην πρωινή, ο ουρανός σκεπασμένος με ένα φωτεινό πέπλο ροζ δεν με αφήνει ούτε αυτή την επιθυμία μου να εκπληρώσω. Φυσικά είναι η αντανάκλαση από τα πολλά και δυνατά φώτα της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται .
Έτσι ήρθε το πρωί στο σπίτι γυρνώ, την τηλεόραση κοιτώ και παραδίνομαι στον ψεύτικο κόσμο της, που τελικά κατάφεραν και μας τον έκαναν αληθινό.
Όμως αναρωτιέμαι γιατί ; που πήγε ο κόσμος όπως τον θυμόμουνα ; που ήμουν εγώ τόσο καιρό ;
μήπως ενώ νόμιζα ότι ήμουν ξύπνια, εγώ κοιμόμουνα;
Νοιώθω μόνο φόβο, αγανάκτηση, και αηδία.
Δεν ξέρω τίποτα πια, μόνο… πως με λένε Μαρία.
Ίσως τελικά να είμαι απλά μια οπτασία , ένα κακό όνειρο στον δικό σου μυαλό.
Ίσως να είμαι η δική σου κραυγή αγωνίας για το μέλλον που τελικά φαντάζει θολό !!!
Συγγραφέας
Αγγελική Δ. Παπασταύρου

ΣΧΟΛΙΑ
Σχόλιο 1ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου


" ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ."

Σχολιο 2ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου
ΚΑΠΟΤΕ ΕΓΡΑΦΑ . ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΟΥ ΠΗΡΕ ΒΡΑΒΕΙΟ . ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΧΑ ΟΝΕΙΡΟ ΝΑ ΕΚΔΟΣΩ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΧΑ ΒΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ "ΜΑΡΙΑ" (ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ) ΕΝΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΦΟΥ ΜΟΥ ΠΑΙΝΕΨΕ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ,ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΦΟΡΟ ΝΑ ΕΚΔΩΣΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝΤΕ ΠΛΕΟΝ ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑ ΜΟΥ ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΘΑΦΤΗΚΕ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ....

Σχόλιο Απο Skouliki:


Ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αγγελική Δ. Παπασταύρου που μου επέτρεψε να δημοσιεύσω μερικές από τις ιστορίες αυτές!

Καλημέρα, καλή εβδομάδα!


Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

ΜΑΡΙΑ Ιστορία τέταρτη από την Αγγελική Δ. Παπασταύρου

Γι α να δείτε την Πρώτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Δεύτερη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
Γι α να δείτε την Τριτη Ιστορία της ΜΑΡΙΑΣ πατήστε ΕΔΩ
                 

ΜΑΡΙΑ Ιστορία τέταρτη

Με λένε Μαρία… και είμαι ζωγράφος. Τουλάχιστον μέχριπέρυσι τέτοιο καιρό.

Τότε ήταν που με έπιασε η μεγάλη μου μελαγχολία και σταμάτησα να έχω έμπνευση και δεν ξανάπιασα, μέχρι σήμερα το πρωί, το πινέλο στο χέρι μου.
Πάντα οι πίνακες μου ήταν ολοφώτιστοι με πολλά χρώματα, έντονα και ζωντανά σαν και μένα. Ήμουν χαρούμενη και ευτυχισμένη με την μικρή μου οικογένεια και αυτό φαινόταν καθαρά σε αυτούς. Ο γιος μου Γιάννης είχε έρθει να συμπληρώσει την χαρούμενη εικόνα μας πριν τρία χρόνια και όλα φάνταζαν τέλεια, αν … και έβλεπα σαν μάνα κάποιες στιγμές, να τον χάνω, αλλά δεν ήθελα να πιστέψω ότι κρυβόταν πίσω από την αφηρημάδα αυτή κάτι κακό.
Είχα ήδη γεμίσει το γκαράζ μας με του πίνακές μου, που όλοι όσοι τους έβλεπαν μόνο καλά λόγια είχαν να μου πουν και το όνειρό μου ήταν πάντα να κάνω μια έκθεση . Μια έκθεση δική μου. Κατά δική μου!!!
Τις μέρες που είχα έμπνευση ζωγράφιζα ώρες ατελείωτες και το παιδί μου έπαιζε στην αυλή. Καμιά φορά τον παρατηρούσα από μακριά και τον έβλεπα χαμένο στις δικές του σκέψεις και … η ομιλία του είχε αργήσει λίγο να φανεί, αλλά οι περισσότεροι με καθησύχαζαν πως τα αγόρια γενικά αργούν να μιλήσουν λόγω τεμπελιάς.
Λόγου του ότι είναι μόνος του, έλεγα στον εαυτό μου και μόλις τελείωνα τον πίνακα τον έπαιρνα για μια τρελή βόλτα στην παιδική χαρά δίπλα στην θάλασσα που του άρεσε τόσο πολύ.
Καλού κακού τον πήγα στο νοσοκομείο για εξετάσεις αν και ήξερα ότι δεν θα έβρισκαν τίποτε το ανησυχητικό, αλλά και πάλι … δεν ξέρω κάτι με φόβιζε, μιας και οι στιγμές που το βλέμμα του καρφωνόταν σιωπηλό για αρκετή ώρα πάνω σε αντικείμενα ήταν όλο και πιο πολλές!
Η γνωμάτευση για τον αυτισμό του, καρφώθηκε σαν μαχαίρι και έσκισε την καρδιά μου. Αισθάνθηκα ανίκανη σαν μητέρα, αισθάνθηκα τύψεις για τις ώρες που τον άφησα μόνο του με τα παιχνίδια του, όταν εγώ για τους δικούς μου εγωιστικούς λόγους ζωγράφιζα, αισθάνθηκα ότι άδειασα από συναισθήματα και έφαγα ένα γερό χαστούκι !
Θέλω να βρω τον κατάλληλο λοστό να σπάσω το γυαλί που μας χωρίζει, όταν εκείνος χάνεται στον εαυτό του και εγώ μένω απέξω και παλεύω να τον αγγίξω με λέξεις και με χάδια. Κάνω φασαρία , φωνάζω, ουρλιάζω , κλαίω , μα μάταια … εκείνος απαθής συνεχίζει να έχει την πόρτα της επικοινωνίας διπλοσφράγιστα κλειστή!
Έχει χαθεί στον δικό του μαγικό κόσμο και είναι ολομόναχος!
Ένα χρόνο τώρα παλεύω με τους δαίμονές μου, με τον εαυτό μου , την έμπνευσή μου, που το μόνο που μου δίνει για να ζωγραφίσω είναι μαύρες και μοβ εικόνες.
Αν και η πορεία του πολύ θετική και αρκετά πιο βελτιωμένη από πέρυσι, η καρδιά μου νοιώθει, ελαφριά μόνο αισιοδοξία για το αβέβαιο μέλλον του…
Η σχέση μας έχει γίνει πολύ πιο στενή. Είμαι συνέχεια κοντά του.
Έχω γίνει ο ίσκιος του, η φωνή που δεν έχει , η άμυνά του απέναντι στα αδιάκριτα βλέμματα και τους ψιθύρους στις εξόδους μας.
Αχ, πόσο κακός μπορεί να γίνει ο κόσμος! Πόση κακία βγάζουν τα λόγια των άλλων παιδιών που αμέσως ξεχωρίζουν το διαφορετικό και το στιγματίζουν, το εξαιρούν από τις παρέες τους και το κοροϊδεύουν !!! Μα πιο πολύ φταίνε οι γονείς και η κοινωνία που το διαφορετικό , ότι κι αν είναι αυτό, το ξεχωρίζουν το πατάνε και μετά το πετάνε!!!
Χτες το απόγευμα ήμασταν στην αγαπημένη του παιδική χαρά , εκεί δίπλα στην θάλασσα και έκανε κούνια ευτυχισμένος. Μας ξέρουν πια μιας και πάμε κάθε απόγευμα εκεί , μας αποδέχτηκαν μετά από έναν ολόκληρο χρόνο , αν και στην αρχή είχαμε και εμείς προβλήματα με τους αδιάκριτους! Μα έμαθα να αμύνομαι με τα πύρινα λόγια μου για χάρη του!
Στην δίπλα κούνια ήρθε ένα κοριτσάκι με ένα καπελάκι στο άδειο από μαλλιά κεφαλάκι του . Είχε καρκίνο.
Αμέσως άρχισαν οι ψίθυροι από τις υπόλοιπες μαμάδες και τα αδιάκριτα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω του. Εκείνο δεν το πρόσεξε , ούτε ο γιος μου που της χαμογέλασε γλυκά, όμως το πρόσεξαν οι γονείς της που ντράπηκαν και την πήραν άρον άρον από την παιδική χαρά και έτσι το μέρος βρήκε ξανά τους κανονικούς του ρυθμούς...
Φεύγοντας η μικρή με τα μεγάλα γλυκά γαλάζια μάτια, έριξε μια ματιά στον γιο μου και τον χαιρέτισε. Άραγε θα την ξαναδούμε ή δεν θα προλάβει λόγο της αρρώστιας της, σκέφτηκα…
Χτες το πρωί πήραμε την αξιολόγηση και τουλάχιστον οι ελπίδες του άντρα μου αναπτερώθηκαν . Θέλησε να μου κάνει ένα δώρο για να μπορέσει η οικογένειά μας να ξαναβρεί , ότι κι αν σημαίνει πια αυτό, τους κανονικούς της ρυθμούς όπως χαρακτηριστικά μου είπε ενθουσιασμένος.
Να κάνουμε την έκθεση που πάντα ονειρευόμουνα. Οι πίνακες βρίσκονταν στην αποθήκη. Ένα χρόνο τώρα δεν τους είχα δει καν. Τα είχε κανονίσει ήδη όλα , τον χώρο, τις προσκλήσεις όλα μα όλα.
Έπρεπε μόνο να διαλέξω ποιος από όλους θα ήταν ο κύριος , το θέμα της έκθεσης ,ο κεντρικός , αυτός που θα αντιπροσώπευε όλα μου τα συναισθήματα, το είναι μου, ο καλύτερος δηλαδή!
Δύσκολη η απόφαση, γιατί τίποτα από αυτά που είχα μέχρι πέρυσι ζωγραφίσει δεν αντιπροσώπευε τον καινούργιο μου εαυτό . Κανένας!
Η έκθεση είναι κανονισμένη για τα τέλη του μήνα . Μέχρι τότε έχω τον χρόνο να σκεφτώ. Έχω χρόνο, ίσως να φτιάξω και έναν, αλλά κάτι σε γκρι δεν νομίζω να τους αρέσει…
Το βράδυ έφτασε και η σκέψη του κοριτσιού με τα γαλάζια μάτια ήταν μονίμως καρφωμένη στο μυαλό μου . Οργή ένοιωθα για την κοινωνία, για τις υπόλοιπες μητέρες για τον τρόπο που την κοιτούσαν αλλά και θλίψη για το τραγικό δικό της μέλλον. Και εκεί φαίνεται αποκοιμήθηκα…
Ξάφνου βλέπω μια ζωγραφιά μπροστά μου που όλο και μεγαλώνει. Έχει τώρα πιάσει όλο τον τοίχο . Την θαυμάζω. Θέλω να την ακουμπήσω, αλλά τα χέρια μου είναι βαριά και δεν μπορώ να τα κουνήσω. Έτσι αρκούμαι στο να την θαυμάζω.
Η ζωγραφιά δείχνει ένα απλό δέντρο σε ένα μεγάλο δάσος , μα έχει πάνω της κάτι το μαγικό . Τα μάτια μου παραμένουν για ώρα καρφωμένα σε αυτή την ζωγραφιά η οποία ξαφνικά ζωντανεύει και αλλάζει.
Το δέντρο όλο και μεγάλωνε, φούντωνε και γέμιζε την ζωγραφιά. Σε αντίθεση το δάσος όλο και μίκρυνε και μίκραιναν τα δέντρα και έχαναν τα φύλλα τους την λεβεντιά τους και σκέβρωναν οι κορμοί τους και γίνονταν όλο και πιο καχεκτικά, έως ότου στο τέλος παραμορφώθηκαν τελείως.
Κάτι σε αυτό το δέντρο μου φαινόταν τόσο οικείο, ένοιωθα όμορφα και στοργικά όταν το κοίταζα και δεν έβλεπα σε αυτό τα φύλλα και τα κλαδιά του αλλά την ψυχή του. Ήταν σαν να έβλεπα το πρόσωπο ενός αγγέλου, το πρόσωπο του γιου μου, ήταν όμορφο συναίσθημα σας λέω, αχ πόσο με ηρεμούσε…
Στη βάση του κορμού του άρχισαν να δημιουργούνται οι φιγούρες ανθρώπων, μικρών παιδιών με τους γονείς τους, δασκάλες, άνθρωποι της πόλης, επιστήμονες με άσπρές στολές και γάντια.
Ακούγονταν και ήχοι στο δάσος, ήχοι από τα χιλιάδες πουλάκια, τα γέλια και οι φωνές από τα παιδιά του σχολείου που είχαν πάει εκεί για εκδρομή , ήχοι από τα αυτοκίνητα που έφερναν τους επιστήμονες για την έρευνα τους στο δέντρο , αλλά και από τους άλλους ανθρώπους που κοίταζαν, (γιατί άραγε;), το πελώριο πια δέντρο που καμάρωνε για την λεβεντιά και ομορφιά του.
Όμως έτσι ξαφνικά άρχισε να παραμορφώνεται πάλι αυτή η γαλήνια ζωγραφιά.
Σύννεφα πολλά μαζεύτηκαν πάνω από το πελώριο δέντρο, μα το υπόλοιπο δάσος εξακολουθούσε να το ραντίζει με φως ο ήλιος.
Κοιτώντας τώρα καλύτερα είδα ότι το δέντρο το κοιτούσαν οι άνθρωποι με πολύ κακία, επικράτησε πανικός και οι γονείς απομάκρυναν τα παιδιά τους κλείνοντας τους μάλιστα τα μάτια με τα χέρια για να μην βλέπουν πια το δέντρο. Οι δασκάλες απομάκρυναν γρήγορα τα παιδιά κοντά από το δέντρο και συνέχισαν την εκδρομή τους στο υπόλοιπο δάσος.
Οι κάτοικοι της πόλης έφυγαν για τις δουλειές τους και οι επιστήμονες αφού πήραν τα δείγματα που ήθελαν εξαφανίστηκαν και αυτοί. Όλοι απέφευγαν αυτό το δέντρο και προτιμούσαν τα υπόλοιπα γιατί αυτό απλά ήταν διαφορετικό, και αυτό τους τρόμαζε, τους φόβιζε, τους παραξένευε!
Ησυχία επικράτησε, ούτε τα πουλάκια ακούγονταν πια μιας και εκείνα εξαφανίστηκαν από το δέντρο και εκείνο πια έστεκε μόνο και θλιμμένο.
Ένοιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι μου γιατί ένοιωθα τον πόνο του την απορία του την μοναξιά του. Μου ήταν γνώριμο το συναίσθημα αυτό...Ένα δάκρυ άρχισε να κυλά καυτό στο μάγουλό μου και σε λίγο άλλο ένα και άλλο, μαζί με έναν κόμπο που ανέβαινε στο λαιμό και ψέλλισα ένα «γιατί;».
Όμως η ζωγραφιά πάλι παραμορφώθηκε .
Παρατήρησα μια παιδική φιγούρα να ξεπροβάλλει από τον κορμό. Δύο χεράκια να το αγκαλιάζουν, δύο χειλάκια να το φιλάνε και ένα χαμόγελο να του χαρίζεται απλόχερα.
Αυτή η παιδική αθώα ψυχούλα που είδε πέρα από το περιτύλιγμα, μέσα από την βιτρίνα, βαθύτερα μέσα στην καρδιά του, πιο πέρα από το σύνολο και το κατεστημένο , που ακόμη δεν γνώριζε τι πάει να πει κακία και φθόνος, του άπλωσε το χέρι, το δέχτηκε γιαυτό που ήταν και του πρόσφερε ότι πιο πολύτιμο είχε,δίχως αντάλλαγμα, την αγάπη.
Άραγε υπάρχει ελπίδα σκέφτηκα αμέσως και μέχρι να μπορώ να σκουπίσω το δάκρυ της χαράς πια που κύλησε αυτή τη φορά, κατάφερα να διαβάσω την υπογραφή κάτω από τον πίνακα που έγραφε… το όνομά μου!!!
Το πρωί που ξύπνησα δεν μπορούσα να πιστέψω πως αυτό που είδα ήταν ένα απλό όνειρο. Ήταν μια θεϊκή έμπνευση που μου δόθηκε, ένα μήνυμα για να το στείλω με τον δικό μου μοναδικό τρόπο, την ζωγραφική, σε όλο τον κόσμο.
Ήταν το «δέντρο της ντροπής» που κατάφερε να γίνει το «δέντρο της ελπίδας».
Είχα βρει τον τίτλο της έκθεσής μου αλλά προ πάντων είχα βρει τον εαυτό μου,την ελπίδα μου, την αισιοδοξία μου. Έστησα τον καμβά μου πήρα τα πινέλα μου και ξεκίνησα για να δημιουργήσω την δική μου εικόνα με το δέντρο της δικής μου Ελπίδας .
Είναι βράδυ και είμαι χαρούμενη μετά από ένα ολόκληρο χρόνο. Το παιδί μου κοιμάται γαλήνιο και ευτυχισμένο στο κρεβάτι του και εγώ το κοιτώ με ικανοποίηση , στοργή και αγάπη. Είναι το δικό μου διαφορετικό μικρό θαύμα στη ζωή και είμαι περήφανη.
Σε ευχαριστώ Θεέ μου που μου έδειξες τον δρόμο … η δούλη σου Μαρία!!!

Συγγραφέας
Αγγελική Δ. Παπασταύρου

ΣΧΟΛΙΑ
Σχόλιο 1ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου


" ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΟΥ ."

Σχολιο 2ο της Αγγελική Δ. Παπασταύρου

ΚΑΠΟΤΕ ΕΓΡΑΦΑ . ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΟΥ ΠΗΡΕ ΒΡΑΒΕΙΟ . ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΧΑ ΟΝΕΙΡΟ ΝΑ ΕΚΔΟΣΩ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΧΑ ΒΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ "ΜΑΡΙΑ" (ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ) ΕΝΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΦΟΥ ΜΟΥ ΠΑΙΝΕΨΕ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ,ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΣΥΜΦΟΡΟ ΝΑ ΕΚΔΩΣΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝΤΕ ΠΛΕΟΝ ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑ ΜΟΥ ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΘΑΦΤΗΚΕ ΒΑΘΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ....

Σχόλιο Απο Skouliki:
Ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αγγελική Δ. Παπασταύρου που μου επέτρεψε να δημοσιεύσω μερικές από τις ιστορίες αυτές!