Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Στη Ζάκυνθο το Σάββατο του Λαζάρου "κρεμιέται το βαΐ".


από τον Διονύση Φλεμοτομο

Κουφή ή και μουγγή βδομάδα", λέγεται στην Ζάκυνθο  αυτή που διανύουμε, πριν το μεγαλοβδόμαδο, επειδή δεν έχει ούτε Χαιρετισμούς, ούτε άλλη λαοφιλή ακολουθία. Στις εκκλησίες ετοιμάζονται τα βαγιά, που θα μοιραστούν την Κυριακή.

Στη Ζάκυνθο ουσιαστικά ο κύκλος των γιορτών του Μεγαλοβδόμαδου και της Λαμπρής ξεκινούν από το Σάββατο του Λαζάρου. Στις 11 το πρωί σε όλα τα καμπαναρία του νησιού "κρεμιέται το βαΐ".
Από τα κάγκελα δένεται ένα μεγάλο κλαδί ελιάς και από αυτό σιγά - σιγά αφήνεται μια αλυσίδα από βαγιά, η οποία στην άκρη έχει έναν "ήλιο" κι αυτόν πλεγμένο από βαγιά. Συγχρόνως οι καμπάνες χτυπούν πανηγυρικά σένια, για να μαθευτεί το χαρούμενο γεγονός παντού. 

Το επίσημο κρέμασμα του βαγιού γίνεται μια ώρα αργότερα, στις 12 το μεσημέρι, στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων, που μετασεισμικά έχει αντικαταστήσει την εκκλησία των Αγίων Πάντων.
Εκεί κάτω από το καμπαναρίο συγκεντρώνονται πολλοί αντεταδώροι, που σαν το δουν εύχονται "Χρόνια πολλά και του χρόνου". Το βαΐ μένει εκεί ως τα χαράματα του Μεγάλου Σαββάτου, όπου θα αντικατασταθεί με την δάφνη, η οποία θα μείνει εκεί ως την γιορτή της Αναλήψεως.
                       

Ήλιος και πάλμα (βαγιοφόρα). Ετοιμάζονται σε όλες τις εκκλησίες της Ζακύνθου για την Κυριακή του Βαγιώνε!!!
                     

Άλλο ένα κομψοτέχνημα, πλεγμένο με βαγιά!!

           

               

Οι γνήσιες, παλιές βαγιές της Ζακύνθου. Από τα φύλλα τους πλέκουν τα βαγιά. Είναι μακρύτερα από του φοίνικα.
Είναι το είδος του φοίνικα που κάνει χουρμάδες και δεν έχει βελόνες στα φύλλα ούτε προσβάλονται από το σκαθάρι.

Σχόλιο απο Skouliki
Ο Διονύσης Φλεμοτομος με τις αναρτήσεις του στο facebook υπενθυμίζει τα ήθη , έθιμα και παραδόσεις της Ζακύνθου μας και μάλιστα πολυ παραστατικά και τεκμηριωμένα..

Τον ευχαριστώ πολυ!

Πηγή: Διονυσης Φλεμοτομος

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Το καναρινί ποδήλατο



Το «Καναρινί ποδήλατο» είναι γνωστή ταινία του Δημήτρη Σταύρακα.
Προβλήθηκε και συζητήθηκε πολύ σε πολλά ελληνικά σχολεία, και κατά την ταπεινή μου άποψη πρέπει να συνεχίσει να προβάλλεται και να συζητείται στα σχολεία, καθώς το περιεχόμενο της είναι διδακτικό και πολύ επίκαιρο...
Το θέμα της ταινίας περιστρεφεται γύρω από ένα παιδί, τον Λευτερη, με προβλήματα δυσλεξίας που δυστυχώς κανείς δεν είχε εντοπίσει την ιδιαιτερότητα του αυτή με αποτέλεσμα να παραμεληθεί σαν μαθητής από τους δασκάλους του, αλλά και σαν άνθρωπος να μειώνεται από τους συμμαθητές του ακόμα και από τους ίδιους τους γονείς. Ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες που είναι θύμα μπουλινγκ στο σπίτι και το σχολείο. Όταν όμως ένας νέος δάσκαλος ο Άρης, αναλαμβάνει την τάξη του, εντοπιζει τον Λευτέρη, που σχεδόν δεν μπορεί να διαβάσει και γενικά αδυνατεί να παρακολουθήσει την πρόοδο των υπολοίπων παιδιών. Ο Άρης διαπιστώνοντας ότι ο μικρός έχει απομονωθεί από τους συνομηλίκους του και ότι δεν είχε καμία υποστήριξη από τους προηγούμενους δασκάλους του αλλά ούτε και από το σπίτι του, αποφασίζει να τον βοηθήσει πρακτικά και ηθικά. Η υποστήριξη του δάσκαλου κάνει τον Λευτέρη να κάνει μεγάλη πρόοδο στα γράμματα, καθώς και να νιώθει πλέον αυτοπεποίθηση.
Τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλά μέχρι την στιγμή που κατά την απουσία του Άρη, ο Λευτέρης θα βρεθεί αντιμέτωπος με την αγριότητα και τον κυνισμό μικρών και μεγάλων,
Η επαναφορά μπούλινγκ που υπέστει στο σχολείο καταρράκωσε τον μικρο Λευτέρη ο οποίος εξαφανίζεται.....
Πολλά είναι τα διδάγματα από αυτή την ταινία. Εγώ όμως θα σταθώ στην δύναμη που μπορεί οποιοδήποτε άνθρωπος να πάρει όταν κάποιος πιστέψει σε αυτόν. Η αγάπη και η εμπιστοσύνη που κάποιος δίνει σε ένα παιδί με δυσκολίες στην μάθηση, στον αθλητισμό, στην ζωή κτλ, μπορεί να το κάνει να ξεπεράσει κάθε δυσκολία και να πετύχει το ακατόρθωτο ακόμα και αυτό που πιστεύει το ίδιο το παιδί.
Μια συμβουλή: Δείξτε πίστη στις δυνατότητες των παιδιών σας, όσο άτοπο κι αν σας φαίνεται αυτο, τα παιδιά θα σας αποζημειώσουν ευχάριστα!

«Ο Ψύλλος» μια νεανική ταινία που αξίζει να δουν όλα τα παιδιά μικρά και.....υπερήλικα!




Ένας δωδεκάχρονος μαθητής που ζει σε κάποιο ορεινό χωριό της Ολυμπίας συντάσσει και διανέμει μια χειρόγραφη εφημερίδα με τίτλο «Ο Ψύλλος». Η τακτική ταχυδρόμηση της εφημερίδας του σε διάφορα μέρη και τα γράμματα που λαμβάνει ως απάντηση, είναι ο μόνος τρόπος να ταξιδεύει, να ξεφεύγει νοερά από τα στενά όρια του χωριού. Για τους γονείς του, ανθρώπους του μεροκάματου, είναι μια ασχολία χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα, ενώ για τους συγχωριανούς του, μια γραφικότητα προς χλευασμό. Μέχρι που καταφθάνει από την Αθήνα μια δημοσιογράφος, για να πάρει συνέντευξη από το νεαρό «εκδότη». Το απροσδόκητο ενδιαφέρον της πρωτεύουσας θα μεταστρέψει την πεποίθεση όλων για την αξία της φυλλάδας, όμως ο μαθητής θα παραμείνει πιστός στους στόχους και τις επιθυμίες του. Όπως γράφει ο ίδιος σ' ένα φύλλο της εφημερίδας του, «ο Ψύλλος είναι ένα όνειρο, τα ταξίδια που θέλω να κάνω, είναι το σπάσιμο των συνόρων του μικρού χωριού μου, είναι τα φτερά που με βοηθούν να πετάξω μακριά...». Μια διεισδυτική ματιά στην ελληνική επαρχίαστα τέλη της δεκαετίας του '60. Πολυβραβευμένη ταινία σε παγκόσμιο επίπεδο, και πρώτη κινηματογραφική απόπειρα του σκηνοθέτη, με απολαυστικές ερμηνείες.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Σαν σήμερα αντι μνημοσύνου: Αθάνατοι!


Από Χωριό Εκατήβαινα (του γάμου) - Ζακυνθινές Καντάδες



Από χωριό, από χωριό εκατήβενα,
Από χωριό εκατήβενα, μέσα σε χώρα μπαίνω.
Βρίσκω χορό εχορεύανε
Βρίσκω χορό εχορεύανε και μπαίνω και χορεύω

Ρωτάω και ρωτάω ξαναρωτώ
Ρωτάω και ξαναρωτώ τι γλέντι είναι τούτο
Για ποιο παίζει ανιάκαρα
Για ποιον παίζει ανιάκαρα, για ποιον βαράει ταμπούρλο

Βλέπεις εκείνο το βουνό
Βλέπεις εκείνο το βουνό, το ένα  και το άλλο
Στο δώθε κατεβάζουνε,
Στο δώθε κατεβάζουνε, μιας ομορφούλας γάμο

Χιλιοί βαστάν την κούδα τση
Χιλιοί βαστάν την κούδα τση και χίλιοι τα προικιά τση
Και άλλοι 318
Και άλλοι 318, τα αλογομούλαρά τση

Ποτάμια να ν΄ τα λάδια τση
Ποτάμια να ν΄τα λάδια τση και η θάλασσα κρασί τση
Και σαν την τούρλα του Σκοπου,
Και σαν την τούρλα του Σκοπού να γίνουνται οι σωροί τση

Μπερδεύτηκε ο ασφάλακτος,
Μπερδεύτηκε ο ασφάλακτος, με τη σταφιδουπούλα
Έτσι και γω εμπερδεύτηκα
Έτσι και γω εμπερδεύτηκα με μια γειτονοπούλα

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

O ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΖΑΚΥΝΘΟ:

Για ακόμη μια φορά η καλή μου φίλη Καίτη Λυμούρη που ασχολείται ανιδιοτελώς και αφιλόκερδος ως ερευνήτρια της ιστορίας και των παραδόσεων της Ζακύνθου, με βοήθησε με τις γνώσεις της και την πολύτιμη εμπειρία της τις περιγραφές αλλά και τις συμβουλές της για να μεταφέρω εδώ τον τρόπο που γίνονταν οι γάμοι στην Ζάκυνθο στα παλιότερα χρόνια.

Την εβδομάδα που θα γινόταν γάμος, τα δυο σπίτια (του γαμπρού και της νύφης), βρισκόταν σε μεγάλη κίνηση και προετοιμασία. Περισσότερο στο σπίτι της νύφης, που ετοίμαζαν τα προικιά. Την προπαραμονή του γάμου, ήταν όλα έτοιμα.
Τα προικιά της νύφης καλοσιδερωμένα και φρεσκαρισμένα, με κόκκινες κορδέλες και πολύχρωμα μεταξωτά μαντήλια σκεπασμένα, με όλα τα φορέματα κρεμασμένα ένα-ένα, για να τα βλέπει ο κόσμος έπαιρναν τη θέση τους στο μεγαλύτερο δωμάτιο του σπιτιού, στο ''πόρτεγο'', δηλαδή, στη σάλα. Όλοι οι συγγενείς πάγαιναν εκεί να κεραστούν, να δούνε τα προικιά και να ευχηθούν.
Χοροί και τραγούδια από τις νέες κοπέλες, λαμπραίναν τη μέρα. Αυτό, γινόταν την πέμπτη. Την παρασκευή, κατά το μεσημεράκι, ο γαμπρός με τους δικούς του, πήγαιναν να πάρουν τα προικιά. Έτρωγαν, έπιναν, γλεντούσαν και το απογευματάκι έπαιρναν τα προικιά και τα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, όπου τους περίμεναν οι στενοί συγγενείς. Οι γυναίκες ετοίμαζαν στα μπαούλα και στις ντουλάπες τα ρούχα της νύφης, έστρωναν το νυφικό κρεβάτι και όλα ήταν έτοιμα, περιμένοντας την Κυριακή που θα γινόταν το στεφάνωμα.
Την Κυριακή όπου θα γινόταν ο γάμος ξεκινούσε από το σπίτι του γαμπρού η ''γαϊδουροκαβαλαρία' για το σπίτι της νύφης. Εκεί στο σπίτι της νύφης και όχι σε εκκλησία προσκαλούταν και ο ιερέας που θα έκανε τον γάμο.
Στα χωριά, το μόνο μέσο συγκοινωνίας ήταν τα συμπαθητικά γαϊδουράκια τα μουλάρια και τα άλογα, είτε σαν ζώα ίππευσις είτε ζεμένα με κάρα καρότσες ή άμαξες.
Εκείνα τα χρόνια, το νησί ήταν γεμάτο από τα υπομονετικά αυτά ζώα, ορισμένοι είχαν μουλάρια και πολύ λίγοι (συνήθως οι πλούσιοι) άλογα, καθώς το άλογο θέλει πολύ φροντίδα και καλο φαγητό, αντίθετα το γαϊδουράκι και το μουλάρι που τρώνε ότι βρουν και δεν αρρωσταίνουν εύκολα. Μάλιστα, είχαμε μια ράτσα από μεγάλα γαϊδούρια με μεγάλα αυτιά, ψηλά και δυνατά σαν μουλάρια, τα οποία τα αποκαλούσαν Κυπραίικα γαϊδούρια. Ο κάθε νοικοκύρης είχε και από ένα δεμένο στην αυλή του, που ήταν το δεξί του χέρι, για όλες του τις δουλείες του. Την ημέρα του στεφανώματος εκείνα τα καλά ζώα, βρίσκονταν στις δόξες τους. Τα αφεντικά τους τα καθάριζαν, τους έβαζαν καινούριες καπιστράνες και σχοινιά, τα έστρωναν με χρωματιστά απλάδια και κάθονταν πάνω τους στολισμένοι και χαρούμενοι.
Μπροστά πήγαινε ο προξενητής, ακλουθούσε ο γαμπρός και στη συνέχεια οι άλλοι συγγενείς. Οι γυναίκες με τα πλουμιστά τους φορέματα, οι άντρες με τις καινούριες τους φορεσιές κα τα άσπρα πουκάμισα, έδιναν μια γραφικότατη εικόνα.
Στο σπίτι της νύφης γινόταν ο γάμος από τον παπά, έτρωγαν γλεντούσαν και στο τέλος έφευγαν πάλι ''γαϊδουροκαβαλαρία'' αυτή την φορά και με την νυφη για να πάνε στο σπίτι του γαμπρού.
Οι βιολιτζήδες έπαιζαν τα όργανα και τραγουδούσαν με όλη τους τη δύναμη. Ο κόσμος, απο όπου πέρναγε η ''γαϊδουροκαβαλαρία'', έτρεχε να τους δει, να τους ευχηθεί , να τους ράνει με άνθη και ρύζι, για τα στεριώματα.
να   κει μια καντάδα  που κολλάει στην περίσταση!

Σχόλιο από Skouliki:

Ευχαριστώ θερμά την Καίτη Λυμούρη για την διάθεση της πνευματικής της ιδιοκτησίας προς δημοσίευση εδώ!!
Πηγη: Καίτη Λυμούρη

Διονύσιος Σολωμός - Τὸ ὄνειρο (σατιρικόν)

   

Εἰς τὴν ὥρα, ποὺ σκιασμένος,
καὶ παράξενα ντυμένος,
βγαίνει ὁ κλέφτης γιὰ νὰ κλέψει,
κι ὁ φονιὰς γιὰ νὰ φονέψει, -
σ᾿ ἄλλους τόπους ἐννοῶ
κλεψιές, φόνους, κι ὄχι ἐδῶ -
εἶδα ἓν ὄνειρο μουρλό,
καὶ θὰ τὸ διηγηθῶ.
Μὲς στὸ νοῦ μου ἡ ψεσινή,
ἡ περίφημη θανή,
μίαν ἐντύπωση εἶχε ἀφήσει,
ποὺ ὁ καιρὸς δὲ θὰ τὴ σβήσει.
Καὶ στὸν ὕπν᾿ ὁ λογισμός μου
τὴν ξανάφερεν ὀμπρός μου.
Στ᾿ ὄνειρό μου ἀγροίκαα πάλι
τὸν παπὰ Τσετσὲ νὰ ψάλλει,
μὲ τὴν τάξη τ᾿ς Ἐκκλησίας.
Ὅμως ἔκαν᾿ ἐξ αἰτίας
τοῦ ὄνειρού μου τοῦ μουρλοῦ,
τὴ φωνὴ τοῦ κουνουπιοῦ.
Πλῆθος ἔβλεπα λαμπάδες,
καὶ καπίτολα. Οἱ παπάδες,
τὰ φελόνια φορεμένα,
ποιὸς καινούργια, ποιὸς σχισμένα,
σοβαρὰ περιπατώντας,
τὴ λιρώνα μελετώντας,
ξαστοχοῦν τὸν πεθαμένο,
κι ἔχουν τὸ κερὶ σβησμένο.
Ἔκαναν φωνὲς καὶ γέλια
τὰ παιδιὰ μὲ τὰ βατσέλια.
Κι ὁ καπνὸς τοῦ μισχολίβανου
ἀπὸ τὰ λιβανιστήρια
ἔμπαινε στὰ παρεθύρια.
Πολλοὶ ἄνθρωποι ἀκολουθοῦσαν,
καὶ περίλυπα ἐτηροῦσαν,
γέρνοντας τὲς κεφαλές τους,
καὶ μιλώντας γιὰ δουλειές τους.
Ἀλλὰ στὰ καμπαναρία
δὲν εἶν᾿ τέτοια ἀδιαφορία.
Οἱ καμπάνες πλερωμένες,
ἔκαναν σὰ βουρλισμένες.
Κι ἀφοῦ εἶδα, ἕνα πρὸς ἕνα,
οὖλα ἐκειά, ποὖχα ἰδωμένα,
τρέχει τ᾿ ὄνειρο καὶ μπαίνει
μέσα στὴ Φανερωμένη.
Ἤτανε στὴν ἐκκλησία
λίγο φῶς καὶ πολλὴ ἐρμία.
Καὶ κοντὰ στὸ ξυλοκρέββατο
ξάφνου ἀγροίκησα νὰ βγεῖ
ἕνα σκούξιμο μακρύ.
Ὅτι ἐλόγιασα πὼς θἆναι
ἀπὸ τόσους ἕνας κάνε,
ποὺ ἐλυπήθηκε καὶ σκούζει...
νά σου ὁ ἴσκιος τοῦ Κουτούζη!
Καθὼς πάντα ἐσυνηθοῦσε,
ὄμορφα ροῦχα φοροῦσε,
κι ἔδειχνε καμαρωτά,
τὸ καπέλλο του στραβά.
Εἰς τὸ πονηρό του χεῖλο,
πώσκιαζεν ὀχτρὸ καὶ φίλο,
ἔβλεπα μὲ θαυμασμό,
ποὖχε ἀκόμα τὸ πικρό,
τὸ συνηθισμένο γέλιο,
ξαστοχώντας τὸ Βαγγέλιο.
Ἐτριγύρισε κομμάτι
εἰς τοῦ Χάρου τὸ κρεββάτι.
Ἀλλὰ βλέποντας ἐκεῖ
τὸ καπέλο, τὸ σπαθί,
ποῦν σημεῖα τῆς ἀρχοντιᾶς,
ἐσταμάτησ᾿ ὁ παπάς.
Καὶ καλὰ κοιτάζοντάς τα,
κι ὄμορφα σηκώνοντάς τα,
εἰς τὴν κάσσα τὰ χτυπάει,
καὶ τ᾿ ἀκόλουθ᾿ ἀρχινάει,
τὸ κορμὶ τοῦ συχνοσειώντας,
καὶ τὰ λόγια ἀργοπορώντας:
«Καλὰ κάμαν καὶ στὰ βάλανε
ἐδῶ πάνου, ὅταν σ᾿ ἐβγάλανε!
Μὰ τὸ ναίς, ὁποῦ σοῦ πρέπει,
εἰς τὴν ὕστερή σου σκέπη,
μπρὸς στὸν κόσμο νὰ κρατεῖς
τὰ σημάδια τῆς τιμῆς!
Μ᾿ αὐτὰ τὰ ἴδια ἐγὼ σὲ εἶδα
ποὺ κυρίευες τὴν πατρίδα.
Τὸ θυμοῦμαι ὠιμένανε!...
Ἐπειδὴ δὲ μ᾿ ἀπομένανε,
ἐκαθόμουνα ὁ φτωχὸς
εἰς τὴν γάτα μου ὀμπρός,
κάνοντάς της χάιδια χίλια,
καὶ σὰν ν᾿ ἄκουε τῆς ἐμίλεια:
Μωρὴ γάτα, τί σου φαίνουνται
τέτοια πράματα: Ἀπομένουνται;
Νἆν᾿ ὁ Γιάννης εἰς τὸ σπίτι,
μὲ τὸν ἄλλο ξεκληρίτη,
στὴν καθίγλα νὰ προσμένουν
οὔλους τσ᾿ ἄρχοντες, ποὺ μπαίνουν,
καὶ ξανοίγουν, ἐνῶ σκύφτουνε
μὲ τὰ ταπεινὰ κεφάλια,
πλεζονιὲς καὶ κατρογυάλια;
Νιάι μου, νὰ σὲ χαρῶ,
ἔχω πίκρα καὶ καημὸ
νὰ τοὺς βλέπω, τσοὺ καημένους,
κυριακάτικα ντυμένους,
στὲς καθίγλες νὰ καθίζουν
καὶ τὰ ροῦχα τους νὰ χρίζουν! -
Τέτοια τσὴ λεγα. Ἀλλὰ τώρα,
ὁποῦ σ᾿ εὕρηκε ἡ κακηώρα,
πές, ποιὰ στόματα σ᾿ ἐκράξαν,
καὶ ποιὰ στήθη ἀναστενάξαν;
Ἂν δὲ σ᾿ ἔκλαψαν, ἐγὼ
σὰν παπὰς τσοὺς συχωρῶ.
Ὤ! φωνάξετε, Καιροί,
ποὺ τὸν εἴδετε κριτή,
τί καλό ῾χει γεναμένο,
κι εὐθὺς φεύγω καὶ σωπαίνω!
Ἔτσι λέοντας μεγαλώνει
τὴ φωνή του καὶ θυμώνει.
Μὰ καλὸ ναὶ πλούσιος νἆσαι,
καὶ ποτὲ νὰ μὴ θυμᾶσαι,
πὼς στοὺς δρόμους ἀϊλογᾶνε
κάποιοι μαῦροι ποὺ πεινᾶνε;
Ὅταν ἔπλασαν τὰ χέρια,
ποὺ σκορπήσανε τ᾿ ἀστέρια,
τοῦ θνητοῦ τὰ σωθικά,
καὶ τὰ πλάσανε καλά,
πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα πάθια
τσοὺ ἔχουν βάλει τὴ Συμπάθεια.
Καὶ τὴν ἔδιωξες ἐσύ,
σὰν τὴν χήρα τὴ φτωχή,
ἀπ᾿ τὴ νιότη σου τὴν πρώτη,
γιὰ νὰ βάλεις τὴ Σκληρότη.
Αὐτὴ σὤλεε νὰ ζητᾶς
τὸ ψωμὶ τῆς φτωχουλιᾶς,
καὶ τὸ διάφορο νὰ θὲς
τρεῖς καὶ τέσσερις φορές.
Κι ὁ φτωχός, ἀπορημένος,
σ᾿ ἐσ᾿ ἐρχότουν τρομαγμένος,
γι νὰ πεῖ μὲ τὸ θλιμμένο
χεῖλο: τὤχω πλερωμένο!
καὶ στὰ πόδια σου νὰ ρίξει
κλάψες μύριες, καὶ νὰ δείξει
τ᾿ ἀχαμνὰ τὰ γερατειά του,
τὴ γυναίκα, τὰ παιδιά του,
καὶ τοῦ ρούχου τὰ ξεσκλίδια.
Καὶ τοῦ ἀμόλαες κερατίδια!
Κι ἔτσι δά, μὲ τέτοιους φόνους,
γιὰ σαράντα πέντε χρόνους,
παντελῶς δὲν εἶναι θάμα,
μήτε ἀλλόκοτο τὸ πράμα,
ἂν ἐσὺ φθάσεις νὰ κρύψεις,
ἀπ᾿ τοὺς φόβους γιὰ νὰ λείψεις,
τὸ σωρὸ τοῦ χρυσαφιοῦ σου
καὶ στὲς τράβες τοῦ σπιτιοῦ σου.
Μὰ τῆς φτώχειας ἡ κατάρα,
δυστυχόταατη τρομάρα,
θὰ πλακώσει τὴν ψυχή σου
σὰν ἡ πλάκα τὸ κορμί σου.
Κοίτα ἂν εἶναι Δικαιοσύνη
ἐκεῖ πάνου, γιὰ νὰ κρίνει!
Δὲν ἠθέλησε ν᾿ ἀφήσει
τὸ κορμί σου νὰ ψοφήσει
εἰσὲ δρόμο ἢ σὲ καλύβα,
μὰ στὴν κάμαρη τοῦ Σκλίβα!
Ἐκεῖ σὤμενε νὰ φθάσεις,
καὶ τὸ λογικὸ νὰ χάσεις, -
τὸ παλιὸ τὸ σπίτι ἀφίνοντας,
εἰς τ᾿ ὁποῖο κάποιος ἐμπῆκε,
ποὺ πουλιό του δὲν ἐβγῆκε.
Σκάψε, Ρώμα, γιὰ νὰ ἰδεῖς
μὴ τὰ κόκκαλά του βρεῖς. -
Ἐκεῖ, ἐνῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι
ἐκοπίαζες μὲ τὴ μύτη,
κάνοντας σὰν τὰ παιδάκια,
ὅταν φτειάνουν φυσουνάκια,
σοὺ σηκῶναν κάποιοι τσάφοι
τὸ κλεμμένο τὸ χρυσάφι.
Ἐκεῖ ἐστέκαν, ἐνῶ σώβγαινε
τοῦ θανάτου ὁ γογγυσμός,
τὸν ἀγροίκουναν, κι ἐτρέμανε
μὴ δὲν ἤτανε ὁ στερνός.
Κάνε ἐμπόρειες ἀπ᾿ τὸ βιό σου,
ἔπειτ᾿ ἀπ᾿ τὸ θάνατό σου
καὶ τῆς φτωχουλιᾶς ν᾿ ἀφήσεις,
καὶ τὰ στόματα νὰ κλείσεις.
Ἀλλὰ ὁ Διάολος ἐφάνηκε
στὸ πλευρό σου ἀδερφικάτα,
ὅταν ἔγραφες τὴ διάτα.
Καὶ τὸ χέρι σου τηρώντας,
καὶ σκληρὰ χαμογελώντας,
ἐτραγούδουνε: Ὢ φτωχοί,
ποὺ γυρεύετε ψωμί,
κάθε λύπη τώρα ἀφῆστε,
καὶ σὲ λίγο θὰ πλουτῆστε.
Γραικοὶ σκλάβοι, ἀκαρτερεῖτε.
Γιατ᾿ εὐθὺς θὰ λυτρωθεῖτε.
Τὲς καδίνες θὰ πετάξτε,
εἰς τὴ Ζάκυνθο ν᾿ ἀράξτε,
εἰς τὸ μνῆμα του νὰ ὁρμῆστε,
καὶ τὴν πλάκα νὰ φιλῆστε. -
Κι ἔτσι μ᾿ ὅλο σου τ᾿ ἀσήμι,
μνέσκεις ἄκλαφτο ψοφίμι.
Ὅπως ἔζησες πεθαίνεις,
κι ἐκεῖ μέσα ὁ ἴδιος μένεις,
μὲ ξεμυτερὰ τὰ νύχια,
μαθημένα στὰ προστύχια.
Θέλω νὰ σὲ ἰδῶ, σκυλί!»
Κι ἔτσι λέοντας, τὸ σπαθί,
τὸ καπέλλο, τοῦ πετάει,
καὶ στὴν κάσσα εὐθὺς χουμάει.
Ὁ παπὰς ἐκεῖ γυρμένος,
καὶ στὰ χείλη του ἀφρισμένος,
πολεμάει νὰ τὴν ἀνοίξει.
Κι ὅτι ἀρχίνησε νὰ τρίξει,
ἐγὼ πὤλεα μὴν ὁρμήσει,
καὶ τὸ λείψανο χτυπήσει,
τρέχω γλήγορα κοντά,
γιὰ νὰ πῶ: μωρὲ παπᾶ!
Εἶναι ὁ μαῦρος πεθαμένος!
Ἀλλὰ ἐξύπνησα ἱδρωμένος.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Εκλογικοί κατάλογοι Δήμου Μεσογαίων Ζακύνθου 1867

Για ακόμη μια φορά η καλή μου φίλη Καίτη Λυμούρη που ασχολείται ανιδιοτελώς και αφιλόκερδος ως ερευνήτρια της ιστορίας και των παραδόσεων της Ζακύνθου, έκανε πάλι το θαύμα της και μας προσφέρει τους εκλογικούς κατάλογους του Δήμου Μεσογαίων Ζακύνθου έτους 1867!
Ο Δήμος Μεσογαίων Ζακύνθου περιλάμβανε τα παρακάτω χωριά:
Σκουλικάδον
Φαγιά
Δράκα
Κούκεσι
Άγιος Δημήτρης!










   














Σχόλια από Skouliki:

Ευχαριστώ θερμά την Καίτη Λυμούρη για την διάθεση της πνευματικής της ιδιοκτησίας προς δημοσίευση εδώ!!

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

11 αποφθέγματα του Albert Einstein.

             

• Όποιος δεν έκανε ποτέ λάθος, δεν έχει δοκιμάσει ποτέ κάτι καινούργιο.
• Οι ευφυείς άνθρωποι λύνουν τα προβλήματα. Οι μεγαλοφυείς τα προβλέπουν.
• Όποιος είναι απρόσεκτος με την αλήθεια στα μικρά ζητήματα, δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος στα μεγάλα ζητήματα.
• Ένα σωστά προσδιορισμένο πρόβλημα έχει λυθεί κατά 50%.
• Η δύναμη ελκύει πάντα ανθρώπους με χαμηλή ηθική.
• Μόνο δύο πράγματα είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, αν και δεν είμαι σίγουρος σχετικά με το σύμπαν.
• Ο χωρίς σκέψη σεβασμός προς την εξουσία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της αλήθειας.
• Μάθε από το παρελθόν, ζήσε το παρόν, έλπιζε για το μέλλον.
• Η φαντασία είναι πιο σημαντική από τη γνώση.
• Δεν ξέρω με τι όπλα θα γίνει ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά ο 4ος θα γίνει με πέτρες και ρόπαλα.
• Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Λαλούν τ΄ αηδόνια - Ζακυνθινές Καντάδες



Λαλούν τ΄ αηδόνια - Ζακυνθινές Καντάδες

Συμμετέχουν:

Πέτρος Βυθούλκας Πρίμο και κιθάρα
Σπύρος Μανταλάς Σιγόντο και μαντολίνο 1
Γίωργος Μουζάκης Σιγόντο και μαντολίνο 2
Βαρθάλης Δημήτρης Βαρύτονο και Μαντόλα

Λαλούν τ' αηδόνια και πλαντάζω,
ανθούν τα ρόδα και μεθώ, το φεγγαράκι
κουβεντιάζω και μου `ρχεται να τρελαθώ.

Λαλούν τ' αηδό λαλούν τ' αηδόνια και πλαντάζω,
ανθούν τα ρό ανθούν τα ρόδα και μεθώ, το φεγγαράκι
κουβεντιάζω και μου `ρχεται να τρελαθώ.

Μια μαγεμένη ανατριχίλα με περιμένει
κάθε αυγή, θαρρώ πως βγάζω ανθούς και φύλλα
κι απλώνω ρίζες μες στη γη.

Μια μαγεμέ μια μαγεμένη ανατριχίλα
με περιμέ με περιμένει κάθε αυγή, θαρρώ πως βγάζω
ανθούς και φύλλα κι απλώνω ρίζες μες στη γη.

Μα ποιο μεθύσι και ποια τρέλα
και ποια ανοιξιάτικη χαρά μοιάζει
μ' αυτήν που θέλεις έλα κι όλα τα νιώθω μια φορά.

Μα ποιο μεθύ μα ποιο μεθύσι και ποια τρέλα
και ποια ανοιξιά και ποια ανοιξιάτικη χαρά μοιάζει
μ' αυτήν που θέλεις έλα κι όλα τα νιώθω μια φορά.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

To κάλεσμα της Άνοιξης


Ήρθε η Άνοιξη ξανά
με τα λουλούδια στα μαλλιά
σκορπίζει τριγύρω τη χαρά
πάρ΄ τη κι εσύ στην αγκαλιά

γέμισε ο τόπος με φωνές
όλες χαρούμενες, μελωδικές
η πλάση τριγύρω με ορμή
αγαλλίασης χαρίζει φιλί

Άνοιξη γέμισε η ζωή
που ακόμα και οι μοναχικοί
βρίσκουν τον τρόπο να χαρούν
αυτή την αναγέννηση να ζουν

Πουλί μονάχο κι αν δεις
αταίριαστο μην το θαρρείς
με τη γλυκιά του την λαλιά
βρίσκει του έρωτα την αγκαλιά

κάθε δεντράκι φουντωτό
του έρωτα μοιάζει φυλαχτό
κρύβει το σπέρμα της ζωής
στα άνθη του της προσμονής
μια πεταλούδα που περνά
φέρνει στον έρωτα κοντά
στα ριζωμένα τα σπαρτά
παντού πετάει η χαρά

Βλέπεις την φύση που γελά
αλλεργικός μην είσαι σε αυτά
μην κάνεις λάθος στην ζωή
άκου την που σε καλεί

Σαν τα πουλάκια τα μονά
ψάξε θα βρεις την αγκαλιά
που σε προσμένει έξω εκεί
ζητώντας σου ένα φιλί

τρέχει η άνοιξη γοργά
δεν είναι για σε, καθόλου αργά
κοίτα μονάχα στην αυλή
που ο έρωτας σου σε καλεί
Μια ευκαιρία ακόμα στην ζωή
σου την προσφέρει η άνοιξη αυτή
μην παραιτείσαι είναι πολύ νωρίς
τα θέλω σου πρέπει να χαρείς

Η Άνοιξη είναι της καρδιάς
άκου την μαργαρίτα που μαδάς
μέσα από τα πέταλα της τα λευκά
που λέει: ακόμα η ζωή σε αγαπά!!
skouliki

Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Σαν το αδέσποτο σκυλί


Σαν το αδέσποτο σκυλί
πάντα μου φέρεσαι εσύ
όμως έχουν και τα σκυλιά
μάθε ευαίσθητη καρδιά

Μην με κλοτσάς στο βλέμμα σου
δεν είμαι εγώ σαν το ψέμα σου
ένα παιδί είμαι και εγώ
που τόλμησα να σε αγαπώ...

Πολύ μας βλέπεις αφ υψηλού
και πάντα τρέχεις κάπου αλλού
όμως σαν το αδέσποτο σκυλί
είμαι εδώ για να σε καρτερεί!

Είναι στον χρόνο μια φορά
μέρα για τα αδέσποτα σκυλιά
όπου τους κάνουν μόνο χαρές
κανε και συ σε μένα το ίδιο αν θες...

Σαν το αδέσποτο σκυλί
που περιφρονήθηκε πολύ
σε καρτερώ βράδυ πρωί
μια ματιά τυχαία και περαστική
με κάνει να νιώθω πάλι παιδί
που γεύεται το πρώτο του φιλί ....
skouliki

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Το πατρικό σπίτι του πατέρα μου στο Σκουληκάδο Ζακύνθου....

Προσεισμικό το πατρικό του πατέρα μου, το οποίο γλύτωσε απο τον μεγάλο σεισμό, αλλά όχι από τον χρόνο, παρόλα αυτά ακόμα στέκει εκεί όρθιο για να θυμίζει στους παλιότερους τα Καργαδέικα.......
Το καλοκαίρι πήγα την θεία μου, που απουσιάζει απο το νησί χρόνια, και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα στην θέα του σπιτιού που γεννήθηκε.... νοσταλγία για όλους το ερείπιο αυτό!





















Σχόλιο από Skouliki: Ευχαριστώ τον φίλο μου Μπάμπη Σιγούρο για την άδεια να αναδημοσιεύω  φώτο του από το χωριό μας