Αν σε μισήσουν: αγάπησέ τους, Αν σε πληγώσουν: λάτρεψέ τους, Αν σε πικράνουν: συγχώρεσέ τους... Μην ξεχνάς: ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ!

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Τα μεσημεριανά όνειρα της ανύπαντρης Στέλλας του Πάνου Καρνέζη




0 πρώτος που τον πρόσεξε ήταν ο κουρέας, αφού ο ξένος θα έπρεπε να καθόταν εκεί για περισσότερο από μία ώρα. Ήταν ένας νέος άντρας με σκούρο κοστούμι, στραπατσαρισμένο καπέλο και μικρό μουστάκι που υπογράμμιζε τη σουβλερή του μύτη. Αν και καθόταν στητός με τα χέρια ακουμπισμένα στο μπαστούνι του, ήταν τόσο ακίνητος που είτε είχε την ικανότητα να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά εί τε ήταν, απλά, πεθαμένος.
Είχε κουρνιάσει στο χαμηλό ασβεστωμένο πεζούλι γύρω απ' τον πλάτανο στη μέση της πλατείας, για να προστατευτεί απ' τις συμφορές του μεσημεριανού ήλιου και, επειδή τα τεράστια χέρια του δεν ταίριαζαν με τις αναλογίες του υπόλοιπου κορμιού του, ο κουρέας σκέφτηκε πως έμοιαζε με δεμένη βάρκα που έχει τα κουπιά ακόμα στους σκαρμούς. Δίπλα στον ξένο υπήρχε ένα κουτί από λουστραρισμένο ξύλο, κ ά τι άλλο που ήταν μάλλον τα προσωπικά του αντικείμενα τυλιγμένα σ' ένα απαρχαιωμένο τραπεζομάντιλο κι ένα πτυσσόμενο τραπέζι με κόκκινα πόδια.
Ήταν μεσημέρι, αρχές καλοκαιριού κι ο κουρέας θα είχε ήδη πάει για ύπνο αν δεν ήταν απασχολημένος με το κούρεμα των προβάτων. Δέχτηκε τη δουλειά απρόθυμα, όταν του την πρότειναν οι συγχωριανοί του.  

«Γιατί εγώ; Εγώ δε συμπαθώ καν τα ζώα».
«Είσαι ο μόνος άνθρωπος στην κοιλάδα που έχει κουρευτική μηχανή».
Κανένας στο χωριό δεν είχε παραπάνω από πέντε πρόβατα, τα περισσότερα απ' τα οποία
ήταν μανάρια που προορίζονταν για το πασχαλινό τραπέζι. Τα υπόλοιπα ήταν λιγότερα από μια ντουζίνα μερινό, που η κυβέρνηση είχε μοιράσει δωρεάν για να προτρέψει την ποι­κιλομορφία στην κτηνοτροφική παραγωγή. Από τότε, όμως, που οι ιδιοκτήτες τους ανακάλυψαν πως εκείνα είχαν πολύ λίγο γάλα, τους φέρονταν με περισσότερη περιφρόνηση απ' ό,τι έδειχναν στους Τσιγγάνους.
Όταν ο κουρέας πρωτοείδε τα πρόβατα έξω απ' το μαγαζί, κι ενώ εκείνα βέλαζαν, μονολόγησε:
«Μοιάζουν σαν ζητιάνοι με ακριβά παλτά».
Ήταν αλήθεια: τα πρόβατα ήταν γεμάτα ψύλλους, υποσιτισμένα κι αρρωστιάρικα. Θα κατέληγαν σύντομα στο σφαγείο αν το τρίχωμα τους —παρ' όλη την κακομεταχείριση— δεν ήταν άριστης ποιότητας: ήταν το μαλλί του κάθε χρόνου που τους εξασφάλιζε επιείκεια.
Ο κουρέας τελείωσε το κούρεμα κι οι βοσκοί πήραν τα πρόβατα απ' την πλατεία. Είχε γεμίσει το βαποριζατέρ της κολόνιας με εντομοκτόνο και ψέκαζε στον αέρα για να σκοτώσει τους ψύλλους, όταν το μάτι του έπεσε τυχαία στο νέο άντρα. Τον παρακολούθησε για λίγο μεσ' απ' το μαγαζί και μετά πήγε δίπλα, όπου ο μπακάλης προσπαθούσε να τρυπήσει ένα απόστημα στο δάχτυλο του ποδιού με μια βελόνα για ράψιμο.
«Ξέρεις αυτόν εκεί πέρα;» ρώτησε ο κουρέας.
Ο μπακάλης έμεινε κι αυτός ξύπνιος εκείνο το μεσημέρι, καθώς ήταν αδύνατον να κοιμηθεί με τον ανελέητο πόνο στο πόδι. Σειρές από κονσέρβες με κομπόστα, στοιβαγμένες στο περβάζι, εμπόδιζαν το φως να μπει στο μαγαζί. Στο πάτωμα, δίπλα στο ράντσο όπου καθόταν, υπήρχε μια λαστιχένια παγοκύστη κι ένας σωρός από κομπρέσες μουσκεμένες με χαμομήλι. Είχαν αποδειχτεί άχρηστες. Ο μπακάλης καθάρισε τα γυαλιά του και μισόκλεισε τα μάτια στην κατεύθυνση της ανοιχτής πόρτας.
«Νόμιζα πως ήταν σκιάχτρο», απάντησε αδιάφορα, κρατώντας το ξεκάλτσωτο πόδι του.
«Πρέπει να ήρθε με το "πρωινό τρένο».
Πίεσε τη βελόνα στο πρήξιμο και τη γύρισε, μέχρις ότου το πύον πετάχτηκε με πίεση. Ο κουρέας παρακολούθησε την επέμβαση νευρικά και για μια στιγμή ξέχασε τον ξένο κάτω απ' τον πλάτανο.
«Πρέπει να πας στο γιατρό», πρότεινε. «Αυτή η βελόνα ίσως είναι μολυσμένη».
Ο μπακάλης απέρριψε τους φόβους του γείτονα του με ένα κούνημα του κεφαλιού.
«Την κράτησα πάνω από αναμμένο κερί μέχρι που έγινε κόκκινη και μετά την έριξα στον πάγο για τριάντα λεπτά. Αυτή η διαδικασία λέγεται "παστερίωση"», ανακοίνωσε σαν ειδικός.
«Το διάβασα στην ιατρική εγκυκλοπαίδεια».
«Αυτό το βιβλίο σκοτώνει περισσότερο κόσμο κι απ' τους ληστές», υποστήριξε ο κουρέας.
«Πρέπει να επικηρύξουν εκείνον που το έγραψε».
Ο μπακάλης καθάρισε το δάχτυλο του ποδιού του με οινόπνευμα και το τύλιξε προσεκτικά σε μια καθαρή γάζα. Μετά οι δύο άντρες άρχισαν να διαφωνούν για διάφορα ζητήματα υγιεινής. Η αντιπαράθεση τους διακόπηκε ξαφνικά από ένα χτύπημα στην πόρτα.
Σήκωσαν το κεφάλι. Ήταν ο ξένος.
«Με συγχωρείτε», είπε πιάνοντας το τσόχινο καπέλο του με δύο δάχτυλα. «Έχω ανάγκη καταλύματος».
Η φωνή του είχε τη ρινική αντήχηση κάποιου που υποφέρει από γρίπη. Έτσι όπως στεκόταν στα σκαλιά, ο κουρέας νόμισε στην αρχή πως είχε μαζί του ένα σκύλο. Αλλά όταν τα μάτια του συνήθισαν το φως απ' την ανοιχτή πόρτα, συνειδητοποίησε πως το σκούρο αντικείμενο στα πόδια του ξένου ήταν το ξύλινο κουτί. Ήταν ένα δικαιολογημένο λάθος, αφού ό χι μόνο ο άντρας κρατούσε το κουτί από ένα λουρί σαν να ήταν σκύλος, αλλά το κοίταζε κιόλας συνέχεια με στοργή.
«Τι;» ρώτησε ο μπακάλης.
«Υπάρχει ξενοδοχείο στο χωριό;»
«Υπάρχει μια πανσιόν».
«Έχει δωμάτια;»
Ο μπακάλης κάγχασε.
«Μην ανησυχείς. Θα είσαι πιο μόνος σου εκεί κι απ' τον τάφο σου».
Ο ξένος συνοφρυώθηκε αλλά ό χι λόγω του άξεστου σχολίου.
«Πρέπει να το τρίψεις με ξύδι», πρότεινε δείχνοντας το πρησμένο δάχτυλο. Πριν προλάβει ο μπακάλης να απαντήσει, ακούστηκαν γαβγίσματα στην πλατεία. Ο κουρέας έβαλε τα χέρια του στις τσέπες.
«Δέκα δραχμές στον Κολοσσό, μπακάλη».
«Δύο κονσέρβες κομπόστα στον Δία ».
Έσφιξαν τα χέρια. Έξω δύο σκυλιά άρχισαν να κινούνται σε κύκλους, κοιτάζοντας το ένα το άλλο, σχεδιάζοντας την επίθεση τους.
«Άρχισε να ανοίγεις τ ις κονσέρβες, μπακάλη», είπε ο κουρέας.
«Αποκλείεται».
«Έτσι, ε; Κοίτα το μέγεθος του δοντιού του Κολοσσού»Ο σκύλος έδειξε το μοναδικό του δόντι κι ετοιμάστηκε να ορμήσει, αλλά ένα κοφτό σφύριγμα τον σταμάτησε. Ήταν ο ξένος. Σφύριξε ξανά και τα δύο ζώα, κουνώντας την ουρά, ήρθαν κατευθείαν στο μπακάλικο και κάθισαν κάτω.
«Διάβολε!» φώναξε ο κουρέας. «Ούτε θηριοδαμαστής δε θα μπορούσε να τα χωρίσει».
«Τους υποσχέθηκα από ένα κόκαλο νωρίτερα», εξήγησε ο ξένος ατάραχα. «Τώρα πείτε μου πώς θα πάω στην πανσιόν».
Του εξήγησαν. Αλλά με το που έβγαλε το πόδι του απ' την πόρτα, με το κουτί στον ώμο, το πτυσσόμενο τραπέζι και τα υπόλοιπα θνητά του υπάρχοντα, οι άλλοι δύο τον σταμάτησαν.
«Περίμενε. Η Στέλλα δε δίνει δωμάτιο ποτέ σε όποιον διακόψει το μεσημεριανό της ύπνο».
«Γιατί;»
«Γιατί τα μεσημέρια ονειρεύεται».
Ο νεαρός έξυσε το κεφάλι.
«Και τι ονειρεύεται;»
«Κανείς δεν ξέρει ».
Οι δύο χωρικοί εξήγησαν ό τι η Στέλλα ήταν μια ανύπαντρη γυναίκα που κανείς δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει. Α π' τον καιρό που πέθαναν οι γονείς της, ζούσε μόνη στην πανσιόν που είχε κληρονομήσει, όταν κάποιος μακρινός συγγενής της είχε δραπετεύσει μες σε μια νύχτα απ' τη φτώχεια στην Αυστραλία. Η επιχείρηση της εξασφάλιζε ένα μέτριο εισόδημα που συμπλήρωνε πουλώντας λαχανικά απ' τον κήπο της.
Με τα κέρδη αγόραζε κοσμήματα τα οποία έκρυβε σ' ένα τσίγκινο κουτί από μπισκότα και το κουτί μες στο κομοδίνο της. Σε όλα τα χρόνια του άγαμου βίου της είχε αποταμιεύσει ένα μικρό θησαυρό από καρφίτσες, σκουλαρίκια, βραχιόλια και μαργαριταρένια περιδέραια.
Οστόσο, δεν τα φορούσε ποτέ: ήταν η προίκα της. Ήταν πράγματι μια γυναίκα με παράξενες συνήθειες. Μετά το μεσημεριανό φαγητό έλυνε τον απερίγραπτο κότσο της, που συγκρατούσαν ένα ζευγάρι βελόνες του πλεξίματος, και χτένιζε τ ις ασημένιες της μπούκλες όχι με μιασυνηθισμένη χτένα αλλά μ' ένα σετ από σύνεργα ιπποκομίας, αγορασμένα φτηνά απ' τον Ισίδωρο, εκείνον που κάποτε είχε ένα άλογο κούρσας. Πρώτα έτριβε το κεφάλι της με τη λαστιχένια βούρτσα για να ξεμπλέξει τους σκληρούς κόμπους που είχε τη συνήθεια να φτιάχνει όταν βρισκόταν σε βαθιά σκέψη, μετά χρησιμοποιούσε μία ατσάλινη τσατσάρα για να αφαιρέσει τ ις αδύναμες τρίχες και τις ακαθαρσίες και στο τέλος έπαιρνε μια μαλακή χτένα που έδινε στις μπούκλες της μια φιλόδοξη γυαλάδα. Μόνο τότε πήγαινε στο κρεβάτι για το μεσημεριανό της ύπνο. Η περιποίηση των μαλλιών της ήταν ένα καθήκον που εκτελούσε καθημερινά και με θρησκευτική ευλάβεια. Όταν ήταν παιδί, η Στέλλα είχε ακούσει τη μητέρα της να λέει πως τα μαλλιά μιας γυναίκας οφείλουν να χαϊδεύονται τακτικά από ανδρικό χέρι, ώστε να μη σκληραίνουν σαν βάτα κι είχε πάρει το σχόλιο κυριολεκτικά.
Η πανσιόν ήταν ένα απέριττο σπίτι με ασοβάτιστους τοίχους και μια γλάστρα με βουκαμβίλια πάνω στην τσιμεντένια βεράντα. Το πρώτο πράγμα που καταλάβαινε ο επισκέπτης μόλις έμπαινε μέσα ήταν η μυρωδιά από βραστό κουνουπίδι. Υπήρχε επίσης ένα πιάνο με ουρά, στοίβες με φωτορομάντζα που ο πράκτορας περιοδικού τύπου στηνπρωτεύουσα του νομού έστελνε στη Στέλλα μια φορά την εβδομάδα με το λεωφορείο κι ένα μαραμένο αλλά ακόμα στολισμένο έλατο, που θα πεταγόταν μόνο όταν ερχόταν ο αντικαταστάτης του τα επόμενα Χριστούγεννα. Το πιάνο ήταν η αμοιβή για τη σύντομη φιλοξενία που η γυναίκα πρόσφερε σ' έναν εξόριστο βασιλιά, όταν εκείνος πέρασε απ' το χωριό. Η Στέλλα το είχε δεχτεί με ευχαριστίες, πριν βγάλει τ ις χορδές του για να μπορεί να κοιμάται μέσα η γάτα.
Τη στιγμή που η Στέλλα άνοιξε την πόρτα κι είδε το νέο άντρα στο κατώφλι της κοκκίνισε: φορούσε το φιλέ και τα μπικουτί της.
«Καλησπέρα», είπε ο άντρας. Άφησε κάτω τ ις αποσκευές του και σκούπισε το μέτωπο με το μαντίλι του πριν προσθέσει: «Έχω ανάγκη καταλύματος».
« Τι συμβαίνει μ' εσένα;» φώναξε η Στέλλα. «Μόνο πωλητές της Βίβλου και τεμπέληδες της πόλης είναι τόσο αγενείς ώστε να χτυπούν την πόρτα του κόσμου τέτοια ώρα».
«Με συγχωρείτε».
Τα σκυλιά τον είχαν ακολουθήσει. Χαμήλωσαν τ ις μουσούδες τους κι αυτά.
«Θα μπορούσα να κοιμάμαι», συνέχισε η Στέλλα νευριασμένη και χάιδεψε τα κεφάλια των σκυλιών.
Ο νέος άντρας κοίταξε γύρω του. Η πανσιόν ήταν στη μέση ενός μικρού λαχανόκηπου στον
οποίο δεν είχε χαραμιστεί ούτε σπιθαμή γης. Ντομάτες ήταν φυτεμένες στη βάση της μάντρας της αυλής. Κοτσάνια με νεροκολοκύθες ήταν πλεγμένα γύρω απ' το βαρούλκο του μαγκανοπήγαδου. Κάτω απ' την κληματαριά που σκέπαζε τη βεράντα, σε σκουριασμένα δοχεία από λιπαντικό μηχανής, υπήρχε άνηθος, δυόσμος και βασιλικός. Κι ανάμεσα στα τεράστια λάχανα πεταγόταν ένα λιλιπούτειο φοινικόδεντρο με ώριμους χουρμάδες.
«Συγχαρητήρια, μαντάμ», την κολάκεψε αμέσως ο ξένος. «Έχετε δημιουργήσει τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας».
Η έκφραση της δεν άλλαξε, αλλά τα λόγια του είχαν τρυπήσει την πανοπλία της.
«"Ματμαζέλ"», τον διόρθωσε. «Περάστε».
Η Στέλλα πρόσεξε το κουτί τη στιγμή που ο άντρας μπήκε στο σπίτι. Της έκανε αμέσως εντύπωση το λουστραρισμένο ξύλο, οι χάλκινοι μεντεσέδες, το βαρύ του λουκέτο. Αλλά δεν είπε τίποτα. Οδήγησε τον άντρα στο δωμάτιο του, του έφερε μια καθαρή αλλαξιά σεντόνια και πετσέτες και τον προειδοποίησε με φωνή δασκάλας πως το πρωινό σερβιριζόταν μέχρι τ ις επτά και τριάντα ακριβώς. Μόνο όταν είχε κάνει το μπάνιο του στη γαλβανισμένη σκάφη που ανακάλυψε κάτω απ' το κρεβάτι κι είχε εμφανιστεί μυρίζοντας λεβάντα στην κουζίνα για να επιστρέψει την πήλινη κανάτα, η Στέλλα τον ρώτησε φαινομενικά αδιάφορα:
«Και τι ήταν εκείνο το κουτί που κουβαλούσατε;»
Εκείνος απάντησε με μια δόση γοητείας.
«Μαντέψτε!»
Γι ' άλλη μια φορά η γυναίκα αντιστάθηκε στη μαγεία του χαμόγελου του.
«Το κομοδίνο σας για το δοχείο νυκτός».
Χωρίς δεύτερη κουβέντα ο άντρας έτρεξε στο δωμάτιο του κι επέστρεψε με το κουτί και το πτυσσόμενο τραπέζι. Ξεδίπλωσε το τραπέζι κι έβαλε το κουτί πάνω του.
«Λάθος», ανακοίνωσε. «Είναι μια λατέρνα». Με το που σήκωσε το βαρύ καπάκι η ανάσα της γυναίκας κόπηκε.
«Είναι πιο περίπλοκη κι από μηχανή αυτοκινήτου!» αναφώνησε, κοιτάζοντας τον απαρχαιωμένο μηχανισμό. Ο άντρας εξήγησε τη λειτουργία των διάφορων εξαρτημάτων.
«Η μουσική αναπαράγεται απ' τα ελάσματα και τ ις βελόνες του περιστρεφόμενου κυλίνδρου. Αυτοί ανοίγουν τ ις βαλβίδες απ' όπου ο αέρας περνά στους αυλούς. Το φυσερό που τροφοδοτεί τους αυλούς με αέρα κινείται κι αυτό απ' τον ίδιο κύλινδρο». Η Στέλλα είχε εντυπωσιαστεί. Αλλά ξαφνικά ο νεαρός έχασε το ενδιαφέρον του για το μουσικό του όργανο. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας κι αναπόλησε με μελαγχολία:
«Κάποτε έπαιζα σε εστιατόρια, μιούζικ χολ και λούνα παρκ. Αργότερα όμως το καταραμένο το τζουκμπόξ μου πήρε τη μουσική». Αναστέναξε. «Το μόνο που μου απόμεινε ήταν να βγω στο δρόμο σαν τον περιπλανώμενο Ιουδαίο ή να πηδήξω από κανέναν  γκρεμό».
Η Στέλλα άγγιξε το χέρι του με συμπόνια, αλλά εκείνος ούτε που το πρόσεξε.
«Είστε τυχερή, ματμαζέλ. Τουλάχιστον εσάς, κανείς δεν μπορεί να πάρει τα όνειρα σας».
Η Στέλλα, νιώθοντας υπεύθυνη που του θύμισε τη δυστυχία του, δοκίμασε τα πάντα για να ανακουφίσει τη θλίψη του πελάτη της. Αλλά ούτε το λάβδανο που τον τάισε με την κουτάλα ούτε το αφέψημα από μανιτάρια που της ε ί χε πουλήσει ο βοτανολόγος ούτε κι οι ηρεμιστικές σταγόνες για τα μωρά που βγάζουν δόντια —και που βρήκε στο βάθος ενός ντουλαπιού— δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Έπρεπε να μαγειρέψει λαγό στιφάδο για να ανακτήσει ο νέος άντρας την ψυχραιμία του.
Μετά, καθώς του σερβίριζε την τρίτη μερίδα, του εκμυστηρεύτηκε το μυστικό της.
«Μακάρι αυτό που είπατε νωρίτερα να ήταν αλήθεια».
Ο άντρας αμέσως άφησε κάτω το πιρούνι.
«Ήμουν μιας πρώτης τάξεως μεσημβρινή ονειροπόλος», συνέχισε η Στέλλα. «Αλλά από τότε που ο κήπος έγινε αυτή η άσπλαχνη ζούγκλα δεν έχω βρει μιας στιγμής ηρεμία».
«Γιατί;»
«Γιατί ο κήπος είναι γεμάτος πεταλούδες».
Ο άντρας την κοίταξε απορημένος.
«Όλοι ξέρουν πως οι πεταλούδες κουβαλούν εφιάλτες», εξήγησε η γυναίκα το αυτονόητο.
Μόνο τότε ο άντρας πρόσεξε πως όλα τα παράθυρα της πανσιόν ήταν καλυμμένα με σήτες.
Η Στέλλα του ζήτησε να την ακολουθήσει στην κρεβατοκάμαρα της. Ο νεαρός πρόσεξε μια κουνουπιέρα μεγάλη σαν πανί ιστιοφόρου να κρέμεται απ' το ταβάνι και να σκεπάζει το κρεβάτι της. Ήταν καρφωμένη ολόγυρα στο πάτωμα, εκτός από ένα στενό άνοιγμα για να μπορεί η Στέλλα να μπαινοβγαίνει.
«Έχω προσπαθήσει τα πάντα», παραδέχτηκε η γυναίκα. «Ακόμα κι αν χτίσω τα παράθυρα, μια απ' αυτές τ ις Άρπυιες θα καταφέρει να μπει μέσα».
Ήταν η σειρά του νεαρού να καθησυχάσει τη σπιτονοικοκυρά. Αλλά αντί για ποτό, φαγητό ή φάρμακο, εκείνος πρόσφερε τ ις επαγγελματικές του υπηρεσίες.
«Η μουσική μου μπορεί να σας βοηθήσει».
Η Στέλλα απάντησε μ' ένα πικρόχολο γέλιο.
«Αχ, δεν πίστεψα ποτέ στη δύναμη των τραγουδιών».
Μετάνιωσε για το σχόλιο της τη στιγμή που είδε τα αυτιά του νέου άντρα να κοκκινίζουν από αγανάκτηση.
«Σας μιλώ εντελώς επιστημονικά», διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Τα ζωύφια δεν αντέχουν τ ις αρμονικές συχνότητες της λατέρνας».
Η γυναίκα συμφώνησε μόνο για να μην τον στενοχωρήσει. Έβγαλε το σάλι της, ξάπλωσε στο κρεβάτι με το νυχτικό της και μετά τον φώναξε. Εκείνος μπήκε κουβαλώντας τη λατέρνα. Η Στέλλα έκλεισε τα μάτια, προσποιούμενη. Το τελευταίο πράγμα που μπορούσε να θυμηθεί πριν την πάρει ο ύπνος ήταν μια μουσική με ένα ρυθμό σαν της θάλασσας και το τρίξιμο της περιστρεφόμενης μανιβέλας της λατέρνας.

Εκείνο το απόγευμα όχι μόνο ονειρεύτηκε ξανά έπειτα από πολλά χρόνια, αλλά τα όνειρα της ήταν βαθύτερα και σοφότερα κι από τα οράματα των βιβλικών προφητών. Κι όμως, ε ί χε κοιμηθεί λιγότερο από μια ώρα, όταν το ρεύμα απ' το ανοιχτό παράθυρο την ξύπνησε.
Έσπρωξε τα σκεπάσματα από πάνω της κι αμέσως απ' τ ις πτυχές της κουνουπιέρας, απ' το περβάζι, απ' το πάτωμα και τα έπιπλα, ακόμα κι απ' τα σεντόνια τα καμωμένα από μουσελίνα εκατοντάδες πεταλούδες κάθε είδους πέταξαν κι άρχισαν να στριφογυρίζουν στο δωμάτιο. Ήταν η απόδειξη πως η Στέλλα ε ί χε κατανικήσει την αϋπνία της.
«Ας είναι καλά ο ξένος!» φώναξε. «Γιατρεύτηκα!»
Μόνο όταν σκούπισε τα δάκρυα της κατάλαβε πως ο νεαρός δεν ήταν πια εκεί. Τότε είδε και τη σχισμένη σήτα στο παράθυρο —που εξηγούσε την παρουσία των πεταλούδων στο δωμάτιο της— και τελικά τα μάτια της έπεσαν στο ανοιχτό συρτάρι του μπαρόκ κομοδίνου της. Εκεί βρήκε το τσίγκινο κουτί με τα κοσμήματα της άδειο, εκτός από ένα ζευγάρι πεταλούδες που ζευγάρωναν.
Η Στέλλα η ονειροπόλος δεν είπε τίποτα. Απλά επέστρεψε στο κρεβάτι της, όπου με τη συνοδεία ενός τ ζ ι τ ζ ι κ ιού στο ταβάνι και την ηχώ των φανταστικών ονείρων της κοιμήθηκε με δίψα όλο το υπόλοιπο απόγευμα και μέχρι αργά το δειλινό.




από  το   βιβλίο :ΜΙΚΡΕΣ  Α Τ Ι Μ Ι ΕΣ  του Πάνου Καρνέζη  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σε ευχαριστώ που ήρθες να με επισκεφτείς, Μιας και ήρθες κανε τον κόπο και γράψε εδώ το σχόλιο σου!