Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Το Όχι από τα μνήματα... από την Μάρω Σιδέρη





Το Όχι από τα μνήματα...

  ΜΑΡΩ ΣΙΔΕΡΗ

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας αγρότης καλλιεργούσε το χωράφι του ήρεμα, μακριά από τη βαβούρα της πόλης. Ένας οικοπεδοφάγος, απ’ αυτούς που χτίζουν τις περιουσίες και τη δύναμή τους εκμεταλλευόμενοι τα δικά τους ταλέντα αλλά και τις αδυναμίες των ανθρώπων γύρω τους, θέλησε να αρπάξει τη γη του αγρότη. Τον πλησίασε λοιπόν και με στιβαρή φωνή, του ζήτησε να τον αφήσει να εκμεταλλευτεί το κτήμα του: «είμαι πολύ ισχυρός, ισχυρότερος από σένα» του είπε. «οι υπόλοιποι αγρότες έχουν συνθηκολογησει... σκέψου ότι σε συμφέρει να είσαι φίλος μου κι όχι εχθρός μου». Ο Αγρότης κοίταξε για λίγο τον οικοπεδοφάγο κι έπειτα γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω και κοίταξε το αγροτόσπιτο του, στο τέλος του δρόμου. Στην πόρτα έπαιζαν τα τρία του παιδιά και δίπλα τους η γυναίκα του κρατούσε το στερνοπούλι του στην αγκαλιά της. Με αυτή την εικόνα στα μάτια και στην καρδιά, στράφηκε στον οικοπεδοφάγο και του είπε: «δε θέλω να είμαι εχθρός σου, μα και το χτήμα μου δεν μπορώ να σου το δώσω. Αυτή τη γη μου την άφησε ο πατέρας μου... θυμάμαι ακόμα με πόσο κόπο την κράτησε και τη μεγάλωσε... κι είναι αυτή η γη που μας θρέφει ακόμα...». Ο Οικοπεδοφάγος άρχισε να απειλεί, μα ο Αγρότης δε λύγισε. Η απάντησή του παρέμενε ένα μεγάλο, θαρρετό ΟΧΙ.

Μια νύχτα, όταν όλη η πλάση ηρεμούσε, άγριες κραυγές τάραξαν το αγροτόσπιτο. Λυσ-σασμένοι άνθρωποι με αναμμένες δάδες και όπλα στα χέρια έριξαν κάτω την πόρτα κι άρχισαν να πυροβολούν και να σπάνε το βιος του αγρότη. Τρομαγμένος, εκείνος και η γυναίκα του προσπάθησαν να τρέξουν στα δωμάτια των παιδιών για να τα σώσουν... ουρλιαχτά, κλάματα μωρών και αγριεμένες βρισιές έσμιξαν για λίγο κι έπειτα όλα σιώπησαν κάτω από τον εκκωφαντικό ήχο του όπλου... στην πόρτα του αγροτόσπιτου, μια σκιά στεκόταν κι απολάμβανε το αποτρόπαιο θέαμα: ο Οικοπεδοφάγος διέταξε τους άνδρες του να κάψουν κάθε ίχνος του ανυπότακτου αγρότη πριν φύγουν...
Το άλλο πρωί το σπίτι του δύστυχου ανθρώπου σε τίποτα δε θύμιζε την πρότερη ζωή του: αποκαΐδια, γκρεμίσματα και σάρκες,είχαν γίνει ένα με τη γη... όλα έμοιαζαν νεκρά... όλα εκτός από το γοερό κλάμα ενός μικρού παιδιού κάπου μέσα στο χωράφι. Ήταν το προτελευταίο παιδί του αγρότη, ένα αγόρι μόλις 5 ετών. Το προηγούμενο βράδυ , μέσα στον χαμό είχε κατορθώσει να βγει έξω από το σπίτι, κι είχε κουρνιάσει τρομαγμένο πίσω από ένα σωρό από πέτρες κάπου στο κτήμα. Εκεί είχε περάσει την υπόλοιπη νύχτα, από εκεί είχε δει το σπίτι του να λαμπαδιάζει κι εκεί έμεινε όταν οι σκιές έφυγαν γελώντας και βρίζοντας χυδαία τους νεκρούς. Με το πρώτο φως της ημέρας το κλάμα εκείνου του παιδιού φανέρωνε τεράστια την κτηνωδία, μα συνάμα γινόταν κι ελπίδα ότι δεν είχαν πεθάνει όλα στο κτήμα του αγρότη...
Πέρασαν τα χρόνια... το αγόρι μεγάλωσε, σπούδασε με χίλια βάσανα, έκανε οικογένεια δικιά του και πέρασε όλη του τη ζωή φροντίζοντας τη γη που του είχε απομείνει. Ξανά-χτισε το σπίτι του, καλλιέργησε τα χώματά του, έφτιαξε τα μνήματα των δικών του, στο ανατολικό άκρο του χωραφιού και σήκωσε τη μνήμη τους και τις πληγές του, αγόγγυστα. Μα κι κείνο το κτήμα, το ευλογημένο με τη δουλειά του παππού του και ποτισμένο με το αίμα των γονιών και των αδερφών του, είχε αποκτήσει μια παράξενη δύναμη: μ’ όλο που φαινόταν μικρό και ασήμαντο δίπλα στις επιβλητικές φάρμες των γειτόνων, είχε μια δύναμη που πήγαζε λες από τα σωθικά του... έτρεφε την οικογένεια του ιδιοκτήτη του, σταθερά μέσα στα χρόνια, πορευόταν κι άντεχε, παρά τις δυσκολίες. Τρια παιδιά απέκτησε εκείνο το αγόρι: ο πρώτος θέλησε να γίνει μεγάλος και τρανός κι έφυγε για να πολιτευτεί, ο δεύτερος θέλησε να γίνει έμπορος και να πουλάει τη σοδειά τους και ο τρίτος θέλησε να παραμείνει στο χτήμα και να το καλλιεργεί.
Μια μέρα, έφτασε στο χωράφι ένας νεαρός άνδρας. Ήταν καλοντυμένος και φαινόταν μορφωμένος κι ευγενικός. Ο πατέρας και τα παιδιά σταμάτησαν να δουλεύουν και θέλη-σαν να μάθουν την ταυτότητα του ξένου:
«είμαι ο γιος εκείνου το Οικοπεδοφάγου που κάποτε σας προκάλεσε τόσο κακό» απά-ντησε ο νεαρος. «ζητώ συγγνώμη για όσα υποφέρατε εξαιτίας του πατέρα μου... θέλω να ξέρετε ότι διόλου δε με εκφράζουν οι μέθοδοι και οι επιλογές του. Ελπίζω να κάνω μια καινούργια αρχή μαζί σας...». Ο πατέρας δίστασε να εμπιστευτεί το γιο του εγκληματία, αλλά τα παιδιά του ζήτησαν να αφήσει πίσω το παρελθόν:
«έχει πολλές γνωριμίες πατέρα...και ξέρει την τέχνη των δημοσίων σχέσεων» είπε ο πρώτος γιος. «Θα με μάθει πώς να γίνω πολιτικός και να σας βοηθήσω..»
«είναι μεγάλος επενδυτής, πατέρα...» είπε ο δεύτερος γιος. «Θα μας δανείσει χρήματα για να μεγαλώσουμε το χτήμα μας χωρίς να κουραστούμε...»
«είναι άνθρωπος, πατέρα...» είπε ο τρίτος γιος. «ότι έγινε, έγινε... τώρα μπορούμε να είμαστε φίλοι... γιατί έτσι είμαστε εμείς... δεν την αντέχουμε την εκδίκηση...»
Μπροστά στα επιχειρήματα των παιδιών του ο πατέρας λύγισε και μ’ όλο που ποτέ δεν ξέχασε την κτηνωδία που είχε βιώσει, δέχτηκε να θυσιάσει τις αναμνήσεις του, για τη φιλοδοξία του πρώτου του παιδιού, για το συμφέρον του δεύτερου και για τον πολιτισμό του τρίτου. Δέχτηκε να θυσιάσει όσα ένοιωθε για τον Οικοπεδοφάγο και είπε μέσα του να μη φέρει ποτέ σε δύσκολη θέση το γιο του δολοφόνου...
Έτσι το παιδί του Οικοπεδοφάγου έγινε φίλος των δικών του παιδιών: δάνεισε χρήματα στον πρώτο για να γίνει πολιτικός... δάνεισε χρήματα στο δεύτερο για να μεγαλώσει τις εμπορικές του δραστηριότητες.... δάνεισε χρήματα και στον τρίτο για να αυξήσει τη σο-δειά του... στη συντροφιά που έκαναν τα τέσσερα παιδιά, ο γιος του Οικοπεδοφάγου τους μάθαινε πώς να ονειρεύονται αυτοκίνητα, ρούχα, στολίδια, ταξίδια και καλή ζωή... κι εκείνα τον θαύμαζαν για όσα έκανε, για όσα φαινόταν, για όσα τους μάθαινε... μα πιο πολύ θαμπώνονταν από τη ζωή μακριά από το χτήμα, εκείνη των μεγάλων φαρμαδόρων με τα επιβλητικά υποστατικά... κι αυτό το θάμπωμα το στήριζε και το ενίσχυε ο γιος του Οικοπεδοφάγου κι όλο και τους δάνειζε χρήματα και κάλυπτε τις απατεωνιές τους και τους χρησιμοποιούσε για να καλύψει τις δικές του απατεωνιές...
Μια μέρα, χτύπησε η πόρτα του αγροτόσπιτου... ήταν ο γιος του Οικοπεδοφάγου, ο φίλος πια των παιδιών και μέλος της οικογένειας του αγρότη. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είχε τη συνηθισμένη ευγένεια... το κοστούμι του ήταν όπως πάντα πολύ κομψό, αλλά το βλέμμα του δεν είχε τίποτα το φιλικό, τίποτα το ανθρώπινο: «Ήρθα να πάρω αυτά που μου χρωστάτε», είπε σκληρά. «αρκετά δάνεισα στους χαραμοφάηδες τους γιους σου παππού... τώρα είναι ώρα να πληρώσετε, για όλα όσα σας έχω δώσει...»
«δεν έχω να σου δώσω όλα όσα τους έδωσες...» αποκρίθηκε ο πατέρας. «Άσε με να καλλιεργήσω το χτήμα μου με τα παιδιά μου και θα σου τα δίνω λίγα-λίγα»
Ο γιος του Οικοπεδοφάγου γέλασε ειρωνικά: «αυτή είναι η φαμίλια σου, μπάρμπα: τε-μπέληδες, βολεψάκηδες και μπαταχτσήδες... όταν σας δάνειζα τα ωραία μου λεφτά ήταν καλά! Τώρα που πρέπει να μου τα δώσετε, μου βάζετε και όρους! Κόψε το κεφάλι σου, γέρο: ή μου δίνεις τα λεφτά μου, ή παίρνω το χτήμα σου, ή σε αφήνω να ψοφήσεις από την πείνα... »
Ο πατέρας πνίγηκε μέσα στην οργή: «καλά... τα δικά μου τα παιδιά βολεύτηκαν με τα χρήματά σου και πρέπει εγώ να πληρώσω για τα λάθη τους... εσένα ο πατέρας σου ξε-κλήρισε όλη μου τη φαμίλια, γονείς κι αδέρφια... δεν πρέπει να πληρώσεις για τα δικά του εγκλήματά;»
Ο γιος του Οικοπεδοφάγου τον κοίταξε υποτιμητικά: «πόσο τιποτένιοι είστε! Να ανατρέ-χετε σε παλιές ιστορίες για να σωθείτε... τεμπέληδες, βολεψάκηδες και αναξιοπρεπείς...»
«Δίκιο έχει ο φίλος μας... τα δικά του λεφτά φάγαμε... πρέπει να δώσουμε το χτήμα» φώναξε ο πρώτος γιος που είχε κάνει βρομιές μαζί του.
«Δίκιο έχει ο φίλος μας... αν χάσουμε τη φιλία του, ποιος θα μας δανείζει... πρέπει να δώσουμε το χτήμα...» φώναξε ο δεύτερος γιος, που είχε σπαταλήσει άσκοπα τα δανεικά.
«Μισό δίκιο έχει ο δήθεν φίλος μας... μα φοβάμαι να του αντισταθώ... ίσως θα έπρεπε να του δώσουμε το χτήμα...» ψέλλισε ο τρίτος γιος, που είχε αφεθεί να τον σύρουν τα αδέρφια του.
Ο πατέρας δάκρυσε, από απογοήτευση και οργή μα άλλη λέξη δεν μπορούσε να αρ-θρώσει... και τότε μίλησαν οι σταυροί από τους τάφους στην ανατολική πλευρά του χτή-ματος κι αυτή τη λέξη άφησαν να φέρει ο άνεμος από τη μια άκρη της γης ως την άλλη: ΟΧΙ!
Υ.Γ. Ιούνιος 2015... οι δρόμοι του Διστόμου ακόμα αιμορραγούν... κι αυτή τη λέξη ψελλίζουν: ΟΧΙ!
Μάρω Σιδέρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!