Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Δεν ξέρω να αγαπώ: απόσπασμα από το βιβλίο της Ζωής Κυροπούλου

     
Το φέρετρο ήταν από απλό ξύλο. Η νεκρή θάφτηκε χωρίς νυφικό και η κηδεία άργησε να γίνει γιατί η μαμά Αντιγόνη επιθυμούσε τη φτηνότερη τελετή. Γυναίκες μοιρολογούσα- νε, κορίτσια κλαίγανε και οι γριές της γειτονιάς, σκιές στο απογευματινό μούχρωμα, σαν δέντρα ξερά σκυμμένα στη γη, βυθίζονταν σ’ ένα πένθιμο βουητό. Ο πατέρας θύμιζε φάντασμα, από θεούς κι ανθρώπους ξεχασμένο. Καθηλω- μένος στην ίδια καρέκλα για ώρες, καμπουριασμένος και με ένα χρώμα κίτρινο, δεν έβγαλε ούτε λέξη. Δεν έκλαψε καν. Παρατημένος στην κόλασή του, άκουγε χωρίς να ακούει και έβλεπε χωρίς να βλέπει. Η μάνα μου στεκόταν στα πόδια της με χάπια. Έκλαιγε γοερά, ούρλιαζε και λιποθύμησε τόσες φορές που κανείς δε θυμότανε πια. Εγώ απλώς υπήρχα στον αδυσώπητο χώρο. Περιφερόμουν και δεν άντεχα κανέναν τους. Ο μεγαλύτερος εχθρός μου ήταν ο χρόνος. Ο χρόνος που μετρούσε την απουσία της. Που συνέχιζε να υπάρχει χωρίς εκείνη και να μετράει ανενόχλητος. Μπακάλης κι αυτός. Μάζευε λεπτό το λεπτό, χωρίς να κάνει μια στάση για τη γλυκιά μου αδερ- φούλα. Το καλό μου ρομαντικό κορίτσι. Είχα μια ανάγκη να γελάσω, να ειρωνευτώ, όσο παράξενο κι αν ακούγεται. Ήθελα να χλευάσω. Να διώξω τις καρακάξες και ν’ αρπά- ξω το όμορφο πρόσωπό της στα χέρια μου. Να της ζητήσω συγχώρεση. Να τη φιλάω μέχρι να παγώσουν τα χείλη μου. Κάποια στιγμή έπεσα πάνω στο άψυχο κορμάκι της και φώναζα δυνατά το όνομα της.
 «Αχ! Άννα, Αννούλα μου! Αννούλα μου!» Και η φωνή μου με διέγειρε. Με σπάραζε ακόμη περισσότερο. 
«Άννα μου. Αννούλα μου!» επαναλάμβανα συνεχώς. Είχα γίνει ολόκληρη μια λέξη. Είχα σκεπαστεί από αυτή τη λέξη. Από το όνομα της Άννας. Με έγδερνε και με χάιδευε το όνομά της. Στο ίδιο λεπτό. Στην ίδια απελπισμένη κάθετη ώρα. Ήθελα την Άννα. Την ήθελα. Κάποιος να μου την έφερνε πίσω. Κάποιος για να της πω: 
«Ξέρεις τι έγινε, Άννα μου; Πέθανες! Πέθανες, Άννα μου». Κι εκείνη να γυρίσει, να με δει και να μου πει: 
«Πότε, αγάπη μου; Πότε; Πονάς;»
Ήρθαν κάποιες γυναίκες και μου χάιδευαν το κεφάλι, άλλες το μέτωπο. Κάποιες έριχναν στην παλάμη τους νερό και με έβρεχαν στο πρόσωπο. Οι ίδιες εκείνες γυναίκες που μας έβλεπαν κρυφά πίσω από τις κουρτίνες να μας δέρνει η μάνα μας χρόνια τώρα.
 «Γιατί δε μας προστάτευαν; Γιατί δε μας βοήθησαν ποτέ;» Μόνο κανάκευαν τους γιους τους. Τις κό- ρες τους. Τα μονάκριβα παιδάκια τους. Και τα απογεύματα τα παίνευαν. Έλεγαν για κείνα πως ήταν καλοί μαθητές και άριστα παιδιά. Κι εμείς ακούγαμε τη μάνα μας να λέει πως ήταν άτυχη. Κι εκείνες οι ίδιες γειτόνισσες κουνούσαν το κεφάλι γεμάτες κατανόηση. Κι εγώ κοίταζα την αδερφή μου. Την Άννα μου. Τη δεύτερη μητέρα μου. Κι η Άννα κοίταζε με τη σειρά της τη μάνα μας, μ’ εκείνο το παράξενο βλέμμα που είναι στραμμένο προς τα μέσα, μ’ εκείνο το βλέμμα που δεν ψάχνει και δε ρωτάει τίποτα, παρά μόνο στρέφεται στο «είναι». Στο βαθύ του πηγάδι, χωρίς καμιά απάντηση να περιμένει. Ατενίζει ασάλευτο το ίδιο του το βάθος και δεν καταλαβαίνει τίποτε. Και όταν είσαι παιδί, είναι ο βαθύτερος τόπος εκείνος, κάπου βαθιά μέσα στα σπλάχνα, τόσο ξένος! Είναι την ίδια στιγμή τόσος ο πόνος της απόρριψης, που το μυαλό δε νιώθει το αίσθημα. Το δέχεται. Κι έβλεπα το βλέμμα της αδερφής μου και καταλάβαινα πως δεν έπρεπε να περιμένω τίποτα. Εκείνη το αποδεχόταν ξερά, ακατανόητα. Και με πονούσε που πονούσε. Κι ύστερα αποκαθηλωνόμουν από τον πόνο. Έβρισκε το μέτρο του. Αλλά αυτός ο πόνος που ένιωθα τώρα, ήταν κάτι άγριο, κάτι πρωτόγονο. Του γύριζα την πλάτη, ήθελα να τον ξεχάσω ή να τον αγνοήσω, όμως αυτός βρισκόταν πάντα εκεί. Είχε να κάνει με την αποδοχή της ανθρώπινης μοναξιάς. Είχα την αίσθηση ότι έπεφτα από χαράδρα. Ένα φοβερό κενό. Είμαστε μόνοι μας! Πόσο μόνοι μας είμαστε! συνειδητοποίησα με απογοήτευση. Ούτε η ίδια μας η μάνα δεν μπορεί να μπει μέσα μας. Ερχόμαστε, γεννιόμαστε και, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε. Η ζωή δεν είναι υποδοχή. Είναι απλώς μια εγκατάλειψη. Με το πρώτο μας κλάμα, το σύμπαν μας εγκαταλείπει στο ίδιο του το στόμα. Θέλει να μας αφομοιώσει με αδιαφορία. Μας ξερνάει συνεχώς στο παρόν και μας προκαλεί να επιβιώσουμε, με σκοπό να πεθάνουμε έτσι κι αλλιώς. Είναι μάταιο. Είναι φοβερό. Η ζωή είναι ένα μεγάλο οριστικό «δε σ’ αγα πώ» από τον άλλον. Και ο άλλος είναι ο ξένος. Κι εγώ που μιλάω έτσι, ούτε εγώ διαφέρω. Οριστικοποιώ αυτό το ανελέητο συναίσθημα στους άλλους. Έπρεπε να είχα αντιληφθεί αυτή την ανελέητη μοναξιά στην αδελφή μου. Έπρεπε να την προλάβω. Ύστερα, χωρίς να το συνειδητοποιώ, έβλεπα τον εαυτό μου από ένα παράξενα δυσανάλογο ύψος. Το εγώ μου δεν ήταν περιορισμένο. Το εγώ μου ήταν η μικρογραφία όλων των άλλων. Μέσα μου περιείχα όλα τα εγώ του κόσμου. Ήμουν ένα χαρτογράφημα ψυχών. Ω! Θεέ μου! Δε θέλω να παλέψω να ζήσω. Δεν τον θέλω αυτό τον αγώνα για να φτάσω ως το τέρμα. Ένα τέρμα που ποτέ μου δεν επιδίωξα και ποτέ μου δε θα θελήσω: το θάνατο. Και με πονούσε που η αδερφή μου έφυγε έτσι, μ’ αυτό το φόβο, με αυτή τη βεβαιότητα ότι κανείς δεν μπορεί να τη νιώσει και να την καταλάβει. Κανείς ποτέ δε θα μπει κάτω από το δέρμα της. Και το δέρμα της, ήδη είχε αρχίσει να κάνει τον κύκλο του στο σύμπαν. Γινόταν φως και έτρεχε ήδη σε μια αέναη επανάληψη προς τα αστέρια. Όλα αυτά, τα ένιωθα χωρίς να το ξέρω. Ερχόντουσαν στο μυαλό μου και τα κλοτσούσα. Ήμουν μικρή, πολύ μικρή και μόνη. Απόλυτα μόνη. Μπορούσα να ζωγραφίσω τη μοναξιά με τα κατάλληλα χρώματα. Ήξερα τα χρώματα. Ήμουν τα χρώματα. Και οι σκιές. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!