Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Χρόνια πολλά, καλό 2016


Ας ελπίσουμε σε ένα 2016 καλύτερο από το 2015 που μας τα έκανε ολα μαντάρα....
Χρόνια  πολλά  
καλή Χρονιααααααααααααααααααα

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

«Ο Καπιτάνιος» του Στράτη Μυριβήλη

   

Τον Καπιτάνιο μας τόνε φέρανε σπίτι σα μπατάρησε μεσοπέλαγα η τρεχαντήρα μας η Βαγγελίστρα. Χριστούγεννα παραμονή έγινε το κακό, μια μαύρη νύχτα, που ξοριάστηκε και βούλιαξε το καράβι ανάμεσα Μόλυβο και Κάβο-Μπαμπά. Χαθήκανε κι οι δυο ναύτες του πατέρα, κι ούτε βρέθηκαν ποτές τα λείψανά τους. Κι α γλίτωσε ατός του, το χρωστούσε στο καραβόσκυλο, τον Καπιτάνιο μας. Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής. Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.
Ήταν ένας σκύλαρος ως εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιας άσπρη βούλα στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ' ήτανε καλός, κι εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια. Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα σε άσωτη καλοσύνη.
Τ' αγαπούσε τα παιδιά, έπαιζε μαζί τους υπομονετικά και τους φερνότανε με προστατευτική αψηφισιά, χωρίς ποτές να θυμώνει και να τα ξεσυνερίζεται. Τόνε καβαλίκευαν το λοιπόν και κείνοι ή τόνε ζεύανε στο ποδηλατάκι του Πετρή και κάναν αρματοδρομίες στις πλάκες της αυλής. Ο Καπιτάνιος, σαν πονούσε πολύ, μισόκλεινε τα μάτια και ψευτόκλαιγε, ή έγλειφε το χεράκι που τόνε παράσφιγγε. Εγώ, που καταλάβαινα όσο κι η μητέρα το καλό που μας έκανε τη νύχτα της καταστροφής ετούτο το σκυλί, πολεμούσα να το προστατεύω όσο μπορούσα από τους μικρούς σταυρωτήδες του.
Ακόμα απορούσα πώς ο Καπιτάνιος δε σκέφτηκε ποτές να πάρει μέσα στο σπίτι μήτε τόσο δα ύφος «μεγάλου ευεργέτη». Καμιά φορά που 'βλεπα τον πατέρα να στέκεται ψηλός, με τα πόδια ανοιχτά, μπροστά στο μικρό πόρτο, με το ναυτικό του κασκέτο γερτό πίσω στο σβέρκο, να βλέπει μακριά από το πέλαγο, να βλέπει εκεί προς τον Κάβο-Μπαμπά χωρίς να μιλά, με τα χέρια στις τσέπες, μ' έπιανε μια συγκίνηση…Αγκάλιαζα τότες τον Καπιτάνιο μας και τόνε φιλούσα κι έχωνα το πρόσωπο κάτω από την κεφάλα του. Κι αυτός μ' έγλειφε πίσω από τ' αφτί και φρούμαζε μέσα στα μαλλιά μου. Το 'ξερα πως χωρίς αυτόνε θα 'μασταν τέσσερα ορφανά στο δρόμο, κι ήθελα να μπορούσα να του το πω πόσο το 'ξερα.
Σαν πηγαίναμε στο σκολειό με τον Αντώνη, το δεύτερο αδέρφι, μας έπαιρνε το καταπόδι ως τη σιδερένια οξώπορτα της μεγάλης αυλής του, χωρίς να μπαίνει ποτές μέσα στο προαύλιο. Σταματούσε εκεί, μπροστά στο πετρένιο κατώφλι, κάθιζε στα πίσω πόδια και μας έβλεπε με τα καστανά μάτια του, μας έβλεπε τρυφερά να προχωράμε μέσα, σαρώνοντας με τη φουντωτή ουρά το χώμα. Έγερνε το κεφάλι του πλάι να μας δει, όπως κάνουν οι μαμάδες να καμαρώσουν τα μωρά τους. Σαν μας έχανε από τα μάτια του, έδινε μια και γύριζε τρεχάτος σπίτι. Από κει παραμόνευε την ώρα που σχολνούσαμε, και μόλις άκουγε το καμπανάκι που χτυπούσε ο επιστάτης – ακουγότανε ως το σπίτι αυτό το καμπανάκι -, άφηνε στη μέση τα παιχνίδια του ή τα κόκαλα που τραγάνιζε και, μια και δυο, ερχότανε στην οξώπορτα του σκολειού μας να μας προπάρει και να μας πάει συνοδεία στο σπίτι.
Όλος ο κόσμος το αγαπούσε τον Καπιτάνιο, γιατ' ήτανε καλός. Μόνο ένας χασάπης, που είχε το μαγαζί του στην αγκωνή του δρόμου μας, δεν τονε χώνευε. Αυτός είχε ένα χασαπόσκυλο, Μαχμούτ τόνε λέγανε. Μαύρο και χοντρό σκυλί, κακό και μπαμπέσικο. Άμα τον έπιανε η κακία του, ακολουθούσε ένα διαβάτη ύπουλα, πήγαινε πίσω του ήσυχα και, ξάφνου, στα καλά καθούμενα, το αρπούσε από το πόδι ή του σκιζε το βρακί.
Ο χασάπης του 'ριχνε ένα σωρό μεζελίκια μέσα σ' ένα σπιτότοπο που ήτανε παραδίπλα. Μόλις τα μυριζόταν ο Καπιτάνιος μας, πρόφταινε με μεγάλες τρεχάλες, τον αγρίευε, και, χλαπ, χλουπ, κατάπινε σε μια στιγμή τα τζιέρια και τα διαλεχτά κόκαλα και ο Μαχμούτ έβλεπε από μακριά κατατρομαγμένος. Ο πατέρας γελούσε και έλεγε στο χασάπη να 'ρχεται να του πλερώνει τη ζημιά. Αυτός όμως το 'χε πάρει κατάκαρδα. Έβαλε όχτρα πάνω στον Καπιτάνιο μας.
Μια μέρα, που τόνε τσάκωσε στα πράσα να τρώει τους κατιμάδες του Μαχμούτ, έγινε έξω φρενών και τίναξε πάνω του το μεγάλο του χασαπομάχαιρο. Το γιντέκι βρήκε το σκυλί στο δεξί μπροστινό πόδι και το πλήγωσε λαφριά. Το σήκωσε ψηλά, το 'γλειφε και έκλαιγε. Τύχη του να γυρίζει σπίτι ο πατέρας κείνη την ώρα και να δει το κίνημα. Δίνει ένα σάλτο, αρπάει από χάμου το χασαπομάχαιρο, κατόπι χιμά και πιάνει το χασάπη. Τον γονατίζει με το 'να χέρι, κατόπι τον αρχίζει στη ράχη η διπλαριές με το πλατύ του γιντεκιού, να πού σε πονεί και να πού σε σφάζει. Του 'καμε μαύρη την πλάτη. Πρώτη φορά τον είδα έτσι θυμωμένο τον πατέρα.
Μια μέρα, καλοκαίρι ήταν, απόγευμα. Τελεύανε οι πάψες και η μητέρα τοίμαζε κείνες τις μέρες το μπαούλο μου, να με ταξιδέψει στη Χώρα για το Γυμνάσιο. Ξαφνικά σηκώθηκε μέσα στο χωριό μια φασαρία…Ένα κακό…Η γειτονιά έγινε ανάστατη. Ένα τσομπανόσκυλο είχε λυσσάξει πάνω στις μάντρες, και δάγκασε κάμποσα πρόβατα. Οι τσομπαναραίοι το κυνηγήσανε με πέτρες και με ξύλα, να το σκοτώσουν· κι αυτό ροβόλησε μέσα στα σπίτια. Ήταν ένα κόκκινο σκυλί, αγριεμένο, με σηκωμένη την τρίχα, σαν λύκος. Έτρεχε με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τα μάτια του ήτανε κόκκινα, έριχνε λοξές ματιές κι είχε το στόμα ανοιχτό. Από την κρεμασμένη γλώσσα του τρέχανε σάλια. Από πίσω του φωνάζανε, χούγιαζαν, του πετούσανε στειλιάρια και φορτωτήρες κι οι γυναίκες τσιρίζανε, μάζευαν τα μωρά τους και σφαλούσανε με θόρυβο τις πόρτες.
Πέρασε μπροστά από την πόρτα μας, όπου τα δυο μικρότερα αδερφάκια παίζαν ολομόναχα με τον Καπιτάνιο. Του 'χανε βαλμένη μια σκουφίτσα με νταντέλες, του τη δέσανε κάτω απ' το σαγόνι στο μαύρο λουρί, κι αυτό πια στεκόταν και καμάρωνε όσο αυτά ξεφώνιζαν από τα γέλια. Σαν άκουσε το σαματά και το κακό που γινόταν, πετάχτηκε πάνω, γάβγισε φοβεριστικά και στάθηκε μπροστά στα παιδιά περιμένοντας να τα διαφεντέψει. Το τσομπανόσκυλο ήρθε καταπάνω του, ξεφρενιασμένο από την τρομάρα και από την αρρώστια του. Να το δει ο Καπιτάνιος να περνά από το πόστο του, χύνεται και τ' αρχίζει στις δαγκωματιές. Κυλιστήκανε μια κουβαριά στα χώματα, ενώ τα παιδιά τρέξανε μέσα κλαίγοντας.
Το λυσσασμένο σκυλί έφυγε σε κακό χάλι, με τ' αφτιά πετσοκομμένα με τη μούρη χωμένη στα αίματα. Όμως κι ο Καπιτάνιος είχε δυο μικρές δαγκωματιές στα πόδια και ένα ξέγδαρμα στο στέρνο.
Ο πατέρας ήρθε σε λίγο τρομαγμένος και βαστικός. Του είπανε κι έτρεξε. Ο Καπιτάνιος, σαν τον είδε, σταμάτησε να γλείφει τις λαβωματιές του και του 'κανε όπως πάντα χαρές. Σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια κι ακουμπούσε, όπως το συνηθούσε , τα μπροστινά του στους ώμους του πατέρα. Αυτό ήταν ένα χάδι, που μόνο ο πατέρας μπορούσε να το σηκώσει. Κόντευε να τόνε φτάσει στο μπόι ο σκύλος. Κουνούσε την ουρά του θριαμβευτικά, φτερνιζότανε κι έτριβε την κεφάλα του χαδιάρικα στα στήθος του πατέρα.
Εκείνος ήτανε χλωμός, χλωμός σαν πεθαμένος και τα πυκνά φρύδια του χαμηλώνανε πολύ πάνω στα μάτια του. Κατέβασε από πάνω του το σκυλί και μου 'πε να φέρω την αλυσίδα. Τη στερέωσε στο λουρί του και τον έδεσε στο χαλκά της πόρτας. Κάνοντας να μπει μέσα, πήρε το μάτι του το σκουφάκι των παιδιών, που κείτονταν στα χώματα ματωμένο. Το πήρε και τ' άναψε μ' ένα σπίρτο, ώσπου κάηκε. Κατόπι μπήκε στο σπίτι, πήγε στην κρεβατοκάμαρη, άνοιξε το μπαούλο του κάτι πήρε μαζί του. Είδα τη μητέρα που πολεμούσε να τον εμποδίσει. Τον ακολουθούσε κλαίγοντας. Έλεγε «όχι αυτό…δε θα το κάνεις αυτό» κι όλο έκλαιγε. Την είδανε τα δυο μικρά και αρχινίσανε να ξανακλαίνε κι αυτά. Ο πατέρας, χωρίς να της απαντήσει, με κοίταξε μια στιγμή σοβαρά, με μέτρησε με μια ματιά από τα παπούτσια ως την κορφή και μου γνεψε:
- Έλα μαζί μου…
Ξεκούμπωσε από το χαλκά την αλυσίδα και έσυρε μπρος με τον Καπιτάνιο. Εγώ βάδιζα καταπόδι. Κανένας μας δε μιλούσε. Μονάχα το σκυλί έκανε παιχνίδια, πότε στον πατέρα, χωρίς να βρίσκει πουθενά ανταπόκριση. Περάσαμε έτσι τα τελευταία σπίτια, περάσαμε το μουράγιο, όπου κουρνιάζαν αράδα τα καΐκια φορτωμένα κυδώνια. Μοσκοβολούσανε τα κυδώνια, μοσκοβολούσανε και τα φρεσκοκομμένα δαφνόκλαδα, που βάζαν ανάμεσα στο πράμα οι καπιτάνοι, φορτωμένα μαύρα δαφνοκούκουσα. Οι αλυσίδες και οι πρυμάτσες των δεμένων καραβιών μια τεζέρνανε και μια λασκάρανε. Και ολοένα η μουγγαμάρα βάραινε ανάμεσό μας. Ο πατέρας σκυφτός και αμίλητος, ο Καπιτάνιος στη μέση και γω από πίσω. Μπήκαμε στο χωροφόδρομο και ανηφορίσαμε στη Δαφνούσα μας. Η Δαφνούσα ήταν ένα λιαχώραφο πάνω στο λόφο. Από κάτου, βαθιά, ένας γκρεμός καμιά δεκαριά οργιές, κι η θάλασσα, που αδιάκοπα αναδευότανε, γαλάζια και πράσινη, μέσα στη θαλασσοβραχιά. Η ρούφνα της ακουγόταν από μακριά, νανουριστική και ασώπαστη, χρόνον-καιρό, μπουνάτσα ή χειμωνιά.
Ο πατέρας σταμάτησε εκεί, άκρη, προς τη μεριά της θάλασσας. Σταμάτησε και ο Καπιτάνιος, χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Κάπου κάπου κοντανάσαινε από την ανηφόρα, με τη γλώσσα έξω, κυματιστή. Τέντωνε την αλυσίδα να τρέξει, τσίτωνε τ' αφτιά του και γύριζε γουστόζικα πλάι την κεφάλα του, να δει ένα τζιτζίκι που φώναζε πολύ κοντά του, πάνω σ' έναν κορμό. Άπλωνε το πόδι κατά το ζουζούνι να παίξει.
Ο πατέρας έδεσε την αλυσίδα σ' ένα σκοινό κι έκατσε σε μιαν αρχαία τετράγωγη πέτρα, που ήταν εκεί, κάτω από τη μεγάλη ελιά. Έκατσα και γω παράμερα, λαχανιασμένος από τον ανήφορο, με την καρδιά σφιχτά κλειδωμένη.
Ο Καπιτάνιος μας έβλεπε, μια εμένα, μια τον πατέρα. Μας έβλεπε με κείνα τα καστανά, τ' ανθρωπίσια μάτια του, που μιλούσανε τόσο εκφραστικά, και ήξερα τα νοήματά τους. Μας έβλεπε ανυπόμονα, ψευτόκλαιγε παρακαλεστικά, να τόνε λύσουμε, έκανε πως δαγκάνει την αλυσίδα του, τάχα να την κόψει. Κανένας μας δεν του αποκρενόταν. Τότες χιμούσε όρθιος πάνω στην αλυσίδα στα πίσω πόδια, κουνούσε το σκοινό να το ξεριζώσει, γάβγιζε χαρωπά, γάβγιζε μαλωτικά.
- Άιντε λοιπόν, κάνετε γρήγορα, έλεγε. Ως πότε θα βαστάξει τούτο το χωρατό…
Το καταλάβαινα πολύ. Τον καταλάβαινε κι ο πατέρας. Αναστέναξε βαθιά και σηκώθηκε. Μου 'πε:
-Σύρε παρέκει, γύρισε κατά δω τη ράχη σου και περίμενε να σε φωνάξω.
Η καρδιά μου χτυπούσε, χτυπούσε. Ήθελα να μιλήσω, ν' απλώσω τα χέρια μου να τον παρακαλέσω. Δεν είχα το κουράγιο. Το ήξερα καλά τον πατέρα. Ό,τι έκανε ήτανε σωστό. Ήτανε καλό για όλους μας. Γι' αυτό δεν άλλαξε απόφαση ποτές του. Πήγα παραπέρα δυο τρία βήματα κι ακούμπησα σε μια συκιά, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από πάνω τους. Ο πατέρας έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα πιστόλι. Το ήξερα το πιστόλι του. Ένα πλατύ, μεγάλο μπράουνιγκ. Ξεκούμπωσε την ασφάλεια και άκουσα τον ξερό κρότο που έκανε σαν τράβηξε πίσω την κάνη να το γιομίσει. Κατόπι πλησίασε το σκυλί. Αυτό χύθηκε να τον αγκαλιάσει. Τότες ο πατέρας τραβήχτηκε πίσω, απόθεσε το όπλο στην πέτρα, ξαναπήγε στο σκυλί και κόντηνε την αλυσίδα ως τον κορμό του σκοίνου, να μη μπορεί το ζο να κουνηθεί και να παίξει. Ο Καπιτάνιος γρίνιασε παραπονιάρικα, όμως υποτάχτηκε και σε τούτο το νέο παιχνίδι, και περίμενε τη συνέχεια με το κεφάλι, χάμου. Ο πατέρας ξαναπήρε το πιστόλι και πήγε κοντά του. Το 'βαλε μέσα στ’ αφτί του. Τότες το σκυλί κάνει μονομιάς μια μεταβολή και γυρίζει πάλι κατάφατσα στον πατέρα. Βλέπει το πιστόλι στο χέρι του, γέρνει πλάι το κεφάλι, όπως όταν ήθελε να κάνει νοστιμάδες, το γλείφει. Είναι κρύο το σίδερο. Κοιτάζει το πατέρα με τα καστανά του μάτια, όλο αγάπη. Τον κοιτάζει να καταλάβει. Δοκιμάζει την κάνη με τα δόντια του. Πολύ σκληρή. Άξαφνα καταλαβαίνει. Κουνά την ουρά του. Συλλογιέται πως αυτό το πράγμα σίγουρα είναι κάτι που πρόκειται να το τινάξει μακριά ο πατέρας, μέσα στα χόρτα ή μέσα στη θάλασσα, για να τόνε προστάξει κατόπι, όπως πάντα, να χυθεί να του το φέρει. «Άα-πορτ!». Μέσα στα έξυπνα μάτια του είναι φανερωμένη η νόηση για τη νέα κατεργαριά που του ετοιμάζουν. Τόνε δέσανε, να δούνε πώς θα τα καταφέρει να κάνει το «απόρτ». Αυτό είναι. Καταλαβαίνω πως ο πατέρας δεν μπορεί να τραβήξει τη σκανδάλη όσο τόνε κοιτάζουν έτσι αθώα και τρυφερά, αυτά τα καστανά, τα ανθρωπίσια μάτια. Μια μικρή αστραπή ελπίδας περνά μεσ’ από την καρδιά μου.

Ξαφνικά, πιάνει με το δυνατό χέρι του το σκυλί από το σβέρκο, γυρίζει τη μούρη του προς τη θάλασσα, και του τραβά την πιστολιά από πολύ κοντά, μέσα στ' αφτί. Όλα αυτά έγιναν στη στιγμή. Ο Καπιτάνιος σωριάστηκε χωρίς να γαβγίξει καθόλου. Έκανε να σηκώσει μονάχα δυο φορές το κεφάλι προς τα πίσω, όπως σαν ήθελε να χασμουρηθεί, κλότσησε τα πίσω πόδια και πέθανε γεμάτος απορία.
Ο πατέρας ξανασφάλισε το πιστόλι, το 'βαλε πίσω στην τσέπη και διάλεξε από το πεζούλι μια στενόμακρη μαρμαρόπεταρα. Έλυσε την αλυσίδα από το σκοινό και έδεσε την πέτρα στην άκρη. Κατόπι, χωρίς να με αναγυρέψει με το μάτι, φώναξε:
-Έλα!
Έπιασε κείνος τα μπροστινά πόδια μαζί με τη μαρμαρόπετρα, και 'γω τα πισινά. Έβαλα όλα μου τα δυνατά να φανώ άντρας στα χέρια και στην ψυχή, και μ' όλο που ήμουνα ένα χεροδύναμο για την ηλικία μου αγόρι, δυσκολεύτηκα πολύ. Ανοίξαμε τα γόνατα, στεριώσαμε τα πόδια και κουνήσαμε το κουφάρι πάνω από το βάραθρο, μια δυο…Στην τρίτη, ο πατέρας έκανε «χέι!», σαν να έδινε τα όρντινα στο καράβι. Τ' αμολήσαμε τότες κι απομείναμε στον τόπο, ώσπου ακούσαμε από κάτου, βαθιά, τη χλαπαταγή που 'κανε το κορμί χτυπώντας μέσα στη θάλασσα. Τότες, σα να 'ταν αυτός ο κούφος κράτος το τέλος, κοιταχτήκαμε γρήγορα στα μάτια και κινηθήκαμε από το τόπο.
Ο πατέρας έκαμε το σταυρό του αργά αργά και ξανακάθισε στην αρχαία πέτρα. Έκαμε «ωχ», σα να 'γινε ξαφνικά πολύ γέρος και κουρασμένος. Ένιωσε ενοχλητικό το μάτι μου απάνω του, έσπρωξε πίσω το κασκέτο του και έβγαλε την ταμπακέρα. Κατόπι μου ξανάριξε μια βιαστική ματιά και μ' έστειλε πίσω. Κούνησε το χέρι του να φύγω και είπε:
-Άιντε, τράβα σπίτι, κι έρχουμαι…
Η φωνή του ήταν αδύνατη. Ήθελε να μείνει μόνος.
Γύρισα στο σπίτι φαρμακωμένος και αμίλητος. Η μητέρα καθότανε στο χαγιάτι, στο μικρό καναπέ, και μόλις με είδε πάτησε τα κλάματα, ασυγκράτητα. Τότες με πήρανε και εμένα τ' αναφιλητά και μαζί μου έκλαιγε κι ο δεύτερος αδερφός.
Το δυο μικρά, που δεν μπορούσανε να καταλάβουν ακόμα την ορφάνια που έπεσε ξαφνικά μέσα στο σπίτι, ήτανε μέσα στην αυλή. Γιόμιζαν παστρικό νερό με το πράσινο ποτιστηράκι του Πετρή τη γαβάθα του σκυλιού. Να 'ρθει να πιει νερό ο Καπιτάνιος μας.


[πηγή: Στράτης Μυριβήλης, «Ο Καπιτάνιος», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Γυμνασίου, Ν. Γρηγοριάδης, Δ. Καρβέλης, Κ. Μπαλάσκας, Γ. Παγανός, Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1987, σ. 284-290]

Χρόνια πολλά!


Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Το ανεκδοτακι μας

    
Σε κάποιο μοναστήρι τέρμα Θεού φέρνει ο αέρας στα πόδια ενός καλόγερου μια αγγελία που έλεγε:
«Όποιος κάνει έρωτα μαζί μου 100 φορές θα πάρει 1.000.000 ευρώ»
Ο καλόγερος που δεν το είχε κάνει ποτέ του σκέφτεται «Ο Θεός μου την έστειλε για να με ανταμείψει για τόσα χρόνια αυτοσυγκράτησης»
Πάει και την βρίσκει αυτήν από την αγγελία και αρχίζουν….
Μετά από λίγο την ρωτάει εκείνος:
– Πόσα έχουμε τώρα;
– 30, απαντάει αυτή
Μετά από λίγο την ρωτάει ξανά
– Πόσα έχουμε τώρα;
– 65
Την ξαναρωτάει μετά από λίγο
– 95, του λέει.
Συνεχίζει ο καλόγερος και την ρωτάει άλλη μια φορά
-Στα πόσα είμαστε τώρα;
– 85 του λέει αυτή!
Τότε ο καλόγερος τσατίζεται με το ψέμα και της λέει
– Ξέρεις κάτι; Σβήσε τα όλα και πάμε από την αρχή…
χαχχαχαχαχχαχαχαχαχχαχαχαχ

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Πως φτιάχνω κρασοτύρι!


Η παρασκευή του γίνεται βέβαια με πρόβειο γάλα ή ανάμεικτο και ακολουθεί την διαδικασία του κεφαλοτυριού (ΔΕΣ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΤΥΡΙ) με την μόνη διαφορά είναι ότι, όταν στραγγίσει για τα καλά αντί να μπει για ωρίμανση στο ψυγείο αυτό το τυρί το αλείφουμε με την μούργα απο κόκκινο κρασί και ωριμάζει παίρνοντας την γεύση και το εξωτερικό χρώμα
Ωριμάζει μέσα σε οινολάσπη και είναι ιδανικό για κρασί και ούζο...
Μέσα στην μούργα του κρασιού βάζουμε και λίγο λάδι και ρίγανη.
πηγή: ΑΙΓΟΤΡΟΦΕΙΟ

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Γιατί η έφηβη κόρη μου ΔΩΡΙΣΕ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ: «Όταν υπάρχει αγάπη, υπάρχει τρόπος»

Η κόρη μου αποφάσισε να δωρίσει τα μαλλιά της για τα πάσχοντα παιδιά από καρκίνο αλωπεκία κ.α.
 Η αντίθετη άποψη από την μητέρα της, να μην κόψει τόσο κοντά τα μαλλιά της δεν την εμπόδισε.....
Πήγε και το έκανε πράξη. 
Γιατί δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο όταν κάτι το θέλεις μέσα από την καρδιά σου !!!


Πήγε σε ένα από τα συνεργαζόμενα για τον σκοπό αυτό κομμωτήρια....


Έκοψε την κοτσίδα της με χαμόγελο εφόσον πληρούσε τις προϋποθέσεις δωρεάς....
\

Συμπλήρωσε την φόρμα δωρεάς μαλλιών....



και παρέδωσε τα μαλλιά της στην κομμώτρια για αποστολή....

Σαν γονέας νοιώθω πολύ περήφανος για την κίνηση αυτή της κόρης μου
ΕΎΓΕ ΣΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ!!

Εδω  θα αναφέρω λιγα για τον σκοπό της κίνησης αυτής όπως τον εχει η επίσημη ιστοσελίδα της κίνησης : Donate hair , Δωρεά μαλλιών-Μπορείς και εσύ να βοηθήσεις.
Σκοπός τις κίνησης αυτής είναι η δωρεά μαλλιών και στη συνέχεια η δημιουργία περουκών για παιδιά που τις έχουν ανάγκη (παιδιά πάσχοντα από καρκίνο, αλωπεκία κ.ά.).
Η φιλοσοφία του Σωματείου βασίζεται στην ανιδιοτέλεια, την αλληλεγγύη και την αγάπη, για κάθε παιδί. Αποδεχόμαστε και στηρίζουμε πλήρως τα παιδιά όπως εκείνα επιθυμούν να είναι στην διάρκεια της απώλειας των μαλλιών τους.
Η παροχή περούκας αφορά παιδιά που μένουν στην Ελλάδα και δίνεται εντελώς δωρεάν στον λήπτη του.
Με σύνθημα «Όταν υπάρχει αγάπη, υπάρχει τρόπος» όλοι μαζί, εθελοντές, δωρητές και κομμωτές δημιουργήσαμε τον 1ο Σωματείο Δωρεάς Μαλλιών για παιδιά με καρκίνο και αλωπεκία.
Σας ευχαριστούμε από καρδιάς!
Για πληροφορίες και εθελοντική συμμετοχή ΔΕΊΤΕ ΕΔΩ, γιατί «Όταν υπάρχει αγάπη, υπάρχει τρόπος»

Καλημέρα απο Την Ζάκυνθο, καλό Σαββατοκύριακο!


Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Το κρασί: ένα ποίημα του ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΟΥΖΕΛΗ

ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ, ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΟΥΖΕΛΗ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ''Η ΗΩΣ'', ΣΤΙΣ 13 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1830, ΚΑΙ   ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑ ΣΤΟ fb H KAITH ΛΥΜΟΥΡΗ.
 


''Ούρμα σταφύλια τρύγαε και τ' άγουρα αφηνέτα,
Κι ούλα τα σάπια και ξερά οθ' εύρης πεταέα,
Γιατί τα σάπια προξενούν μούχλα και δυσωδίαν
Και τα ξερά καταρροφουντην γλυκερά ουσίαν.
Πρόσεχε να ' ν ο τρύγος σου ημέρα που δε βρέχει ,
Ουδέ δροσιά ς' τα φύλλα του τ' αμπέλι ποτέ ν' έχη,
Γιατί και τα στεφύλια σου, αν πατηθούν βρεγμένα,
Κάμνουν κρασία νερουλά, και αδυνατισμένα.
Αλλά αν έπεσε δροσιά κι είναι υγρό τ' αμπέλι,
Άφες τον Ήλιον να το ιδή , τρύγος δροσιά δεν θέλει,
Την αυτή μέρα 'που τρυγάς κάνε και τρυγοπάτι,
Και μην τ' αφήνης 'ς τον ληνόν να λυώνουν σαν τ' αλάτι,
Γιατί να μένουν 'ς τον ληνόν εκεί σωροί σταφύλια,
Είναι ζημία φανερή, κίνδυνα έχουν χίλια.
Ο ήλιος, ο άνεμος, οι άνθρωποι, τα ζώα,
Και κάθε πράγμα βλάπτει τα, δεν τα αφήνει σώα.
Είν' τα σταφύλια του ληνού τραπέζι του διαβάτη,
Που χάρισμα αναχωρεί με την κοιλιά γεμάτη.
Πλην το πολύτερον κακόν είναι μη εκεί βράσουν,
Και την ουσίαν τους κακά απ' τον αέρα χάσουν.
Ευθύς λοιπόν πάτει τα συ και εις αγγειά χυνέ τα.
Το μούστο και τα τζίπουρα, και μαστελάριζέ τα.
Αυτά τα αγγειά όμως εσύ να μη παραγεμίεις,
Αλλ' αδειανό το τέταρτο του τόπου τους ν' αφίσεις.
Γιατί οπόταν βράζουνε φουσκώνουν, αναβαίνουν,
Κι ο τόπος τους δεν τα χωρεί, κι έξω πηδούν κι εκβαίνουν,
Αφού τα βάλης εις τ' αγγειά σκέπαστα να μη μπάζη
Αέρας μέσαθ ' εις αυτά,όπου ο μούστος βράζει.
Γιατί αέρας μπαίνοντας κ' εκβαίνοντας ρουφάει
Ευθύς το πνεύμα του κρασιού, και το κρασί χαλάει.
Βάλ' ένα από τενεκέ δίστομο σωλινάρι,
Είς μία τρύπα του αγγείου πιτήδεια να το πάρη
Και τ'άλλο του σουληναριού στόμα σε μιά σκουτέλα
Βάλετο μέσα σε νερό κοντά είς τη μαστέλα,
Καί άφες τα κλεισμένα εκεί οκτώ, ή δέκα μέρες,
'Οπου φυσούν είς το νερό και παίζουν οι αέρες.
Εν όσω κάνει το νερό κλού, κλού, είναι σημείον
Οτ' είν' ο μούστος άβραστος ακόμα, μες' τ' αγγείον.
Αλλά οπόταν το νερό κλού, κλού πλέον δεν κάνει,
Ο μούστος έγινε κρασί, κι αυτό δεν σε λανθάνει.
Και γενομένο το κρασί διά να μη χαλάση,
Δύο, τρείς μέρες πάλ' εκεί, άφεστο ν' ησυχάση.
Καί τήν τετάρτη μοναχά, ή το πολύ την τρίτη,
Φέρε το στα βουτζία σου, αν έχης είς το σπίτι.
Και πρώτα ξέταστα καλά να 'ναι καθαρισμένα,
Και να μην είναι μυρωδιά κακή, εισέ κανένα.
Γιατί την παίρνουν παρευθύς τότε και τα κρασία
Και σου χαλάνε άδικα γι' αυτήν τη δυσώδια.
'Επειτα μήπως κ' είς τ' αγγειά ακόμα μεταβράσουν,
Κι απ' τον βρασμόν έξω χυθούν, και τα βουτζία σπάσουν.
Τάς τρύπας άνοιξε κι εκεί διά να μη σε σφάλη
Κι έχε σκουτέλες με νερά, και σουληνάρια πάλι,
Κι ήσυχα κράτειτα κ' εκεί κι' ανέγκικτα δύο μήνες,
Και αποφεύγεις το κακόν με τσ' ίδιες τέχνες 'κείνες.
'Υστερ' απ' όλα σου τ' αγγειά, τα σουληνάρια πέτα,
Και τες σκουτάλες τζάκιζε, και τα νερά χυνέ τα.
Και ελαφρούς ευρές φελλούς, και βούλωνε να μένουν,
Καλά κλεισμένα τα κρασιά, να μη σου ξεθυμένουν.
'Ετσι φτιασμένο το κρασί και χωρίς σκευασίες,
Αυξάνει δέκα τα 'κατόν, κρατεί πολυκαιρίες.
Και γίνεται καλύτερο, ώστε να αγαλιάζει,
Εκείνος όπου το πουλεί, 'κείνος 'που τ' αγοράζει.
Πίνε λοιπόν καλά κρασιά κι ακόμη στήν υγείαν
Κ' εκείνου όπου σου 'γραψε, αυτήν την ερμηνείαν.''

Σχόλιο από Skouliki:

Ευχαριστώ θερμά την Καίτη Λυμούρη για την διάθεση της εργασίας προς δημοσίευση εδώ!!

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Μανιτάρια σε ελαιώνα για να θαυμάζεις!!!



Μην με ρωτάτε αν τρώγονται η όχι...... ποσώς με νοιάζει, απλά τα θαυμάζω!
Τα Volvopluteus gloiocephalus και με την Ελληνική ονομασία βολβαριέλλα η γλοιοκέφαλη



Τα Panaeolus papilionaceus ή στη Ελληνική ονομασία Παναίολος ο πεταλουδοειδής

και  το Peziza vesiculosa ή στην Ελληνική ονομασία κοπρομύκητας

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Το Σκουληκάδο δεν είναι μόνο αυτό....



Ένα χωριό που καλύπτει μεγάλη έκταση, με σπίτια επι το πλείστον διάσπαρτα στον κάμπο, Η περίπου εδαφική κάλυψη του Σκουληκάδου είναι εντός του κόκκινου περιγράμματος.

Εδώ θα ήθελα κάποιον που γνωρίζει καλύτερα τα ακριβή όρια του χωριού μας να με διορθώσει......

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Ερείπια που φωνάζουν ακόμα, αλλα ποιος το ακούει;;!

Όπως ανεβαίνεις για το πάνω Σκουληκάδο της Ζακύνθου , στην ανηφόρα της Παναγίας στα δεξιό σου στέκουν αυτά τα ετοιμόρροπα υπολείμματα κάποιου σπιτιού...
Με τον μεγάλο σεισμό του 1953 δεν έπαθε σημαντικές ζημιές, όμως το εγκατέλειψαν οι ένοικοι του διότι ήταν μικρο για αυτούς και φοβόταν μην την επόμενη φορά που θα κάνει σεισμό θα καταρρεύσει...
Έμεινε εκεί λοιπον ίσως από τα λίγα κτίρια που δεν κατέρρευσαν στον σεισμό ακατοίκητο να το χρησιμοποιούν σαν λόντζα, σαν αποθήκη σανού χωρίς συντήρηση χωρίς ζωή, χωρίς τίποτα...,
Άδικα περίμενε ανθρώπους να το γεμίζουν με φωνές και ζωή, περάσαν ετσι 50 χρόνια μοναξιάς και εγκατάλειψης, μέχρι που η φύση και ο χρόνος το νίκησαν. έπεσε σε μια καταιγίδα η σκεπή και σύντομα ακολούθησαν και οι πλαϊνοί τοίχοι...
Είναι από τα ερείπια που αντιστεκονται, και φωνάζουν την ιστορία τους που χάνεται μαζί με τους πολυ γεροντότερους που φεύγουν από την μάταιη αυτή ζωή ένας ένας....

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Ο πλάτανος στην πλατεία της Παναγιάς στο Σκουληκάδο Ζακύνθου!

Σε ένα νησί με τόσο λίγο νερό, χωρίς ποτέ να έχει ποτιστεί ο πλάτανος ζει εκεί στο ψήλωμα χρωματίζοντας την κάθε εποχή με τα χρώματα του την εκκλησιά αλλά και το χωριό μας!



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Βγάζοντας το λάδι μας....

Από τα σακιά με τις ελιές στο λάδι , λίγες εικόνες χίλιες λέξεις.....
Μια βόλτα σε ένα από τα ελαιοτριβεία του Σκουληκαδου Ζακύνθου θα μας πει πως βγαίνει το λάδι!
Οι ελιές οδηγούνται για πλύσιμο και αφαίρεση των φύλλων και κλαδιών που έχουν ξεφύγει από τον παραγωγό.



Στη συνέχεια στον σπαστήρα όπου γίνεται η πολτοποίηση του καρπού...

Στο μαλακτήρα όπου αναδεύεται ο χυλός της ελιάς μέχρι να πάει για τον διαχωρισμό των υγρών από τα στερεά συστατικά του χυλου...
και τέλος στον διαχωριστήρα όπου διαχωρίζεται το νερό από το λάδι.........
Η χαρά του κάθε παραγωγού να βλέπει το λαδάκι να τρέχει με ορμή εκεί, προσπαθώντας να μαντέψει την ποσοστιαία απόδοση σε λάδι του καρπού της ελιάς που μάζεψε...
Άντε καλοφάγωτο!!!