Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Το εκκλησάκι: απο την Αριάδνη Μεσογείτη

Ο Άγιος Κωνσταντίνος ή τα Εισόδια της Θεοτόκου στο Μαρούσι Αττικης!


 Σάββατο απομεσήμερο, είκοσι του Νοέμβρη. Πήρα το αμαξάκι μου και από το κέντρο της Αθήνας, κίνησα για το Μαρούσι. Μια επίσκεψη προσκύνημα, θα έλεγα, στα πατρογονικά χώματα. Η Κηφισίας σχεδόν άδεια. Ελεύθερη και ανοιχτή με προκαλούσε να αναπτύξω ταχύτητα. Τα φανάρια λες και περίμεναν να τα ζυγώσω για να πρασινίσουν ένα-ένα με τη σειρά τους, καθώς προχωρούσα προς τα βόρια. Μια απόλαυση η λεωφόρος όταν δεν έχει κίνηση, με τις ανισόπεδές της μια να βουτάνε και μια να υψώνονται στις διασταυρώσεις. Ούτε δέκα λεπτά δεν χρειάστηκαν για να φτάσω στα όρια του Μαρουσιού. Στα αριστερά μου η πεδιάδα με τις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Περνώ κάποια μεγάλα νοσοκομεία και πλησιάζω το τεράστιο κτίριο του ΟΤΕ. Πώς έχει αλλάξει η περιοχή. Για μια στιγμή, πέρασε φευγαλέα μπροστά από τα μάτια μου η εικόνα του χτες. Ασυνείδητα έκοψα ταχύτητα. Τα κτίρια γύρω μου εξακολουθούσαν να φεύγουν προς τα πίσω, αλλά ολοένα και με αργότερο ρυθμό. Ταυτόχρονα άρχισαν να χάνουν ύψος, να κονταίνουν να μικραίνουν. Μερικά εξαφανίσθηκαν εντελώς και τη θέση τους πήραν αγροί και ελαιώνες. Οι τεράστιες τζαμένιες προσόψεις χάθηκαν. Μικρά ισόγεια ή το πολύ διώροφα κτίσματα εμφανίστηκαν στις δυο πλευρές του δρόμου, που τώρα είχε στενέψει αρκετά, τόσο ώστε να χωρά μόλις μια λωρίδα προς κάθε κατεύθυνση. Στις άκρες του δρόμου αντί για πλακόστρωτα πεζοδρόμια, χαμομήλια, βρούβες και τσουκνίδες πρασίνιζαν στο χώμα. Μπροστά στα μάτια μου περνούσαν τα Κανατάδικα με τα κανάτια, τις γλάστρες και τα κιούπια τους στολισμένα στις προσόψεις και κρεμασμένα στους τοίχους, χρωματιστά ή άβαφα να περιμένουν τον αγοραστή. Ονόματα γνωστά από χρόνια στους μαρουσιώτες, στις καλαίσθητες ταμπέλες. «Καρδιακός», «Ψαραύτης», «Καράβης»… Ήθελα να σταματήσω να μπω μέσα, να χαζέψω την ποικιλία των πήλινων αγγείων, να διαλέξω, να αγοράσω.
Το κόκκινο φανάρι μπροστά μου με γύρισε στην πραγματικότητα. Ξαφνικά τα όμορφα εκθέματα χάθηκαν και μαζί τους οι ελαιώνες και τα χωράφια πίσω τους. Με μιας ορθώθηκαν πάλι τα κτίρια μεγαθήρια, με τους γυάλινους τοίχους τους να αστράφτουν στον ήλιο που έδυε και να με τυφλώνουν. Να μου κόβουν τη θέα, να με ψυχοπλακώνουν. Άναψα το φλας για αριστερά και όταν άναψε το πράσινο έστριψα στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου. Τώρα πια έχω άλλα σημάδια για να ξεχωρίζω τη στροφή. Εμπορικό Κέντρο Αίθριο. Κάποτε το σημάδι ήταν η ρεματιά, η πυκνή βλάστηση γύρω της και φυσικά, τα κυπαρίσσια στο βάθος. Τώρα η ρεματιά κρύφτηκε πίσω από τα ψηλά κτίρια. Τα κυπαρίσσια σε πείσμα των καιρών, υπάρχουν ακόμα, περήφανα αιωνόβια, αλλά τα βλέπεις μόνο αφού στρίψεις.

Κι εκεί, στα εκατό μέτρα από τη στροφή, θα το δεις. Στην άκρη του δρόμου στα αριστερά σου, το μικρό εκκλησάκι. Παλιό, παμπάλαιο αλλά καλοδιατηρημένο, με τα πανύψηλα κυπαρίσσια και τα πεύκα γύρω του, να το προστατεύουν σαν φύλακες άγγελοι, παντοτινοί φρουροί. Σταματώ κάπου κοντά και κατεβαίνω από το αυτοκίνητο. Παίρνω τα λουλούδια που είχα διαλέξει το πρωί, ειδικά για την περίσταση, όσα χωράει η αγκαλιά μου και κοιτώ από την απόσταση αυτή. Το εκκλησάκι, το εκκλησάκι μας… Εκεί πραγματικά έχει σταματήσει ο χρόνος. Το μυαλό μου φεύγει ξανά προς τα πίσω. Τώρα, αντί για τα κτίρια, μικραίνω εγώ. Χαμηλώνω, ελαφραίνω, γίνομαι τόσο δα παιδάκι. Τα δυο μου χέρια σηκωμένα ψηλά κρατούν τον πατέρα και τη μητέρα κι εγώ ανάμεσά τους τρέχω για να προλάβω το βήμα τους.
–‘Γρήγορα, περπατήστε λίγο πιο γρήγορα, η λειτουργία έχει αρχίσει χωρίς εμάς. Σε λίγο θα χτυπήσουν και την καμπάνα. Είναι ντροπή να αργήσουμε. Τι θα λέει ο κόσμος; Ο παπάς; Πάει εφτάμιση η ώρα. Κοίτα χάραξε κιόλας!’ Σκουντουφλώ αγουροξυπνημένη, μισοκοιμισμένη θα έλεγα. Πόσο θα ήθελα να ήμουν ακόμα στο ζεστό μου κρεβατάκι. Αλλά όχι σήμερα. Σήμερα είναι η Μέρα μας! Είναι είκοσι μία Νοεμβρίου, τα Εισόδεια της Θεοτόκου, της Παναγιάς την Μεσοσπορίτισσας! Σήμερα λειτουργούμε το εκκλησάκι μας. –‘Είναι δικό μας το εκκλησάκι, πατέρα;’ Ρωτώ για πολλοστή φορά. –‘Είναι της οικογένειάς μας’, απαντά ο πατέρας. ‘Πριν από πολλά, πάρα πολλά χρόνια, κάποιος παππούς του παππού του παππού μου, ας πούμε, το έχτισε εδώ πέρα, γιατί έτσι του είπε η Παναγιά η Μεσοσπορίτισσα, που του φανερώθηκε μια μέρα, εκεί που έσπερνε το χωράφι του. Ήτανε τέτοια μέρα, είκοσι μία του Νοέμβρη κι εκείνος ο παππούς έκανε τάμα στη ζωή του να χτίσει ένα εκκλησάκι που να γιορτάζει κάθε χρόνο στη Χάρη Της. Ήτανε δύσκολα χρόνια τότε, είχε Τούρκους ακόμα εδώ, αλλά εκείνος τα κατάφερε και το έχτισε. Στην αρχή ήταν ξύλινο αλλά με τον καιρό, τα παιδιά του και τα εγγόνια του το έχτισαν με πέτρα γερή και μάρμαρα κι αντέχει τόσα χρόνια. Έτσι το βρήκαμε από τους γονείς μας κι εμείς κι έτσι κάνουμε. Σαν μεγαλώσεις, θα κάνεις κι εσύ το ίδιο.’
Το εκκλησάκι στέκει εκεί απέναντί μου κάτω από τα θεόρατα κυπαρίσσια με την καμπάνα του κρεμασμένη σε ένα από τα κλαδιά τους κι εγώ με τα λουλούδια μου αγκαλιά περνώ το δρόμο και πλησιάζω. Πώς έγινε και μεγάλωσα τόσο γρήγορα; Δεν υπάρχει πια ο πατέρας και όλοι οι ‘μεγάλοι’ γονείς και θείοι, έχουν φύγει ο ένας μετά τον άλλο. Βλέπω στην αυλή τον αδελφό μου, τη νύφη μου, την ξαδέλφη μου. Τώρα είναι η σειρά μας, εμείς είμαστε οι θεματοφύλακες της παράδοσης. Με περιμένουν. Τους χαιρετώ και όλοι μαζί αρχίζουμε δουλειά. Σκούπισμα, ξεσκόνισμα, στόλισμα εικόνων, άναμμα καντηλιών.


Καθώς προχωρούν οι ετοιμασίες για την αυριανή λειτουργία, με την άκρη του ματιού μου ‘βλέπω’ τη μάνα μου να τακτοποιεί τις καρέκλες, τη θεια μου να καθαρίζει προσεκτικά την εικόνα, τον πατέρα να φέρνει τα λουλούδια, λευκά ολόλευκα που ταιριάζουν στην αγνότητά Της. Βλέπω το θείο Σπύρο να φέρνει κλωνάρια από την πανάρχαια μυρτιά που φυτρώνει στο ρέμα και να σχηματίζει με αυτά ένα σταυρό, που τον κρεμά πάνω από την εξώπορτα, να καλωσορίζει τους προσκυνητές. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι εκείνος ο παππούς είδε όνειρο την Παναγία να του υποδεικνύει το μέρος, όπου ήταν κρυμμένη μια εικόνα. Την άλλη μέρα έψαξε στη ρεματιά, που υπάρχει ακόμα και σήμερα πίσω από το κτίριο του ΟΤΕ και κάτω από τη ρίζα μιας μυρτιάς βρήκε την εικόνα με την είσοδο της μικρής Μαρίας στο ναό του Θεού. Η μυρτιά υπάρχει ακόμα, πρόθυμη να δώσει τα κλαδιά της για να στολίσουν το μικρό εκκλησάκι, μόνο που κανείς πια δεν ενδιαφέρεται, κανείς πια δεν έχει χρόνο και διάθεση για τέτοια.
Τελειώνουμε. Το εκκλησάκι είναι έτοιμο για την αυριανή γιορτή της Παναγίας. Περιμένοντας να στεγνώσει το νωπό ακόμα μαρμάρινο πάτωμα, βγαίνουμε στην αυλή. Έχει νυχτώσει και σε λίγο το ολόγιομο φεγγάρι θα κάνει τη μεγαλόπρεπη εμφάνισή του πίσω από το ιερό. Αν βέβαια το επιτρέψουν τα ψηλά μοντέρνα κτίρια. Κάποιοι περαστικοί που είδαν την πόρτα ανοικτή ήρθαν να ανάψουν το λιανοκέρι τους. Ρωτούν για την αυριανή γιορτή. Ρωτούν για το εκκλησάκι, την ηλικία του, την ιστορία του. Ρωτούν γιατί είναι γνωστό ως ‘Άγιος Κωνσταντίνος’, αφού είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου. Φαίνεται αυτό από την εικόνα που είναι στο τέμπλο της εκκλησίας, στα αριστερά της Παναγίας και της Ωραίας Πύλης. Όποιον άγιο δεις σε αυτή τη θέση, σε αυτόν είναι αφιερωμένη η εκκλησία. Ωστόσο, ένας από τους παππούδες, ο μπάρμπα-Κώτσος που είχε το σπίτι του δίπλα από την εκκλησία, κάθε χρόνο του Αγίου Κωνσταντίνου έκανε μεγάλη γιορτή. Με χωράφια εύφορα και με τα γελάδια που έτρεφε, είχε καλά τον τρόπο του ο μπάρμπα-Κώτσος. Στη γιορτή του λοιπόν την ονομαστική, λειτουργούσε το εκκλησάκι, έσφαζε ένα μοσχάρι και καλούσε στο τραπέζι του όλο το Μαρούσι, προσφέροντας επίσης άφθονο κρασί. Όπως ήταν φυσικό, μετά το φαγοπότι, στηνόταν και τρανός χορός. Τέτοιες ευκαιρίες για πανηγύρι δεν τις άφηναν οι Μαρουσιώτες. Σιγά-σιγά καθιερώθηκε να λειτουργεί το εκκλησάκι δυο φορές το χρόνο, μια στις είκοσι μία του Μάη και μια στις είκοσι μία του Νοέμβρη. Επειδή όμως την Άνοιξη το πανηγύρι ήταν πιο τρανό, έμεινε στο εκκλησάκι η ονομασία Άγιος Κωνσταντίνος.
Ρωτούν αν έχει γραφτεί κάποιο βιβλίο με την ιστορία της οικογένειας και της εκκλησίας, τους λέμε πως όχι. Φεύγουν. Και τότε ανάβει για μια ακόμα φορά, όπως κάθε χρόνο, η κουβέντα για τους θρύλους και τις παραδόσεις της οικογένειας. ‘Είναι ή δεν είναι θαμμένος στο προαύλιο ο παππούς ο Αγγελής; Κι αν είναι, κάτω από ποιο κυπαρίσσι αναπαύεται; Είναι τα μάρμαρα που βρίσκονταν εκεί από χρόνια κομμάτια από την ταφόπλακα του πρόγονου ή μήπως είναι πολύ παλαιότερα, αρχαία απομεινάρια από κάποιο κτίσμα ρωμαϊκό ή από ναό της θεάς Άρτεμης της Αμαρυσίας, όπως την έλεγαν παλιά οι Αθμονείς πρόγονοί μας; Μάρμαρα υπήρχαν από παλιά διάσπαρτα στην περιοχή. Εξάλλου η αρχαιολογική σκαπάνη απεκάλυψε πολλά αρχαιολογικά ευρήματα σε μικρή απόσταση, όταν κατασκευάζονταν οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Λέγεται μάλιστα, πως αρκετά από τα οικοδομικά υλικά της τοιχοποιίας της παλιάς εκκλησίας είναι κομμάτια από αρχαία μάρμαρα.
Κυριακή πρωί, είκοσι μία του Νοέμβρη. Ένα πρωινό με τη νοτισμένη ατμόσφαιρα να περιμένει τη λιακάδα. Στο δρόμο, πηγαίνοντας για την πρωινή λειτουργία, οι ίδιες νοερές εικόνες γεμίζουν το μυαλό μου. Προσέχω να μην προσπεράσω το φανάρι. Φτάνω. Κόσμος έχει ήδη μαζευτεί και ο παπάς ψάλλει από τα μεγάφωνα. ‘Άργησα, πατέρα, μάλωσέ με.’ Στο προαύλιο, τα εγγονάκια μου έχουν ήδη φτάσει και τρέχουν να με προϋπαντήσουν με μια σφιχτή αγκαλιά. Μπαίνω στο εκκλησάκι μας μαζί με τον εξάχρονο εγγονό μου κι ευθύς χαμηλώνω, μικραίνω, εξάχρονη κι εγώ, μόλις που φτάνω να φιλήσω τα πόδια της μικρής Μαρίας στο στολισμένο με λευκά χρυσάνθεμα και μυρωδάτους υάκινθους εικόνισμα. Γύρω μου, οι μεγάλοι ψάλλουν χαμηλόφωνα το τροπάριο της ημέρας. Στο κέντρο ένα τραπέζι φορτωμένο με άρτους ζυμωμένους με γλυκάνισο και πασπαλισμένους με ζάχαρη άχνη. Λάδι και κρασί συμπληρώνει την προσφορά.
–‘Μαμά, πότε θα φάμε από το γλυκό ψωμάκι;’ ακούω τον εαυτό μου να ρωτά, με την φωνή του εγγονού μου.
–‘Σσσστ μη μιλάς, θα μεταλάβεις πρώτα και μετά’, μου απαντά, του απαντώ.
Η Λειτουργία τέλειωσε, ο κόσμος βγήκε στο προαύλιο και μοιράστηκαν οι άρτοι. Ευχήθηκαν ο ένας στον άλλο ‘Χρόνια Πολλά’, ‘Και του χρόνου με υγεία’, ‘βοήθειά σας!’ και άλλα τέτοια. Βρεθήκαμε και με άλλα ξαδέλφια που ήρθαν να προσκυνήσουν.
–‘Βρε Αριάδνη, πότε μεγάλωσες εσύ κι έγινες γιαγιά;’ Μου λένε, βλέποντας τα μικρά να τρέχουν στην αυλή, όπως έτρεχα κάποτε κι εγώ, όπως έτρεχαν κάποτε και οι πατεράδες και οι παππούδες μας.
–‘Μεγάλωσα; Ίσως… Όταν όμως μπαίνω μέσα σ’ αυτό το εκκλησάκι, ξαναγίνομαι παιδί, τόσο δα μικρό και όσο θα εξακολουθώ να έρχομαι, δεν πρόκειται να μεγαλώσω ποτέ.

Αριάδνη Μεσογείτη, 22 Νοεμβρίου 2010

Σχόλιο από Skouliki: Ευχαριστώ θερμά την καλή μου φίλη Αριάδνη Μεσογείτη,που μου επέτρεψε να δημοσιεύσω την διήγηση αυτη, μια διήγηση ζωής της θα έλεγα....

Η εκκλησιά ειναι στην οδο Αγ. Κωνσταντίνου 10, στο Μαρούσι, οι φώτο της πήρα από με την βοήθεια της τεχνολογίας απο το street view!!!

4 σχόλια:

  1. Μια πολύ όμορφη αφήγηση.
    Κι΄από μένα συγχαρητήρια στην κυρία για τον υπέροχο τρόπο που μας ζωντάνεψε ταπερασμένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα Ντενη, πράγματι της αξίζουν συγχαρητήρια, να είσαι καλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!