Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Η δύναμη της πίστης..... αχχαχαχαχα

    
Τρεις μοναχοί πρέπει να περάσουν ένα τελευταίο τεστ πριν χριστούν διάκονοι. Ο αρχιδιάκονος τους συγκεντρώνει σε ένα δωμάτιο, τους βάζει να γδυθούν και τους κρεμάει στο μόριο τους ένα κουδουνάκι. Οι μοναχοί μένουν έκπληκτοι αλλά δεν μιλούν.
Ανοίγει την πόρτα ο αρχιδιάκονος και μέσα μπαίνει μια πανέμορφη κοπέλα φορώντας πολύ έξαλλα ρούχα, η οποία αρχίζει να χορεύει αισθησιακά μπροστά από τον πρώτομοναχό.
- Ντιν-Ντιν-Ντιν, ακούγεται το κουδουνάκι του.
– «Αδερφέ Γεώργιε, δεν το περίμενα από εσένα, πήγαινε να κάνεις ένα κρύο ντους και να προσευχηθείς για την αδυναμία σου να αντισταθείς στον πειρασμό».
Μετά η γυναίκα πάει μπροστά στον δεύτερο μοναχό και αρχίζει να βγάζει τα ρούχα της.
- Ντιν-Ντιν-Ντιν, ακούγεται το κουδουνάκι του.
– «Αδερφέ Ιωάννη, δεν μπόρεσες να αντισταθείς στον πειρασμό, γι” αυτό πήγαινε και εσύ να κάνεις ένα παγωμένο ντους και να προσευχηθείς για συγχώρεση».
Μετά η γυναίκα πάει στον τελευταίο μοναχό και κάνει τα ίδια. Καμία ανταπόκριση. Αυτή τα βγάζει όλα και αρχίζει να τρίβεται πάνω του αλλά πάλι από τον μοναχό καμία ανταπόκριση....Τελικά η γυναίκα κουράζεται και φεύγει.
– «Αδερφέ Κώστα, μπράβο σου, μόνο τώρα κατάλαβα την αληθινή δύναμη της ψυχής σου. Τώρα πήγαινε και εσύ στα ντους μαζί με τους άλλους μοναχούς.
- Ντιν-Ντιν-Ντιν-Ντιν-Ντιν-Ντιν Ντιν-Ντιν-Ντιν-Ντιν Ντιν.........

Τελευταία Κυριακή του Μάρτη και μας άλλαξαν την ώρα...


απλά χάσαμε μια ώρα ύπνο ή καλύτερα μια ωρα καθισιό Σαββατοκύριακο!

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Δ' Στάσις



Ακάθιστος Ύμνος - Δ' Στάσις

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούια.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

ΖΑΚΥΝΘΟ ΜΟΥ


ΖΑΚΥΝΘΟ ΜΟΥ-
ερμηνεύει: Δημήτρης Φράγκος
στίχοι: Βασιλική Μπράτη Ποταμίτη
μουσική: .Γιάννης Βενιζέλος ..

Ένα δαντελένιο ακρογιάλι ,ειναι η κάθε σου γωνιά.
Ζάκυνθο νησί μου αγαπημένο ,κει που ανθίζει η νεραντζιά.

Κι όταν μες τα γαλανά νερά σου ,ξαναγίνομαι παιδί,
ρίχνομαι αγνά στην αγκαλιά σου ,στης γαλήνης τη σιωπή.

refren

Να με αξιώσεις Παναγιά μου, στην Ζάκυνθο να ξαναρθώ ,
νησί που σε χω στην καρδιά μου ,και που ποτέ δεν σε ξεχνώ.

Στην Πόχαλη ψηλά στο κάστρο ξανθομαλλούσα Παναγιά ,
προσμένει ένα κερί να ανάψω γονατιστός στην εκκλησιά.

Ξένε που θα ρθεις να πας στου Στράνη στην πευκόφυτη πλαγιά ,
έλα να σου δείξω στο σεργιάνι ,της Ζακύνθου τα χωριά.

Και όταν δεις πευκοβελόνες ,άγαλμα προσμένει εκεί,
μήνυμα γραμμένο στους αιώνες για την λευτεριά η την θανή.

Ο Θούριος του Ρήγα Φερραίου απο τον Νίκο Ξυλούρη



Στίχοι: Ρήγας Φερραίος
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης


Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Γράφω για την ήμερα της ποίησης;;

      

Κάποιος μου  έβαλε σήμερα καρφί
πρώτου καν η άνοιξη μας μπει
σαν ημέρα της ποίησης που λες
ποιήματα που είναι για να κλαις!!

Όχι μην γράψεις πάλι ποιήματα
πόνου μονάχα  διηγήματα
ενώ υπάρχει τριγύρω πολύ θετικό
γράψε μας αν θες μόνο για αυτό:

Άνοιξη έρχεται και ο ένας θεός
μόνο χαρά θε να μας δώσει
νιώθει ότι για μας ειν ο λυτρωμός
τους πάγους μέσα μας αν λιώσει

Άνθη ανθίζει στην γη που πατάμε
ζωή γύρω παντού να συναντάμε
κάθε ελπίδα μας να αναπτερωθεί
μέσα μας η ελπίδα να ξαναγεννηθεί

Είναι της άνοιξης οι ευωδιές…
τα χρώματα σου κλέβουνε ματιές
κι των πουλιών ακόμα οι φωλιές
γεμάτες με νιές είναι καρδιές…

Η μέρα της ποίησης είναι θαρρώ
ημέρα ελπίδας κι όχι για να πονώ
δώσε μια νότα ελπίδας στην ζωή
κάντην με τίποτα να μην πονεί!

skouliki

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Εεεεεεεεεεε εσύ που έφαγες το αυγό!!!!

                

Τα παλιά τα χρόνια που στα καράβια σπάνιζαν τα φρέσκα τρόφιμα, ένας καπετάνιος από την Χίο καλούσε ΟΛΟΥΣ τους ναύτες στην καμπίνα του έναν –έναν και τους έδινε κρυφά από ένα αυγό.
-Πάρ΄ το και φάτο , γιατί δεν έχει για τους άλλους και μην το πεις σε κανεναν ε;; τους έλεγε.
Την άλλη μέρα έβγαινε στη γέφυρα του πλοίου, όταν το πλήρωμα έκανε τις πρωινές δουλειές και φώναζε:
Ειιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι, ΕΣΥ ΠΟΥ ΕΦΑΓΕΣ ΤΟ ΑΥΓΟ, ΔΟΥΛΕΥΕ ΠΙΟ ΓΡΉΓΟΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Και όλοι δούλευαν πιο γρήγορα.......
Σήμερα μας ταΐζει κανένας κρυφά από τους άλλους με αυγά;;;

Ο Κεφαλονίτης κι ο Οβραίος


Ένα ωραίο αυτοσαρκαστικό ευθυμογράφημα από την Κεφαλλονιά σήμερα!
KefaloniaToday.com


Τρια, λέει, μερόνυχτα βολοδερνότατε για να γεννήοει η σιόρα Έοθήρα, η κυρά του σιορ Χαχαμίχου, του πλουσιότερου ‘Εβραίου μεγαλέμπορα της τότε Κεφαλονιάς.
Και βουρλισμένη άπο τους πόνους φώναζε κι έβριζε τον Χαχαμίκο της, όπου εκείνος της έφταιγε!… Γι αυτό κι ο κακομοίρης ο Χαχαμίχος, παρά την παοίγνωοτη τσιγκουνιά του, κάλεοε και χρυσοπλήρωσε όλους τους μάμους κι όλες τσι μάμηοες του νησιού, άλλά τo Έβραιόπουλο δεν εννοούσε να ξεμπουκάρει άπο τη…πόρτα του. Για τούτο κι έβαλε τον ντελάλη να βγάλει προκλάμο:
—Όποιος μπορέοει να λεφτερώοει τη Χαχαμίχαινα, θα πάρει για τον κόπο του 50 χρυσά κολονάτα!
‘Οπότε βρόντηξε την πόρτα του Έβραικού άρχοντικού ο σιόρ Μέμος.Ό πιό φτωχός ρεμεοιέρης τ’ Άργοοτολιού που έψαλλε και σαν άριστερός ψάλτης στην εκκλησιά της ‘Αγίας Τριάδας.
Και για το τελευταίο, δεν τον είδε με καλό μάτι ο ‘Εβραίος.
Ή Χαχαμίκαινα όμως άπο μέοα έσκουζε σα να τη σφάζουνε κι’ άπειλούσε πως θα τον σφάξει. Και για να μη τον σφάξει η Χαχαμίχαινα και για να μην σφάζεται η κακομοίρα από τους πόνους, καιτοι δερνότανε άπό την άμφιβολία σαν τι νάξερε ένας έπιπλοποιός και… δεύτερος ψάλτης άπό  γεννητούρια, τον άφησε να περάοει και να βοηθήσει την ετοιμόγεννη.
‘Αλλά μισανοίγοντας τη πόρτα της κρεββατοκάμαρας ο σιόρ Μέμος, στάθηκε:
—Πρώτα κατέβαινε τα 50 χρυσά κολονάτα κι’ ύστερα θα στη λευτερώσω.
—Μωρέ Μέμο μου, σε μένα τον πρώτον του νησιού νεγκοτσιάντε δεν έχεις εμπιστοσύνη;
—”Ογεοκε άφέντη μου!
—Και γιατί;
—Γιατί μόλις θα δεις πόσο εύκολα γεννιούνται τά Όβραιόπουλα/ άντίο που σείδα!.*. Δεν πρόκειται να μου δώσεις τσεντέζιμο.
Και επειδή η σιόρα Έσθήρα φώναζε στη δούλα της να της φέρει το διβόρβορο για να τον σκοτώσει κι’ επειδή ο Χαχαμίκος ήξερε πως η γυναικούλα του ότι έλεγε τόκανε.
Ένα ένα και με χέρια που τρέμανε μέτρησεμέτρησε στον σιόρ Μέμο τα 50 χρυσά κολονάτα.
Ό δε Μέμος με πρόσωπο που άστραφτε από χαρά, παραμέρισε για να περάσει πρώτος…ο φταίχτης. Και μπαίνοντας πίσω του με το αριστερό χέρι χωσμένο στην τσέπη του βρακιού του που είχε τα κολονάτα, πρόσταξε τη σιόρα Εσθήρα ναπάρει θέση!… ‘Ενώ στον Χαχαμίκο και στις δούλες που παραστέκανε διάταξε σιωπή.
Και ζυγώνοντας στην…. πόρτα της ετοιμόγεννης την τσέπη του με τα χρυσά κολονάτα , άρχισε να τα κουδουνίζει. ‘Ενώ με το δεξί του χέρι έκανε πως διατάζει την έξοδο.
Και γίνηκε άγαπητοί μου, το μιράκουλο και το σπετάκουλο!!! Γιατί λες και το αγέννητο Εβραιόπουλο μόλις άγροίκισε να κουδουνιώνται τα χρυσά κολονάτα, ξεμπουκάρισε για να τα ρπάξει! …
Άλλά αντί το Έβραιόπουλο ν’ άρπάξει τα κολονάτα, το άρπαξε ο σιόρ Μέμος και το παράδωσε στον σιόρ Χαχαμίκο με την ευχή:
—Να σου ζήση!…
Και δίχως να κάτσει να τον τρατάρουνε μήτε ενα ροζόλιο, τόστριψε προτού να συνέλθει ο Χαχαμίκος άπό την κατάπληξη. Φυσικά δε και λογικά την άλλη μέρα κάλεσε όλους τους ‘Εβραίους της Κεφαλονιάς σε συνέδριο.
- Τ ο και το , τσούπε. Σε τούτον τον τόπο όπου κι’ oι ρεμεσιέριδες και μισοψαλτάδες ξέρουνε πώς γεννιούνται τα Όβραιόπουλα, έμείς άλλο δεν είναι δυνατόν να σταθούμε!
‘ Ετσι κατέληξε ο μακαρίτης ο νόνος μου, ο βαρελάς ο Μαστρο—Βαγγέλης Μερτζάνης, οι Όβραιοι πούλησανε όσο κι αν όσο είχανε και δεν είχανε. Κι’ όχι μονάχα στην Κεφαλονιά μας δεν ζαναπάτησαν τα ποδάρια τους, άλλά και δώσανε άβίζο στους άλλους Οβραίους της Γης:
—Να άκούτε Κεφαλονιά και να φτυήτε τσου κόρφους σας.

Πηγή άρθρου: Από "ΤΑ ΕΥΘΜΑ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΙΚΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ" του Χρήστου Βουνά.

KefaloniaToday.com
http://http://www.kefaloniatoday.com/

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Η σύλληψη του καναρινιού...δραπέτη


Σήμερα βρήκα έναν επισκέπτη στο μπαλκόνι μου.
Έξω από τα κλουβιά με τα καναρινιά μου, βρισκόταν ένα μικρο καναρίνι....
Αρχικά το πέρασα για κάποιο σπουργιτάκι, από αυτά που συχνάζουν καθημερινά γύρω από τα κλουβιά για να φάνε υπολείμματα τροφών που πετάνε τα καναρίνια.
Πλησίασα για να το δω και διαπίστωσα ότι ήταν αρκετά ήμερο που δεν με φοβήθηκε και συνέχισε να κάθετε εκεί...
Ήταν λοιπόν ένας δραπέτης καναρινάκι για το οποίο είχα 2 επιλογές:
ή να το άφηνα εκεί έξω ελεύθερο με πιθανότερο σενάριο να το φάνε οι γάτες και τα αρπακτικά (μέσα σε αυτά βάζω και τον σκύλο μου τον Καντάφη)
ή να το πιάσω και να το βάλω σε κλουβί, αρχικά μόνο του για να αποφύγουμε τυχόν ασθένειες που έχει και μετά θα πάει μαζί με τα υπόλοιπα...
Τελικά επικράτησε η δεύτερη επιλογή....
Η σύλληψη του ήταν πανεύκολη υπόθεση: το πλησίασα και το έπιασα με τα χέρια, δεν ήταν καλά εξοικειωμένο με τις πτήσεις....
Ο δραπέτης καναρίνι ειναι πάλι πίσω από τα κάγκελα ασφαλής...

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Οἱ πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν.

Οἱ πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν.
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά υπό του Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου


«Ἄνθρωποι πού ἦταν πλούσιοι ἐπείνασαν, ἐνῶ αὐτοί πού ἀναζητοῦν τόν Κύριο, δέν θά στερηθοῦν ἀπό κανένα ἀγαθό».
Ἀκοῦτε σέ κάθε ἀγρυπνία, πού γίνεται καί ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀρτοκλασίας, νά ψάλλεται μέ δυνατή φωνή ἀπό τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ ὁ κάτωθι στίχος: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ».
Γνωρίζετε, γιατί ψάλλεται αὐτός ὁ στίχος; Δέν ξέρετε, ἔε; Ἄϊντε τώρα νά σᾶς τό εἰπῶ:
Παλαιά ἦταν ἕνας βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἐπῆγε νά ἐπισκεφθῆ τήν βασιλεία του. Καί πορευόμενος, ἔφθασε σ᾿ ἕνα μοναστήρι καί μπῆκε μέσα στήν ἐκκλησία. Ἦταν ἐκεῖ μερικοί μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν στόν χορό, ὅπως γίνεται καί στίς δικές μας ἀκολουθίες.
Καί διαβάζοντας λοιπόν αὐτοί, ἔφθασαν καί στόν ψαλμό 33, στόν στίχο 10, ὅπου γράφεται: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Ἄρεσε στόν βασιλέα τό μοναστήρι, τό τυπικό τῆς ἐκκλησίας, οἱ ἀκολουθίες, ἀλλά τά λόγια αὐτά ἀπό τόν ψαλμό 33 δέν τοῦ ἄρεσαν.
Διότι αὐτός σάν βασιλεύς ἦταν πλουσιώτερος ἀπό ὅλους, εἶχε σπίτια καί ζῶα καί τσοπάνηδες καί ὅλοι τόν ἐφοβοῦντο καί τόν τιμοῦσαν σάν δεσπότη τους.
Ὁ λαός τόν τιμοῦσε σάν βασιλέα, οἱ μουσικόλαλοι τόν ἔψαλλαν, οἱ ὑπουργοί του ἐγονάτιζαν μπροστά του μέχρι τό ἔδαφος, οἱ στρατηγοί τόν ἐπαινοῦσαν, ὁ στρατός τοῦ ἔδινε δῶρα καί διαδήματα, στήν τράπεζα φαγητοῦ εἶχε τά πάντα, φαγητά καί ἀκριβά ποτά, παλάτια μέ πολλά δωμάτια, καταστόλιστα ἐνδύματα, πολύτιμες ἅμαξες μέ στολισμένα ἄλογα, τά ὁποῖα δέν εἶχε κανείς ἄλλος καί μεγάλη ἐλευθερία, σάν βασιλεύς πού ἦταν.
Ἀλλά γιά νά πτωχύνη καί νά πεινάση αὐτός, δέν μποροῦσε ποτέ νά τό σκεφθῆ, οὔτε καί ἤθελε νά τό βάλη στό μυαλό του. Καί εἶπε σ᾿ αὐτούς πού τόν ἀκολουθοῦσαν, διότι ἦταν συνηθισμένος νά διατάζη καί ὅλοι νά τόν ὑπακούουν.
-Νά σταματήση αὐτή ἡ ἀνάγνωσις. Γιατί διαβάζεται μέσα στήν ἐκκλησία; Ἀπό τώρα διατάζω νά μή διαβασθῆ ποτέ στήν ἐκκλησία αὐτός ὁ στίχος.
Ὅποιος δέν ἀκούει αὐτή τήν ἐντολή μου, νά τιμωρῆται ἀμέσως σάν ἀντίπαλος τῆς βασιλείας μου.
Καί ἀμέσως σταμάτησαν τήν ἀνάγνωσι καί ἔστειλαν στρατιωτικές ἀποστολές σέ ὅλα τά μέρη τῆς βασιλείας του νά ἀναγγείλλουν αὐτή τήν ἐντολή του. Ἀλλά βλέπετε τώρα πῶς ὁ Θεός κανόνισε νά πάρη τά διδάγματά του κι αὐτός ὁ βασιλεύς.
Δέν πέρασε πολύς καιρός ἀπό τότε πού διέταξε αὐτή τήν προσταγή καί ἐπῆγε σέ μία λίμνη νά κάνη τό μπάνιο του, διότι ἦταν καλοκαίρι καί ἤθελε νά δροσισθῆ. Ἐπῆγε σ᾿ αὐτήν τήν λίμνη μέ τήν ἀκολουθία του, τήν ἅμαξά του, μέ μουσική καί φιλαρμονική, μέ πολύ κόσμο, μέ λουλούδια, μέ παρελάσεις, σάν μέγας βασιλεύς πού ἦταν. Ἔφθασε ἐκεῖ στήν λίμνη, ἀπεκδύθηκε ἀπό τά βασιλικά ροῦχα του καί ἀπό τό στέμμα του καί μπῆκε στό νερό νά κολυμβήση.
Τοῦ ἦλθε ὁ λογισμός νά μπῆ πιό βαθειά στήν λίμνη, ὅπου ἦταν καί ἕνα νησάκι. Ἐκεῖ στάθηκε κάτω ἀπό τόν καυστικό ἥλιο. Καί τί συνέβη; Τήν ὥρα πού ἐκεῖνος καθόταν μέσα στό νερό καί οἱ αὐλικοί του τόν ἐπερίμεναν στήν ὄχθη, ἀντί αὐτοῦ ἐμφανίσθηκε μέ τήν μορφή του, ἕνας ἄγγελος Κυρίου.
Ἐφόρεσε ὁ ἄγγελος τά βασιλικά του ροῦχα καί ὅλοι ἀνεχώρησαν γιά τό παλάτι. Ὁ ἄγγελος εἶχε τήν μορφή τοῦ βασιλέως, πού ἐπέστρεφε τώρα μέ τούς αὐλικούς του, τούς κιθαρωδούς καί ὅλους τούς συμβούλους του, ἐνῶ ὁ ἀληθινός βασιλεύς παρέμενε μέσα στήν λίμνη κοντά στό νησάκι.
Ὅταν ἦλθε τό βράδυ καί ἐχόρτασε ἀπό τό μπάνιο του ὁ βασιλεύς, ἦλθε κι αὐτός στήν ὄχθη, ὅπου ἤξερε ὅτι τόν περίμενε ἡ ἀκολουθία του, ἀλλά ἐκεῖ δυστυχῶς δέν ἦταν κανείς. Καί ὁ βασιλεύς ἦταν ἀκόμη βρεγμένος μέ τά ροῦχα τοῦ μπάνιου του. Εἶχε βραδυάσει καί ἄρχισε νά κάνη κρῦο. Αἰσθανόταν ἀκόμη καί τήν ἀνάγκη νά φάη κάτι καί νά πιῆ. Ὁ Θεός τοῦ ἔστειλε ἐπί πλέον στό κεφάλι του καί μερικά μεγάλα κουνούπια γιά νά τόν ἐνοχλοῦν.
Στεκόταν λοιπόν στήν ὄχθη καί δέν ἤξερε τί νά κάνη πρῶτα: νά ὀργισθῆ, διότι τόν ἄφησαν μόνον του καί ἔφυγαν; Νά διώχνη τά κουνούπια; Νά ζητήση κάτι νά φάη ἤ κάποιο ροῦχο ν᾿ἀλλάξη καί νά σκεπασθῆ, λόγῳ τοῦ κρύου; Αἰσθανόταν ἀκόμη καί ἐντροπή, βασιλεύς αὐτός καί νά εἶναι σχεδόν γυμνός.
Βασανιζόταν λοιπόν μ᾿ αὐτά τά προβλήματά του, ὁπότε ἐπέρασε ἀπό ἐκεῖ ἕνας γέροντας ἀσκητής καί ὁ βασιλεύς στάθηκε μπροστά του. Βλέποντάς τον μέσα στήν νύκτα ὁ ἀσκητής ταράχθηκε καί ἤθελε νά φύγη, γιατί ἐνόμισε ὅτι εἶναι φάντασμα πού βγῆκε ἀπό τήν λίμνη. Ὁ βασιλεύς ἔκραξε ἔτρομος:
-Στάσου, μήν φεύγης, διότι δέν εἶμαι ἄνθρωπος κακός. Μή φοβᾶσαι ἀπό μένα. Ἐπέρασαν ἀπό ἐδῶ μερικοί ληστές, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐπῆραν τά ροῦχα μου καί γι᾿ αὐτό εἶμαι τώρα ἔτσι, ὅπως μέ βλέπεις. Δός μου σέ παρακαλῶ ἕνα ὑποκάμισο, ἐάν ἔχης, γιά νά μπορέσω νά πάω στό σπίτι μου, διότι πολύ βασανίζομαι ἐδῶ.
Καί ὁ γέροντας ἀσκητής τοῦ ἔδωσε ἕνα παλαιό δικό του ἔνδυμα, γεμᾶτο ἀπό μπαλώματα, ἀλλά ἦταν καλλίτερο ἀπό τό τίποτε γιά νά τόν ζεστάνη καί νά μή περπατᾶ γυμνός. Καί ἐπῆγε ὁ βασιλεύς ντυμένος σάν ἕνας ζητιᾶνος καί ὅσοι τόν ἔβλεπαν γελοῦσαν, μή γνωρίζοντας ποιός εἶναι.
Καί περπατώντας ὁ βασιλεύς γιά τήν πόλι, οἱ ἄνθρωποι ἀπεμακρύνοντο ἀπό κοντά του, διότι τόν θεωροῦσαν κάποιον ληστή, ἄλλοι τόν περιγελοῦσαν καί τά σκυλιά τόν ἀκολουθοῦσαν. Καί μόνο αὐτός ἤξερε πῶς ἔφθασε στό κοντινό χωριό σ᾿ἕνα ὑπάλληλό του, τόν ὁποῖο εἶχε διορίσει ἐκεῖ ὡς φύλακα στά σύνορα τοῦ χωριοῦ του. Αὐτός ἀνῆκε στήν χορωδία τῶν κιθαρωδῶν πού τόν εἶχαν μεταφέρει μέχρι τήν λίμνη. Θέλοντας νά μπῆ ὁ βασιλεύς στήν αὐλή αὐτοῦ τοῦ δικοῦ του ἀνθρώπου, οἱ φύλακες καί οἱ ἐργάτες τόν ἔδιωχναν καί τόν περιγελοῦσαν.
-Τί ζητεῖς ἐσύ, ζητιᾶνε ἐδῶ; Χαμένε!
Θέλω νά συνομιλήσω μέ τόν ἄρχοντά σας, τούς εἶπε ὁ βασιλεύς.
-Ἀλλά ἐσύ δέν κυττάζεις τόν ἑαυτό σου πῶς εἶσαι ντυμένος; Καί τέτοια ὥρα νύκτα ἔρχεσαι στό ἀφεντικό μας! Φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ πρίν νά πάρουμε τά ρόπαλα καί σέ σπάσουμε στό ξύλο!
Δέν ἄφησαν τόν βασιλέα νά μπῆ μέσα. Ἐκεῖνος ὅμως τόν ἔκραζε μέ δυνατή φωνή ἀπό ἔξω. Τόν ἄκουσε τό ἀφετνικό καί ἀνεγνώρισε τήν φωνή τοῦ βασιλέως, ἀλλά δέν ἀντιλαμβανόταν τί ζητοῦσε τέτοια ὥρα ἐκεῖ, διότι αὐτός (μέ τήν μορφή τοῦ ἀγγέλου) εἶχε πάει μέ τήν ἀκολουθία του ἐνωρίτερα στό παλάτι. Καί βγῆκε στό μπαλκόνι νά ἰδῆ ποιός εἶναι. Καί εἶδε ἕνα ζητιᾶνο, πού τόν καλοῦσε μέ τό ὄνομά του. Ὅμως, ὅταν ἐπλησίασε περισσότερο, εἶδε ὅτι ἦταν ὁ βασιλεύς.
-Γιατί ἐκάνατε αὐτό τό παιγνίδι σέ μένα; Τόν ἐρώτησε ὁ βασιλεύς ὀργισμένος. Πῶς μέ ἀφήσατε μέσα στό νερό σχεδόν γυμνόν καί ἐφύγατε ὅλοι σας; Νά ξέρετε ὅτι αὔριο θά κόψω τά κεφάλια ὅλων σας.
Ὁ ἄρχοντας τό χωριοῦ δέν καταλάβαινε τί ἔπαθε ὁ βασιλεύς, διότι ἐγνώριζε ὅτι αὐτός τόν ἔφερε μαζί μέ ὅλους τούς αὐλικούς ἀπό τήν λίμνη στό παλάτι. Ἀλλά δέν ἦταν σίγουρος ὅτι ἦταν αὐτός ὁ βασιλεύς ἤ κάποιος ἄλλος πού τοῦ ὁμοίαζε καί ἤθελε νά τόν διακωμωδίση, διότι εἶχε φορέσει καί τά βασιλικά του ροῦχα!
Σκέφθηκε νά τόν διώξη, ἀλλά φοβήθηκε μήπως αὐτός εἶναι ἀληθινά ὁ βασιλεύς, διότι ἡ φωνή καί ἡ μορφή του ἦταν δικά του, ἀλλά μέ τό ζωστικό αὐτό τό μπαλωμένο τόν ἔβλεπε πρώτη φορά. Δέν ἐγνώριζε τί νά κάνη, διότι ἤξερε πολύ καλά ὅτι τόν συνώδευσε μέ τά μουσικά ὄργανα μέχρι τό παλάτι του καί μέ ἄλλους στρατιῶτες. Καί ἐρώτησε τόν βασιλέα, τόν ὁποῖον καί κατηγοροῦσε:
-Ἔε, βασιλεῦ, δέν ἐπήγαμε ὅλοι μαζί στό παλάτι σου; Δέν ἐφόρεσες τήν πορφύρα σου καί ἔβαλες τό στέμμα καί τό δακτυλίδι σου; Δέν σέ δέχθηκαν καί στά ἄλλα τά χωριά μέ μουσικά ὄργανα καί μέ λουλούδια;
Καί δέν καταλάβαιναν οὔτε ὁ ἕνας, οὔτε ὁ ἄλλος τί συνέβη. Ὁπότε, ὁ σπιτονοικοκύρης, ἄφησε τόν βασιλέα σπίτι του καί ἔτρεξε στό παλάτι νά ἰδῆ τί συμβαίνει. Ὅταν ἔφθασε ἐζήτησε νά συναντηθῆ μέ τόν βασιλέα διότι ἦταν ἐπείγουσα ἀνάγκη. Ἐξῆλθε πρός συνάντησί του ἡ βασίλισσα, πρός τήν ὁποίαν εἶπε:
-Θέλω νά μιλήσω μέ τόν βασιλέα, διότι εἶναι ἕνα θέμα πολύ σοβαρό.
-Δέν γίνεται, ἀναπαύεται τώρα. Τόν ἄφησα ἤδη στό κρεββάτι του.
-Ξυπνῆστε τον, διότι πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὁμιλήσω μαζί του.
Τότε ἐπῆγε ἡ βασίλισσα νά τόν ξυπνήση, ἀλλά ὅταν ἐπῆγε ἐκεῖ, δέν ἦταν κανείς στό κρεββάτι, παρά μόνο τά ροῦχα.
-Ἀλλοίμονο, δέν εἶναι ὁ βασιλεύς πουθενά.
Τότε τῆς εἶπε ὁ πρόεδρος καί φύλακας τοῦ χωριοῦ:
-Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι αὐτός πού ἦλθε σέ μένα στό σπίτι μου, ἀλλά φαίνεται ὅτι ἔχασε τά μυαλά του. Ἦλθε ντυμένος σάν ἕνας ζητιᾶνος καί μοῦ λέγει γιατί δέν τόν περιμέναμε νά βγῆ ἀπό τό μπάνιο του καί τόν ἀφήσαμε μέσα στό νερό.
Τότε ἐπῆγαν ὅλοι στόν βασιλέα καί τόν ἔφεραν στό παλάτι.
Αὐτός, ὅπως ἦταν κουρασμένος, ἀμέσως ἔπεσε στί κρεββάτι. Στόν ὕπνο του τοῦ ἐμφανίσθηκε ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε:
-Γιατί ἀπηγόρευσες νά διαβάζεται στίς ἐκκλησίες ὁ λόγος τοῦ Κυρίου; «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν...»; Ἐσύ δέν γνωρίζεις ὅτι ὁ Θεός σέ ἔκαμε βασιλέα κι Αὐτός σέ μιά στιγμή μπορεῖ νά σέ βγάλη ἀπό τήν βασιλεία σου; Εἶδες πόσο γρήγορα ἐπτώχυνες, ἐάν δέν ἔχης τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου;
Καί σωφρονίσθηκε ὁ βασιλεύς καί ἀμέσως ἔδωσε ἐντολή σ᾿ ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς βασιλείας του νά ἐπανέλθη αὐτός ὁ στίχος τοῦ 33 ψαλμοῦ σέ κάθε ἀγρυπνία καί σέ κάθε ἀρτοκλασία. Μάλιστα ἔδωσε ἐντολή νά ψάλλεται τρεῖς φορές καί δυνατά νά ἀκούουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι: ««Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ».
Ἐμεῖς νά γνωρίζουμε ὅτι ὅλα ὅσα ἔχουμε: περιουσίες, μυαλό, γνώσεις, βαθμούς, ὑγεία καί τιμή ὅλα εἶναι δωρεές τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅπως μᾶς τά ἔδωσε, ἔτσι μπορεῖ σέ κάθε στιγμή καί νά μᾶς τά πάρη, ἐάν δέν Τόν εὐχαριστοῦμε γιά ὅλα αὐτά καί γιά τήν πατρική πρόνοιά Του.
Ἀκόμη πρέπει νά ξέρουμε ὅτι δέν φέρει ὁ πλοῦτος τήν εὐτυχία, ἀλλά εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού θ᾿ ἀποκτήση τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, διότι αὐτός θά γίνη μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους τούς βασιλεῖς τοῦ κόσμου καί θά ζήση στόν ἄπειρο αἰῶνα μέ τόν Θεό καί μέ τούς Ἁγίους Του πάντοτε.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
πηγη: Ἀναβάσεις

Απο την Καίτη Λυμούρη: Ο τρύγος στη Ζάκυνθο.

Ένα κείμενο από την φίλη μου Καίτη Λυμούρη, που αναφέρεται στην καλλιέργεια της σταφίδας στο παρελθόν στην πατρίδα μας την Ζάκυνθο. Όσοι καλλιεργούν σταφίδα και σήμερα θα δουν ότι δεν έχει αλλάξει και πολυ ο τρόπος καλλιέργειάς της σήμερα...
     

Στις αρχές του Αυγούστου βάζανε μέσα σε μεγάλα βαρέλια σβουνιές, δηλαδή φρέσκια κοπριά από βόδια και αγελάδες. Εκεί τις λιώνανε σε μπόλικο νερό, οπού με το χυλό αυτό και με σαρώματα από αφανές χρίζανε (έβαζαν μια επίστρωση από το υλικό αυτό) στα καθαρισμένα αλώνια που θα απλώνανε επάνω τις σταφίδες, για να μην κολλάνε στα χώματα που θα ψηνότανε. Η σβουνιά όταν ξεραθεί, κάνει μια φλούδα σκληρή και ανθεκτική στην ταλαιπωρία. Έτσι χρίζονταν τα αλώνια που τα είχαν ξαρισμένα πριν και έτσι ήταν έτοιμα να υποδεχτούν τον καρπό της σταφίδας.
Από τις παραμονές της Παναγιάς τον δεκαπενταύγουστο, άρχιζε ο τρύγος. Ανάλογα με την έκταση του κάθε κτήματος με σταφίδες, έβλεπε κανείς από νωρίς και ανάλογο αριθμό από άνδρες και γυναίκες σε παράταξη, να τρυγάνε. Σε μεγάλα κτήματα, έφθαναν και τους πενήντα. Στην πλειοψηφία τους τρυγούσαν γυναίκες με μαντήλια στο κεφάλι για να μην τις καίει ο ήλιος, ενώ οι άνδρες που φορούσαν τρίτσες ή ντρίτσες , κουβαλούσαν τις τρυγημένες σταφίδες με τριβοκάλαθα (μεγάλα πλεκτά καλάθια) στον ώμο και τις πηγαίνανε στα αλώνια όπου άλλες γυναίκες τις απλώνανε αραδιασμένες για να ψηθούν από τον ηλιο.
 

Μετά τον τρύγο, παραμόνευε ένας άλλος εχθρός της παραγωγής: η αυγουστιάτικη βροχή, που ήταν συνηθισμένη και μερικές φορές ήταν τόσο ραγδαία που στο πέρασμα της έπαιρνε η "χυλισιά'' τις απλωμένες σταφίδες που δεν προλάβαιναν να τις σκεπάσουν με λιόπανα.
Αν βρεχόταν η σταφίδα και δεν την έπαιρνε η ''χυλισιά'', μειωνόταν η ποιότητα της και πουλιόταν φθηνότερη.
Όταν ψηνόταν η σταφίδα στα αλώνια, γύρω στο τέλος Αυγούστου, άρχιζαν και καθάριζαν με τα ''γράμπαλα'' (ειδικές πηρούνες), τα κότσαλα και τα φλύκουρα τους, τα κάνανε σωρούς στις άκρες των αλωνιών και έτσι έμενε το δυνατόν πιο καθαρός ο καρπός της σταφίδας, που την σωριάζανε στη μέση του αλωνιού και τη σκεπάζανε με λιόπανα μήπως και βρέξει.
   

Στη συνέχεια τη ''μακινάρανε'' με τις λεγόμενες ''μάκινες'' όπου καθαριζόταν ο καρπός της σταφίδας τελείως από τα φλύκουρα και τα ξένα σώματα. Σωριάζανε πάλι τον καρπό μέσα στη μέση του αλωνιού μέχρι να πουληθεί. Κι οταν επρόκειτο να την μεταφέρουν στη χώρα, στις σταφιδαποθήκες, τις βάζανε σε σακιά και τις φορτώνανε σε κάρα.......


πηγή: Kaiti Limouri-ΖΑΚΥΝΘΟΣ: ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ...


 Σχόλιο από Skouliki: 
Από ότι διαπιστώσατε στην διαδικασία του τρύγου της σταφίδας ακόμα και σήμερα δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα πλην του χυλίσματος με σβουνιά στα αλώνια….
Ευχαριστώ θερμά την Καίτη Λυμούρη για την διάθεση της πνευματικής της ιδιοκτησίας προς δημοσίευση εδώ!!

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Το νησί των συναισθημάτων

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
   

Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
«Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε;»
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε η Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη» ..... έτσι ακριβώς !!

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Η καλλιέργεια της σταφίδας ή τσιμπίμπο στη Ζάκυνθο: Απο την Καίτη Λυμούρη

Ένα κείμενο από την φίλη μου Καίτη Λυμούρη, που αναφέρεται στην καλλιέργεια της σταφίδας στο παρελθόν στην πατρίδα μας την Ζάκυνθο. Όσοι καλλιεργούν σταφίδα και σήμερα θα δουν ότι δεν έχει αλλάξει και πολυ ο τρόπος καλλιέργειάς της σήμερα...

Από τους χειμωνιάτικους μήνες άρχιζε με ψαλίδες ο ''κάθαρος'', όπου καθαρίζονταν τα κούτσουρα απο τις περιττές και άχρηστες κληματόβεργες. Στη συνέχεια πριν μπουμπουκιάσουν τα κλήματα άρχιζε το κλάδεμα , όπου αφήνανε δυο-τρεις βέργες κομμένες με μερικά ''ματιά'' (2-3 συνήθως σε κάθε βέργα).
Όταν τα χώματα στεγνώνανε από τις βροχές που ήταν και χορταριασμένα, άρχιζε το σκάψιμο με τις αξίνες που κάνανε τα ''κουτρούλια'' και αφήνανε ενδιάμεσα κενά για να φεύγουν τα νερά εάν συνέχιζαν οι βροχές.
Σε πιο προχωρημένη εποχή τα σκάβανε πάλι με δεύτερο χέρι που το λέγανε ''σκάλισμα'' και αυτό γινόταν με προσοχή για να μη σπάνε οι βλαστοί που είχαν αναπτυχθεί εν τω μεταξύ.
Μετά γινόταν το ράντισμα για να μην προσβάλλονται τα φύλλα και τα σταφύλια από τον περονόσπορο, με γαλαζόπετρα διαλυμένη μέσα σε βαρέλια με νερό και γεμίζανε από το φάρμακο αυτό τις μηχανές, τις φορτώνανε στην πλάτη τους με ένα σακί για μαλακάρι και ραντίζανε έτσι τα κούτσουρα. Εάν τύχαινε να βρέχει η και να ρίχνει δροσιές ή πούσι που ευνοούσαν την ανάπτυξη του περονόσπορου, τότε τα ραντίσματα επαναλαμβάνονταν πολλές φορές. Αυτά τα ραντίσματα γινόταν και σχεδόν κάθε δέκα ανεξάρτητα του καιρού.


Ακολουθούσε το ''χαράκωμα'', όπου χαράκωναν τα κούτσουρα στους κορμούς τους. Έκαναν περιμετρικά του κορμού κάθε κούτσουρου με φαλτσέτες μια χαρακιά βάθους ένας δακτύλου και αφαιρούσαν τον φλοιό. Με τη χαρακιά αυτή, τρέχανε τα υγρά και χοντραίνανε οι ρώγες των σταφυλιών για μεγαλύτερη απόδοση. Σήμερα δεν χαρακώνουν τα κούτσουρα αλλά τα ραντίζουν με ειδικό φαρμακευτικό παρασκεύασμα. Στη συνέχεια ακολουθούσε το "διάφισμα'', όπου γεμίζανε ''μπουσουλους'' με θειάφι και με το χέρι την πιπιλίζανε επάνω στα σταφύλια, για να εμποδίζεται έτσι η προσβολή τους από διάφορες ασθένειες όπως τη ''μουχουρη'' κ.α.
Τη δουλειά αυτή την έκαναν γυναίκες αγρότισσες με το δεξί τους χέρι, ενώ με το αριστερό μονομπαντιάζανε τα φύλλα για να πηγαίνει το θειάφι στα σταφύλια. Επειδή απο το θειάφι ξεροσχιζότανε τα χέρια τους, φορούσαν τρύπια σκαλτσούνια στα χέρια τους για γάντια που δεν είχανε τότε. (Στα επόμενα χρόνια το διάφισμα γινόταν με το χέρι μεν, αλλά με ''φυσούνια'' που ήταν και ευκολότερα.)


Κάπου εδώ ήταν που όταν τα κούτσουρα είχαν πολλά κλαδιά κορφολογούσαν τα κλαδιά λίγο για να αποκτήσουν χοντράδα οι ρώγες των σταφυλιών, αλλά και για να περνάνε εύκολα ανάμεσα από τα κούτσουρα. Άλλη δουλειά που έκαναν όταν μέχρι να ωριμάσουν οι σταφίδες, ήταν το ''τσίτισμα''. Όσες σταφίδες ακουμπούσαν κάτω στο έδαφος για να μη σαπούνε, είχαν κομμένα μικρά καλαμάκια και γονατιστοί -που ήταν πολύ κουραστική αυτή η δουλειά- αντισήκωναν το κλήμα και το στήριζαν όρθιο, έτσι ώστε να μην ακουμπάν στο έδαφος οι καρποί.
Τελευταία περιποίηση που έκαναν στα κούτσουρα ήταν το ξεφύλλισμα, δηλαδή κόβανε και αναιρούσανε πολλά φύλλα γύρω από τα σταφύλια, για να παίρνουνε αέρα τα σταφύλια για να μην σέπονται αλλά και για να τα χτυπάει ελαφρά ο ήλιος και να ωριμάσουν πιο γλήγορα που έκανε ζεστή, μέχρι να τα τρυγήσουνε.

πηγή: Kaiti Limouri-ΖΑΚΥΝΘΟΣ: ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ...

Σχόλιο από Skouliki: Ευχαριστώ θερμά την Καίτη Λυμούρη για την διάθεση της πνευματικής της ιδιοκτησίας προς δημοσίευση εδώ!!

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Η σταφύδα ή ¨τσιμπίμπο¨ στην Ζάκυνθο: από την Καίτη Λυμούρη



Oπως μας λέει ο Λεωνίδας Ζώης στο "ιστορικό και λαογραφικό" του λεξικό, η σταφίδα καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά στη Ζάκυνθο επι βενετών με διάφορά ονόματα και με γνωστότερο το "λιανορώγι" από το οποίο κατασκευαζόταν ο "τσιμπίμπος".
Από έγγραφο του 1516 προκύπτει ότι ένας Ιάκωβος Σιγούρος, παραχωρεί σε κάποιον γερακάρη ένα χωράφι στη θέση Βαρρές όπου το 1518 εφύτευσε κλίματα σταφίδας που τα έφερε ενας Θεοδόσης απο την Κόρινθο της νήσου του Πέλοπος.
 Γι΄ αυτό και ονομάζεται "κορινθιακή". 
Από τότε άρχισαν να φυτεύονται συστηματικά κλίματα σταφίδας σε όλο τον κάμπο της Ζακύνθου, που ήταν και το σπουδαιότερο εισόδημα των κατοίκων απο την εξαγωγή της στο εξωτερικό.

πηγή: Kaiti Limouri-ΖΑΚΥΝΘΟΣ: ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΑ, ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ...
Σχόλιο από Skouliki: Ευχαριστώ θερμά την Καίτη Λυμούρη για την διάθεση της πνευματικής της ιδιοκτησίας προς δημοσίευση εδώ!!

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Απο τη γιορτή της Γυναίκας απο την Άννα Μπιθικώτση

Αφιερωμένο το ποίημά της Άννας Μπιθικώτση  με αφορμή σήμερα τη γιορτή της Γυναίκας, στη μάνα, τη σύζυγο, την εργαζόμενη, την άνεργη, την μοναχική, τη φίλη, τη γιαγιά…

   

(Τόσοι πολλοί ρόλοι και υποχρεώσεις !Σήμερα, προσπαθήστε να δώσετε χώρο στη μέρα σας και να σκεφτείτε εσάς...)
Με σεβασμό και αγάπη
Αντί σιωπής…

Άννα Μπιθικώτση
Σχόλιο από Skouliki: Ευχαριστώ θερμά την φίλη μου Αννα για την τιμή που μου κάνει!

8 Μαρτίου: παγκόσμια ημέρα γυναίκας...

Αλήθεια σε έναν κόσμο όπου χρειάζεται υπενθύμιση η γυναίκα με μια παγκόσμια ήμερα τι να περιμένουμε;;
Όχι δεν πρέπει να γιορτάζει 1 ημέρα στις 365, κάθε μέρα γιορτή, γιατί τους αξίζει!!!!!!!!!!!

Καλημέρα, Καλό Σαββατοκύριακο να έχουμε


Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Πρέπει να δεις το μεγάλωμα ενός πουλιού, από μωράκι μέχρι να πετάξει!

Ψάχνοντας   βρήκα αυτό το δημοσίευμα  και θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας: 

ΒΡΗΚΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ ΠΟΥΛΑΚΙ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΒΟΛΤΑ ΤΟΥ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙΣ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ 40 ΜΕΡΕΣ. ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!

Ένας κτηνίατρος με το username ‘DachsUndDachshund‘ πόσταρε πρόσφατα στο σάιτ imgur αυτές τις φωτογραφίες. Βγαίνοντας για τζόκινγκ μια μέρα βρήκε αυτό το μικροσκοπικό πουλάκι που είχε πέσει από τη φωλιά του.
Ο κτηνίατρος δεν κατάφερε να βρει τη φωλιά του για να το επιστρέψει εκεί, έτσι αποφάσισε να το πάρει σπίτι του και να φροντίσει μέχρι να μεγαλώσει και να μπορεί να πετάξει μόνο του μακριά.

Μέρα 1 – Έτσι ήταν το πουλάκι την πρώτη μέρα που το βρήκε ο φίλος μας με τον αδερφό του.



Μέρα 2 – Δεν ήξεραν αν πρόκειται για αγοράκι ή κοριτσάκι κι έτσι το ονόμασαν “Ντάμπλινγκ.” Δεν ήξεραν επίσης τι είδους πουλιού μπορεί να είναι, γιατί τα νεογέννητα πουλιά μοιάζουν όλα λίγο-πολύ μεταξύ τους. Έπρεπε λοιπόν να περιμένουν να μεγαλώσει για να δουν πώς θα είναι τα φτερά του. 

Μέρα 3 – Το μικρό πουλάκι ήθελε πολύ τάισμα! Του έδιναν σκουλίκια, έντομα και ένα υγρό ρόφημα εμπορίου για κοτόπουλα. 

Μέρα 4 – Τα φτεράκια του έχουν αρχίσει ήδη να αναπτύσσονται.

Μέρα 5 – Οι διαφορές ακόμα και μετά από 24 ώρες μόνο είναι εντυπωσιακές. 

Μέρα 6 – Αρχίζει πια να μοιάζει με πουλάκι κανονικό. 

Μέρα 7 

Μέρα 8 – Σε αυτό το σημείο έτρωγε πια τρία μεγάλα έντομα ή σκουλίκια κάθε φορά που το τάιζαν. 

Μέρα 9

Μέρα 10 – Το μικρό πουλάκι μεγάλωσε αρκετά και μεταφέρθηκε σε κανονικό κλουβί. 

Μέρα 11 – Μπορεί και στέκεται πια κανονικά.

Μέρα 12 

Μέρα 13 – Μετά από δύο εβδομάδες σχεδόν, όλα εξελίσσονται υπέροχα.

Μέρα 14

Μέρα 17 – Εδώ μεταφέρθηκε σε μεγαλύτερο κλουβί με περισσότερα "παιχνίδια" για να απασχολείται.

Μέρα 22 – Εδώ άρχισαν να βγάζουν το κλουβί του στη βεράντα για να συνηθίσει τον αέρα, τον ήλιο και τα άλλα πουλιά. 

Μέρα 23 – Άρχισε πια να φαίνεται ότι ήταν μάλλον σπουργίτι.

Μέρα 25

Μέρα 27 – Σε αυτό το σημείο σταμάτησε να τρώει έντομα και προτιμούσε πια τους σπόρους και τα σκουλίκια μόνο. 

Μέρα 29 – Το πουλάκι ξετρελάθηκε με τα φύλλα που του έβαλαν στο κλουβί για να συνηθίζει. 

Μέρα 33

Μέρα 36 – Η μέρα που το άφησαν πια ελεύθερο. Ο καιρός ήταν υπέροχος και ό,τι έπρεπε για την πρώτη του βόλτα στο νέο του περιβάλλον.

Αντίο, Ντάμπλινγκ! – Άνοιξαν το πορτάκι του κλουβιού. Χωρίς κανένα δισταγμό το πουλάκι βρήκε από το κλουβί και πέταξε στο κοντινότερο δέντρο τσιμπολογώντας τα μπουμπούκια του και πετώντας από κλαδί σε κλαδί, μέχρι που εξαφανίστηκε από το οπτικό τους πεδίο. 

φωτός: imgur
πηγή:
 

Η ΚΥΡΑ - ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ



Ενα εθιμο που εχει σχεδόν χαθεί ειναι αυτό της Κυρά Σαρακοστής. Πρόκειται για ένα ιδιόμορφο ημερολόγιο με το οποίο μετρούσαν τις εβδομάδες της νηστείας (Σαρακοστής).
Η κυρά Σαρακοστή στις περισσότερες περιοχές ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά. Απεικόνιζε μια γυναίκα με σταυρωμένα χέρια, λόγω προσευχής, σαν καλόγρια, χωρίς στόμα, λόγω νηστείας, και με εφτά πόδια που αναπαριστούσαν τις επτά εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι και έτσι ήξεραν πόσες βδομάδες νηστείας απέμεναν μέχρι το Πάσχα.Το τελευταίο το έκοβαν το Μεγάλο Σάββατο. Αυτό το κομμάτι χαρτί το δίπλωναν καλά και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή καρύδι (περιοχή της Χίου), το οποίο τοποθετούσαν μαζί με άλλα. Όποιος το έβρισκε θεωρούνταν τυχερός και γουρλής. Σε κάποιες περιοχές, το έβδομο πόδι το τοποθετούσαν μες στο ψωμί της Ανάστασης και όποιος το έβρισκε του έφερνε γούρι.
Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, η κυρά-Σαρακοστή φτιάχνεται από ζυμάρι με απλά υλικά και, κυρίως, πολύ αλάτι για να μη χαλάσει. Εξάλλου, δεν τρωγόταν, αφού χρησιμοποιούνταν ως ημερολόγιο. Αλλού πάλι, την έφτιαχναν από πανί και τη γέμιζαν με πούπουλα.
Στον Πόντο, η κυρά-Σαρακοστή ήταν μια πατάτα ή ένα κρεμμύδι που το κρεμούσαν απ” το ταβάνι και πάνω του είχαν καρφωμένα επτά φτερά κότας, ώστε να αφαιρούν ένα φτερό κάθε εβδομάδα. Εδώ το έθιμο ονομαζόταν «Κουκουράς», ο οποίος ήταν και ο φόβος των παιδιών!
Για το έθιμο της κυρα-Σαρακοστής έχουν γραφτεί οι παρακάτω στίχοι:

Την κυρά Σαρακοστή
που “ναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν”
με αλεύρι και νερό.

Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι ένα σταυρό
μα το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό.

Και τις μέρες τις μετρούσαν
με τα πόδια της τα επτά
κόβαν” ένα τη βδομάδα
μέχρι να “ρθει η Πασχαλιά.